Οι Μήδειες της Επιδαύρου και η χωλαίνουσα διακειμενικότητα

Όταν την δεκαετία του ’80 ο Heiner Müller εμπνεόταν από τον μύθο τής Μήδειας το Medeamaterial, στόχευε, μέσα από τεχνικές μοντάζ και ανακυκλούμενων «υλικών», στην συνολική κριτική τής ευρωπαϊκής Ιστορίας, από τον αποικιοκρατισμό μέχρι τον γενικό εκφυλισμό που γεννούν τα μίντια και την θυματοποίηση του σύγχρονου ανθρώπου από τα δημιουργήματα του ίδιου του πολιτισμού του. Πρωτύτερα, ο Jean Anouilh τον είχε υπαγάγει στο αντιπολεμικό πνεύμα τών δεκαετιών ’40-᾽50 και στην αναγκαιότητα τής νομοτελειακής επικράτησης του Δικαίου, που δικαιολογείται και με τον θάνατο της ηρωίδας του.

Οι δύο πρόσφατες εκδοχές τής «Μήδειας» στο φεστιβάλ Επιδαύρου, σε σκηνοθεσίες τών Δ. Καραντζά και Μ. Κάλμπαρη, απηχούν μία δυστοκία στην επανάγνωση, την σύνθεση, την επικαιροποίηση και την ενσωμάτωση της αρχαίας δραματικής ποίησης σε μία ζέουσα σύγχρονη προβληματική.

Ούτε η διακειμενική προσέγγιση, μέσω ένθετων αποσπασμάτων σε εννοιολογική συνάφεια με την τραγωδία, χωρίς, ωστόσο, οργανική διασύνδεση με αυτή, ούτε οι άτολμες απόπειρες υπονόμευσης της δραματικής φόρμας που δεν προτείνουν αντίστοιχες υποκριτικές, ούτε καν οι εμβαλωματικές σκηνικές και άλλες οικονομίες συνιστούν υποχρεωτικά μία άλλη διάσταση και ερμηνευτική χειραφέτηση.

Η ανάληψη των ρόλων τού δράματος από τρεις άνδρες ηθοποιούς (σκηνοθεσία Δ. Καραντζά) δεν συνεπάγεται απαραίτητα θεώρησή του υπό την έποψη τού άρρενος, αντιστροφή εκείνου που εξάγεται ως υπαινιγμός, ήτοι της διάρρηξης του πατριαρχικού, ανδροκρατούμενου κόσμου, του τέλους ενός παραδεδεγμένου πολιτισμικού μοντέλου και των θεσμών του και της αμφισβήτησης μίας ολόκληρης ιστορικής περιόδου που εισάγει η υπερβατική συμπεριφορά τής ηρωίδας. Πόσω δε μάλλον που η συγκεκριμένη αναπαράσταση-σχολιασμός αποδυναμώνει το κύριο συστατικό τού κεντρικού ρόλου, αυτό που με ακρίβεια περιγράφει ο Lesky ως «συνομιλία μίας ψυχής με τον εαυτό της» αλλά και την απόδοση τής –με έντονη κινητικότητα– εσωτερικής, ψυχικής δράσης. Ακολούθως, η, ομολογουμένως, άρτια σκηνική εικόνα τής επανένωσης της Μήδειας με την θεϊκή της υπόσταση, τον πρόγονό της Ήλιο, και της απάρνησης του κόσμου τών θνητών παραπέμπει σε έναν μετέωρο σκηνικό αισθητισμό χωρίς αποκωδικοποιητική δυναμική, ενώ για τον εκτενή μονόλογο του Αγγέλου εφευρίσκεται μία ασθμαίνουσα ρυθμική προκειμένου να αντισταθμιστεί το ασύμμετρο τού σκηνικού χρόνου.

Στην δε συμπαραγωγή τού Θεάτρου Τέχνης και τού ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων (σκηνοθεσία Μ. Κάλμπαρη) επιλέχθηκε η «κλειστή» συνθήκη με την μετωπικά παρατιθέμενη θεματική τής προαιώνιας πάλης τών φύλων, παρακάμπτοντας «ηχηρά» οτιδήποτε σηματοδοτείται «μετά τον μύθο» και «πέρα από την κατάσταση». Παρά τις όποιες εντυπωσιακές ατμόσφαιρες στην ορχήστρα, το εγχείρημα παρέμεινε νοηματικά αυχμηρό*, μονοσκελές και στις παρυφές τού αστικού δράματος.

* αυχμηρό = στεγνό, άνυδρο

Διαβάστε επίσης