«Οι Tρειςευτυχισμένοι»

Ένα από τα «δεξιά χέρια» του Eugene Labiche (1815-1888), ο Alfred Delacour, περιγράφει τη συνεργασία τους ως εξής: «καταλήγουμε στο πλάνο, γράφω όλο το έργο και μετά ο Labiche το ξαναγράφει επάνω στο χειρόγραφό μου».

Από τα 173 έργα του Labiche μόνο τα 4 γράφτηκαν εξ ολοκλήρου από εκείνον. Συνεργάτες του όπως o Lefranc, ο Choler, o Μartin, ο Gondinet, ο Duru κ.ά., απέδειξαν ότι ο, κατά τον κριτικό Sarce, βασιλιάς του γέλιου επιζητούσε όσο τίποτα τη συνθετική παρατήρηση.

Το μεγαλείο του θα λάμψει στον αντίποδα των λόγιων κωμωδιών του Musset, των «καλοφτιαγμένων» έργων του Scribe και των κωμικών ηθογραφιών του Dumas υιού, φέρνοντας στο προσκήνιο πρόσωπα και καταστάσεις της καθημερινής ζωής στην υπέρτατη υπερβολή τους.

Η πινακοθήκη των τύπων του αποτελείται κυρίως από επηρμένους εύπορους αστούς αλλά και κοινωνικά «ακατέργαστους» επαρχιώτες. Χωρίς ίχνος διδακτισμού, ασχημοσύνης ή δηκτικότητας, σκιαγραφεί τις ανθρώπινες ατέλειες και ιδιαιτερότητες πάντοτε με καλή προαίρεση και με στόχο την απενοχοποίησή τους μέσα από την καθαρτική τελετουργία του γέλιου.

«Μηχανοποίηση» των προσώπων, επαναλήψεις λέξεων και σκηνών, αντιστροφή ρόλων, συμμετρική ανάπτυξη των παρεξηγήσεων, εμμονή με την αποκλίνουσα φυσική κατάσταση, ενσωμάτωση του ίδιου κωμικού λαϊτμοτίφ σε ανεξάρτητες σκηνές, παρομοίωση ανθρώπων με πράγματα και αντιστρόφως, ένταξη μιας αφηρημένης ιδέας σε μια δομημένη φράση, αλλά και φυσικότητα στην κωμική λειτουργία της λέξης είναι μερικές από τις αρετές του μεγάλου κωμωδιογράφου που μπορούμε να εντοπίσουμε στο δοκίμιο του Bergson «Le Rire».

Στους «Τρειςευτυχισμένους» (Θεάτρο Πορεία-σκηνοθεσία, Γιάννης Χουβαρδάς) που αναφέρεται στη «μακαριότητα» του απατημένου συζύγου, καταστάσεις και χαρακτήρες εκτονώνονται με σπινθηροβόλες εκρήξεις, δάνεια από το burlesque και το cartoon ανακλαστική κινητικότητα, διαστολές και συστολές ενέργειας, και όλα αυτά χωρίς να λείπει μια λανθάνουσα σκοτεινή οπίσθια όψη. Και ενώ στο vaudeville του Labiche η αποδόμηση καταστάσεων και χαρακτήρων στα λεπτά συστατικά τους συνιστά ζητούμενο, εδώ απουσιάζει μια στέρεη βάση που να επικοινωνεί τη σκηνική δράση ως εστιασμένη απορρύθμιση στο επίπεδο της κατάστασης –και όχι ως απορρύθμιση ενός όλου (κειμένου, ρυθμού κ.λπ.)–, με παράπλευρες απώλειες τη μη πρόσληψη της συνοχής του έργου καθώς και την ανάδειξη του κωμικού στοιχείου ως μηχανιστικής αντίδρασης στα ανώτερα στρώματα του θυμικού αντί ως προϊόντος κατανόησης της δομής του. 

Ερμηνευτικά, σε κλασικές οδούς ο Μαρζαβέλ του Δημήτρη Τάρλοου και ο Κράμπαχ του Λαέρτη Μαλκότση, κωδικοποιημένα κωμική η Λένα Παπαληγούρα, σε τυποποιημένο burlesque o Ερνέστος-Χρήστος Λούλης, με τα θέλγητρα της ηδυπαθούς Ερμάνς, πλην όμως σπασμωδική, η Άλκηστις Πουλοπούλου, κομψά περιγραφικός ο Ζομπλέν του Άγγελου Παπαδημητρίου, εκτός κλίματος η Μπέρτα της Ιωάννας Κολλιοπούλου.  Αισθητικά αρμοστή, και ιδίως εκείνη της α΄ πράξης, η σκηνική δημιουργία (Εύα Μανιδάκη), ευφάνταστος, πλησίον του σουρεάλ, ενδυματολογικός κώδικας (Ιωάννα Τσάμη), φωτισμοί με περαιτέρω σήμανσεις (Λευτέρης Παυλόπουλος), χαρακτηριστικά μουσικά μοτίβα (Δημοσθένης Γρίβας), αδόκιμη η επέκταση της δράσης εκτός σκηνής.

«Οι Τρειςευτυχισμένοι» του Eugene Labiche

Θέατρο Πορεία

(Τρικόρφων 3-5, Πλ. Βικτωρίας, Αθήνα, τηλ.: 210-8210991)

Μετάφραση: Στρατής Πασχάλης

Διασκευή – Σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς

Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Μουσική: Δημοσθένης Γρίβας

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Φωτογραφίες: Βάσια Αναγνωστοπούλου

Παίζουν: Δημήτρης Τάρλοου, Άλκηστις Πουλοπούλου, Χρήστος Λούλης, Άγγελος Παπαδημητρίου, Λαέρτης Μαλκότσης, Λένα Παπαληγούρα, Ιωάννα Κολλιοπούλου

Διαβάστε επίσης