Ο (ασυνήθιστος) λόγος που ανάγκασε τον Άρειο Πάγο να ακυρώσει δίκη

Απίστευτο και όμως πραγματικό και δικαιολογημένο! Εφέτης, η οποία προήδρευε σύνθεσης δικαστηρίου, δεν έδωσε τον λόγο σε δικηγόρο κατηγορουμένου, με αποτέλεσμα την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας!

Το ζήτημα όπως ήταν λογικό έφτασε στον Άρειο Πάγο, ο οποίος έκρινε ότι υπήρξε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω παραβίασης των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Ειδικότερα σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης, το οποίο περιγράφεται στη δικαστική απόφαση, η διευθύνουσα τη συζήτηση εφέτης μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας δεν έδωσε τον λόγο στον κατηγορούμενο και στον δικηγόρο του μετά την πρόταση του εισαγγελέα τόσο επί της ενοχής όσο και επί της ποινής, κάτι που φυσικά είναι πρωτόγνωρο στα δικαστικά χρονικά, καθώς πάντα πρέπει να δίδεται ο λόγος στον συνήγορο υπεράσπισης προκειμένου να μην υπάρχει παραβίαση των δικονομικών δικαιωμάτων του προσώπου που δικάζεται.

Στο σκεπτικό της υπ’ αριθμό 133/2016 απόφασης του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου επισημαίνεται πως κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ.1 του ΚΠΔ, «όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει τον λόγο στον εισαγγελέα ή τους εισαγγελείς, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο, και τέλος δίνει τον λόγο στον κατηγορούμενο», ενώ, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος.

Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι είναι υποχρεωτικό να δοθεί ο λόγος από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση στον εισαγγελέα και στους διαδίκους, σύμφωνα με την παραπάνω κανονισμένη σειρά, στον δε κατηγορούμενο ή στο συνήγορό του στο τέλος και αν τούτο δεν ζητηθεί. Η παράβαση της διατάξεως αυτής επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ΄ του ΚΠΔ, γιατί αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σε αυτόν και ρητά θεσπίζονται από τον νόμο, για την οποία (παράβαση) ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ (ΑΠ 382/2014, ΑΠ 155/2013)».

Παύθηκε η ποινική δίωξη

Συγκεκριμένα στην απόφαση του Αρείου Πάγου επισημαίνεται πως στη προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης που παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα εξής:

Η διευθύνουσα τη συζήτηση εφέτης, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, έδωσε τον λόγο στον εισαγγελέα προκειμένου να προτείνει επί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου, η οποία πρότεινε την ενοχή του, χωρίς στη συνέχεια να δώσει τον λόγο, όπως είχε υποχρέωση, και στον κατηγορούμενο και στον παραστάντα συνήγορό του. Στη συνέχεια μετά την απαγγελία της αποφάσεως του δικαστηρίου που τον κήρυξε ένοχο της αξιόποινης πράξης της ψευδορκίας μάρτυρα, η διευθύνουσα τη συζήτηση έδωσε και πάλι τον λόγο στην εισαγγελέα η οποία πρότεινε να επιβληθεί στον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα ποινή φυλάκισης 6 μηνών και απάγγειλε την περί ποινής απόφαση με την οποία το δικαστήριο τον καταδίκασε σε φυλάκιση έξι μηνών, χωρίς και πάλι να δώσει τον λόγο, όπως είχε υποχρέωση, στον κατηγορούμενο, ή στον συνήγορό του, που έπρεπε να δοθεί χωρίς καν να ζητηθεί.

Έτσι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού έπρεπε να δοθεί ο λόγος στον κατηγορούμενο ή τον παραστάντα συνήγορό του και στα δύο ως άνω στάδια της ποινικής διαδικασίας, έστω, ως ελέχθη, και αν τον λόγο δεν ζήτησαν αυτοί. Συνεπώς ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α΄ ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν αυτών και ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων της Αθήνας και τελικά προχώρησε στην παύση της ποινικής δίωξης σε βάρος του κατηγορουμένου για το αδίκημα της ψευδορκίας.