«Πυγμαλίων – Ωραία μου κυρία», «Mamma Mia»

Οι γιορτινές ημέρες συνεχίζονται κι εμείς εδώ στην «Α» προσπαθούμε να παραβλέψουμε τα προβλήματα και να προσφέρουμε λίγη χαρά, μέσα από τις προτάσεις του εξαίρετου θεατρολόγου Γιώργου Παπαγιαννάκη, που με την επιστημονική γνώση του και την αγάπη του για το θέατρο παρουσιάζει με την κριτική του πένα σε αυτό το αφιέρωμα δύο παραστάσεις που θα μας ανεβάσουν τη διάθεση και το κέφι, καθώς, όπως έλεγε ο Πυθαγόρας, «καρδίαν μη εσθίειν»… ας μην τρώμε την καρδιά μας από τη στενοχώρια…

Ιχνηλατώντας… με την Καίτη Νικολοπούλου

∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴

Ένας Πυγμαλίων και Μια Ωραία Κυρία

Ο George Bernard Shaw (1856-1950) θεωρείται ο μεγάλος φάρος της αγγλόφωνης δραματουργίας των νεότερων χρόνων. Συγγραφέας, δοκιμιογράφος, θεατρικός και μουσικός κριτικός ενσωμάτωσε στα έργα του ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών, πολιτικών, αισθητικών και φιλοσοφικών προβληματισμών και κατέστη ο οραματιστής των εξελίξεων που προμηνύονταν με την έλευση του 20ού αιώνα. Η δραματουργία του, με επιρροές από τον Ίψεν, αντιπροσωπεύει το θέατρο των Ιδεών  όπου κάθε ζήτημα τίθεται σε μια επεξεργασία ενδελεχούς διαλεκτικής. Με εργαλείο το ρεαλισμό χτυπά τον ακραίο ρομαντισμό, αναδεικνύει την έννοια της ζωτικής δύναμης και του υπερανθρώπου, ξεσκεπάζει τη σχέση εξουσίας και χρήματος και τοποθετείται επάνω στα κοινωνικά προβλήματα, όπως η φτώχεια. Ψηλαφεί τις μεταφυσικές ανησυχίες, τη σημειολογία που συνιστά το διαχωρισμό των τάξεων, περιγράφει με απαισιοδοξία την έκπτωση αρχών και ιδεωδών της προπολεμικής Βρετανίας και τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες «αποκαθηλώνουν» τους ήρωες και αγίους τους ενώ δεν μένει αμέτοχος στην κριτική επί πολιτικών θεμάτων.

Στο έργο του «Πυγμαλίων » (1912) πραγματεύεται την έννοια της ταξικής μεταμόρφωσης. Ως γνήσιος σοσιαλιστής περιγράφει δίκην πειράματος τη δυνατότητα μετάλλαξης μιας φτωχής ανθοπώλιδας σε κυρία της « καλής » κοινωνίας. Εκκινώντας από τα τεχνικά ζητήματα που συγκροτούν τους κοινωνικούς διαχωρισμούς και αποκλεισμούς (χρήση γλώσσας, συμπεριφορά, προφορά, ενδυμασία) καταλήγει στην σφυρηλάτηση ενός ολοκληρωμένου ανθρώπου, στη διάπλαση της απόλυτης Γυναίκας, ως πλήρους ψυχοσωματικής οντότητας, έτοιμης να ενταχθεί στα ανώτερα κλιμάκια της κοινωνικής ιεραρχίας.

Η παράσταση του « Πυγμαλίωνα » στο Πάνθεον σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Ρήγα, καλείται κατ’ αρχάς να υπηρετήσει ένα θεατρικό χώρο αντιστρόφως ανάλογο προς τις αντικειμενικές διαστάσεις του έργου. Επί πλέον, παρεκβάσεις εν είδει συμπληρωματικών σκηνών από κινηματογραφικές εκδοχές σε συνδυασμό με έντονη κινητικότητα εντός κι εκτός σκηνής, χρονολογικές ιστορικές αναφορές, περιττολογίες, πλατειασμοί και αδρές υπογραμμίσεις καταστάσεων στερούν από τη σκηνική ατμόσφαιρα τον ηλεκτρισμό των σχέσεων, τη δυνατότητα πρόσληψης των σταδίων μετασχηματισμού της κεντρικής ηρωίδας και το πως αυτός αντανακλάται στην ψυχολογία του Μέντορά της και την αντίστοιχη δική του μεταμόρφωση.

Η Δήμητρα Ματσούκα, ως Ελίζα, σηματοδοτεί με επαρκή ερμηνευτικά εργαλεία ηθογραφικής απεικόνισης το «αρχέτυπο» της πλανώδιας πωλήτριας της πρώτης πράξης, ενώ την γ’ πράξη φαίνεται να στοιχειώνει ακόμη η αξεπέραστη ερμηνεία της Αλίκης Βουγιουκλάκη. Στις δύο επόμενες πράξεις, ωστόσο, δείχνει να δαμάζει το ρόλο και να αποκτά τον έλεγχο της ψυχολογικής ωρίμανσης της ηρωίδας. Ο Κώστας Κόκλας (καθηγητής Χίγγινς) με τη χαρακτηριστική βαριά, εμπροσθοβαρή προφορά που δεν προσιδιάζει στα γνωρίσματα ενός Άγγλου ευγενή καταφέρνει να υποσκελίσει τα εμπόδια και να σταθεί σχετικά αξιοπρεπώς στο ύφος του ρόλου. Με μια ιδιορρυθμία συμπεριφοράς που εξασθενεί τα αναγνωρίσιμα στοιχεία του αριστοκράτη ο συνταγματάρχης Πίκεριγκ του Παύλου Χαϊκάλη, με «ανάγλυφα» συναισθήματα καλής προαίρεσης η ΜπέατριςΧίγγινς της ΜπέττυςΛιβανού και προσεγμένος στη λεπτομέρεια και με μέτρο ο Φρέντυ του Ορέστη Τζιόβα. Ιδιαίτερης μνείας χρήζει η ερμηνεία του Αντώνη Καφετζόπουλου, ως ΆλφρεντΝτούλιτλ, που στην κυριολεξία, κρεάρει στο δύσκολο αυτό ρόλο. Αδόκιμη η εξαΰλωση της οικονόμου καςΠηρς και η δημιουργία μιας ομοφυλόφιλης περσόνας-υπηρέτη ως διόγκωση του πιθανού υπαινιγμού του Shaw για η σεξουαλικότητα του καθηγητή Χίγγινς, και υπερβολικά αποδοθείσα στους αργκό πειραματισμούς της η Μαίρη Ντέξτερ της Χριστίνας Θεοδωροπούλου. Υψηλής αισθητικής κοστούμια (Απόλλων Παπαθεοχάρης), μεγαλεπίβολα, πιστά στο πνεύμα της εποχής σκηνικά (Μ. Παντελιδάκης), ζωηροί φωτισμοί (Αλ. Αναστασίου) αλλά και «παρακινδυνευμένες», δάνειες μουσικές επιλογές ολοκληρώνουν μια καλή απόδοση της θρυλικής κομεντί όπου οι όποιες μεγεθύνσεις προέρχονται από τον ένθερμο θαυμασμό και ζήλο του σκηνοθέτη για το έργο. 

«Πυγμαλίων – Ωραία μου κυρία» του Μπέρναρ Σω

 ΘΕΑΤΡΟ ΠΑΝΘΕΟΝ (Πειραιώς 166, Γκάζι, Αθήνα, τηλ. 210-3471111)

Πρόκειται για μια αριστουργηματική κομεντί – ένα ρομάντζο με χιούμορ και συναίσθημα που εστιάζει στην προσπάθεια ενός διανοούμενου καθηγητή Γλωσσολογίας στο Λονδίνο του 1912 να μεταμορφώσει μια άξεστη ανθοπώλισσα από το Κόβεντ Γκάρντεν σε μια κυρία της υψηλής κοινωνίας…

Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Ρήγας    

Σκηνικά: Μανόλης Παντελιδάκης 
Κοστούμια: Απόλλων Παπαθεοχάρης 
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Μουσική επιμέλεια: Αλέξανδρος Ρήγας – Ησαΐας Ματιάμπα
Κίνηση: Θοδωρής Πανάς 
Δραματoλογική επεξεργασία: ΜαριλέναΠαναγιωτοπούλου
Βοηθοί Σκηνοθέτη: Σταμάτης Πατρώνης – Μαρία Οικονομίδη 
Φωτογραφίες παράστασης: Βαγγέλης Κύρης – Μιχάλης Τερζάκης  

Πρωταγωνιστούν: Κώστας Κόκλας, Δήμητρα Ματσούκα, Παύλος Χαϊκάλης, Χριστίνα Θεοδωροπούλου, Ορέστης Τζιόβας, Ησαΐας Ματιάμπα, Ιάσονας Παπαματθαίου, Αντώνης Καφετζόπουλος, ΜπέττυΛιβανού

∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴

«Mamma Mia»: Ένα μιούζικαλ που αξίζει τον κόπο!

Δεν είναι πρώτη φορά που ο Benny Andresson και ο Bjorn Ulvaeus των ABBA επιχείρησαν να κάνουν μιούζικαλ. Το 1984, η συνεργασία τους με τον Tim Rice, πρώην λιμπρετίστα και στενού συνεργάτη του Andrew Lloyd Webber, έδωσε το «Chess», που αν και «περπάτησε» δισκογραφικά και έτυχε καλής αποδοχής στο West End απέτυχε παταγωδώς στο Broadway. Θα περάσουν χρόνια μέχρι να έρθει το «Mamma Mia», ένα στόρι με εξωτικό φόντο, ενδεδυμένο με τις κλασικές διαχρονικές μελωδίες του θρυλικού συγκροτήματος αλλά και με ένα εξόχως ενδιαφέρον μήνυμα: «Η προσήλωση στους κοινωνικούς θεσμούς δεν έχουν απολύτως κανένα νόημα εάν πρωτίστως δεν έχεις κατακτήσει την αυτογνωσία και δεν έχεις αναμερτηθεί με τις δυνάμεις σου και τον κόσμο γύρω σου».

Και είναι απαραίτητη αυτή η επισήμανση καθώς συχνά-πυκνά το μιούζικαλ καθίσταται ένα είδος στρατευμένης τέχνης όπου πίσω από την ευφάνταστη σημειολογία του ελλοχεύει μια προπαγάνδιση ιδεών μέχρι σημείου ακτιβιστικής φρενίτιδας, όπως συνέβη με το περσινό «Billy Elliot» του Παλλάς.

Η έμπειρη σκηνοθετική καθοδήγηση της Θέμιδας Μαρσέλλου έχει μετατρέψει τη σκηνή του ιστορικού Ακροπόλ σε ένα πεδίο νεανικής δροσιάς, ζωντάνιας, ενθουσιασμού και ακάματης ενέργειας με επιδέξια διαχείριση του πολυπληθούς ανθρώπινου δυναμικού, ζήτημα-κλειδί στο μιούζικαλ.

Η Δέσποινα Βανδή, ως Ντόνα, χωρίς να είναι ηθοποιός, κερδίζει το στοίχημα μιας σταθμισμένης ερμηνείας, ενταγμένης ισομερώς στο γενικό σύνολο και δίχως αίσθηση αμηχανίας. Μάλιστα, στο χαρακτηριστικό τραγούδι «Τhe winner takes it all» καταφεύγει σε μια ενδιαφέρουσα εκτέλεση έντονης εσωτερικότητας. Όσο για τον Αλέξανδρο Μπουρδούμη, η συγγραφέας Catherine Johnson θα πρέπει να αισθάνεται ιδιαίτερη τιμή για την  αριστοτεχνική, σχεδόν τσεχωφική, απόδοση του ιδιοσυγκρασιακού Μπιλ Όστιν.

Ο Άκης Σακελλαρίου (Σαμ Καρμάικλ) με μέτρο και σκηνική αξιοπρέπεια δίνεται παντί σθένει σε όλες τις εκφάνσεις του έργου (τραγούδι, χορός, πρόζα), ενώ ο Αργύρης Αγγέλου στο ρόλο του Χάρι αποδεικνύεται ακόμη μια φορά επαΐων στην απόδοση της τυπολογίας του μιούζικαλ. Η Demy, ως Σοφία, αποτυπώνει με τη χαρακτηριστική αθωότητα και απορία της νιότης το υπαρξιακό θέμα της αναζήτησης του φυσικού πατέρα με προβολή στο ζήτημα της αυτογνωσίας, η Μπέττυ Μαγγίρα ως εκκεντρική Τάνια αναδεικνύεται μια εντυπωσιακά φαιδρή περσόνα όπως άλλωστε απαιτεί ο ρόλος, στο ίδιο μήκος κύματος και η Ρόζι της Μαριέλλας Σαββίδου ενώ ο Σκάι-Άρης Μακρής αν και συγκρατημένος υποκριτικά αποδεικνύεται υπερεπαρκής στα μουσικά και χορευτικά μέρη. Εντυπωσιακά σκηνικά και κοστούμια (Μ. ΠαντελιδάκηςΠ. Κοκκορού) -παρασάγγας απέχοντα από την αντίστοιχη παρισινή παραγωγή με το τσουχτερό εισιτήριο των 99 ευρώ- μεστές ενορχηστρώσεις (Ηλίας Καλούδης), δυναμικές, καλοσυντονισμένες χορογραφίες (Άννα Αθανασιάδη) και «ζεστοί», εντυπωσιακοί φωτισμοί (Λ. Παυλόπουλος) συμπληρώνουν ένα καλαίσθητο θέαμα για όλη την οικογένεια!

«Mamma Mia»

Θέατρο Ακροπόλ (Ιπποκράτους 9-11, τηλ. 210-3648303) 

Ένα από τα πιο επιτυχημένα και δημοφιλή μιούζικαλ όλων των εποχών, που έρχεται μετά από ειδική άδεια των δημιουργών, Benny Andersson, Bjorn Ulvaeus &  Catherine Johnson, στη «χώρα» του και… για πρώτη φορά, «μιλάει» ελληνικά!  Η ιστορία ξεκινάει όταν η κόρη τής Donna, η Sophie, αναζητά τον πραγματικό της πατέρα για να τον καλέσει στο γάμο της.

Τι θα συμβεί όταν, αντί για έναν, ανακαλύψει τρεις υπέροχους μπαμπάδες; Η Donna δεν έχει ιδέα για όλα αυτά και η περιπέτεια αρχίζει!
Μουσική – στίχοι: Benny Andersson, Bjorn Unvaeus 
Κείμενο: Catherine Johnson
Σκηνοθεσία – Απόδοση κειμένου και στίχων: Θέμις Μαρσέλλου 
Μουσική Διεύθυνση – Διδασκαλία Ορχήστρας: Ηλίας Καλούδης
Χορογραφίες: Άννα Αθανασιάδη  
Σκηνικά: Μανόλης Παντελιδάκης
Κοστούμια: Παναγιώτα Κοκκορού 
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος 
Video design- προβολές: Κάρολος Πορφύρης  
Φωνητική Διδασκαλία: Δημήτρης Μπουζάνης
Βοηθοί σκηνοθέτη: Μαρία Βασιλάτου, Μελίνα Ντούσικου
Βοηθός σκηνογράφου: Ελίνα Δράκου 
Συνοδός πιάνου: Ανδρέας Καρανίκας
Ζωγράφος σκηνικών: Ιωάννης Αθανασιάδης 

Πρωταγωνιστούν: Δέσποινα Βανδή, Άκης Σακελλαρίου, Demy, Αλέξανδρος Μπουρδούμης, Αργύρης Αγγέλου, Μπέττυ Μαγγίρα, Μαριέλλα Σαββίδου, ο Άρης Μακρής
Παίζουν: Βασίλης Αξιώτης, Μαρία Βασιλάτου, Βαρβάρα Νεμπή, Βαγγέλης Πιτσιλός, Μανώλης Θεοδωράκης, Ασπασία Λαιμού, Μάριος Μαριόλος, Ιουλίτα Μωσαίδου, Νάντια Τόλιου, Γιάννης Πλιάκης, Σεργκέι Γκριτσένκο, Θέμις Μαρσέλλου

Γιώργος Παπαγιαννάκης: http://www.kritikitheatrou.gr/

https://www.facebook.com/kritikitheatrou/

Διαβάστε επίσης