Καθημερινή ενημέρωση

Στο 2% επί του αντικειμένου της αγωγής η δικηγορική αμοιβή

Απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών ξεκαθαρίζει το τοπίο σχετικά με την αμοιβή που δικαιούνται οι δικηγόροι για τη σύνταξη προτάσεων αγωγής ή εφέσεως επί πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων δικαστηρίων.

Ρεπορτάζ: Πωλίνα Βασιλοπούλου

Σύμφωνα με πρόσφατη δικαστική απόφαση, βάση για τον προσδιορισμό της αμοιβής που δικαιούται ο δικηγόρος του εναγομένου για τη σύνταξη προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της αγωγής ή της εφέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου ή του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου πολιτικών ή διοικητικών, αποτελεί η αμοιβή που δικαιούται ο δικηγόρος του ενάγοντος για τη σύνταξη προτάσεων της πρώτης πρωτόδικης συζητήσεως και ανέρχεται στο διπλάσιο αυτής, δηλαδή σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής όταν πρόκειται περί αγωγής με αντικείμενο αποτιμητό σε χρήμα.

Όπως επισημαίνεται στην απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών (υπ’ αριθμόν 124/2017) το δικαίωμα του δικηγόρου να αξιώσει αμοιβή προϋποθέτει ολοκληρωμένη ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για την οποία προβλέπεται η καταβολή αμοιβής. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο τονίζει πως σε περίπτωση περιορισμού εκ μέρους των εναγόντων του αιτήματος σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό για τον υπολογισμό της δικηγορικής αμοιβής λαμβάνεται υπόψη το μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής ποσό.

Δεν είχε συναφθεί έγγραφη σύμβαση…

Στην προκειμένη περίπτωση που εξέτασε το Μονομελές Εφετείο Πατρών δεν συνήφθη μεταξύ του ενάγοντος δικηγόρου και του εναγόμενου ΝΠΔΔ έγγραφη σύμβαση που να καθορίζει την αμοιβή του δικηγόρου.

Σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση «ελλείψει τέτοιας συμφωνίας ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει ανάλογη αμοιβή με αυτή που προβλέπεται για τη σύνταξη προτάσεων από εναγόμενο (2%) επί του αιτούμενου  με την αγωγή χρηματικού ποσού. Για την ύπαρξη υποχρέωσης του εναγομένου τοκοδοσίας της αμοιβής του ενάγοντος δικηγόρου απαιτείται όχληση κατά τις οικείες διατάξεις του ΑΚ ή συμβατικά ορισμένη για την καταβολή της αμοιβής δήλη ημέρα».

Μάλιστα, το Δικαστήριο τονίζει πως είναι  δικαίωμα του δικηγόρου να αιτηθεί από το εναγόμενο την καταβολή του αναλογούντος ΦΠΑ επί της αμοιβής του.

«Ο φόρος είναι απαιτητός κατά το χρόνο έκδοσης της απόδειξης. Ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει το οικείο ποσό με τον νόμιμο τόκο από την ημέρα εκδόσεως από τον ενάγοντα της σχετικής απόδειξης παροχής υπηρεσιών και παραδόσεώς της στον εναγόμενο μέχρι την πλήρη εξόφληση και όχι από της επιδόσεως της αγωγής», όπως επισημαίνει το Μονομελές Εφετείο Πατρών.

Στην υπόθεση που εξέτασε το Δικαστήριο το αντικείμενο της διαφοράς ήταν αξίας €1.767.350. Μεταξύ του νομικού και των εντολέων του καταρτίστηκε σύμβαση με την οποία συμφωνήθηκε ότι η αμοιβή του ανέρχεται στο ποσό που καθορίζεται ως ελάχιστη νόμιμη αμοιβή για τον δικηγόρο του εναγόμενου με βάση τον Κώδικα περί Δικηγόρων και την 3η γενική συνεδρίαση της 31ης-01-2002 της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Τελικά, το δικαστήριο εξετάζοντας όλα τα πραγματικά περιστατικά και τα στοιχεία της υπόθεσης κατέληξε πως «μεταξύ των προαναφερόμενων δεν συνήφθη έγγραφη σύμβαση που να καθορίζει την αμοιβή του ενάγοντος, αλλά όμως η έλλειψη τέτοιας συμφωνίας σε κάθε περίπτωση, εφόσον ο ενάγων, ως αποδείχθηκε, πραγματοποίησε τη δικηγορική υπηρεσία που του ανατέθηκε δικαιούται να αξιώνει και να λάβει αμοιβή ανάλογη με αυτή που προβλέπεται για τη σύνταξη προτάσεων από εναγόμενο, κατά τα άρθρα 107 παρ. 1 και 100 παρ. 1 σε συνδυασμό προς το άρθρο 155 εδάφιο β’ του Κώδικα περί Δικηγόρων (ΝΔ 3026/1954) και η οποία ανέρχεται σε ποσοστό 2% επί του αιτουμένου με την ανωτέρω αγωγή χρηματικού ποσού, ήτοι σε ποσό 35.347,00 (1.767.350,006 Χ 2%) ευρώ».

Το δικαστήριο ξεκαθαρίζει στην απόφασΉ του πως «δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καθίσταται καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος (σ.σ. δικηγόρου) να ζητήσει την ελαχίστη νόμιμη αμοιβή του, για τον καθορισμό της οποίας και το ίδιο το εναγόμενο με την υπ αριθ. 42/2005 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του, ως προαναφέρθηκε, είχε αποφασίσει ότι θα γίνει σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και δεν αποδείχθηκε ότι μεταξύ τους είχε δημιουργηθεί τέτοια κατάσταση που να δικαιολογεί τη δημιουργία πεποίθησης σ’ αυτό ότι δεν θα ασκηθεί από μέρους του ενάγοντος αγωγή».

Διαβάστε επίσης