Υπερβολική τιμωρία το κόψιμο της σύνταξης

Απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου κρίνει πως η οριστική, πλήρης και αυτοδίκαιη απώλεια του συνταξιοδοτικού δικαιώματος των υπαλλήλων που καταδικάστηκαν αμετάκλητα για τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 62 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων, συνιστά κύρωση υπερβολικά επαχθή!

 

Σύμφωνα με την υπ’ αριθμόν 2248/2016 του Ανώτατου Δημοσιονομικού Δικαστηρίου η εν λόγω κύρωση ανατρέπει σε νομοθετικό επίπεδο τη δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στις απαιτήσεις του γενικού συμφέροντος και της προάσπισης του περιουσιακού δικαιώματος προς απόληψη σύνταξης, και έρχεται σε αντίθεση τόσο με τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, όσο και με το άρθρο 1 του (πρώτου) Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α..

Η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου ασχολήθηκε με το ζήτημα με αφορμή υπόθεση πρώην υπάλληλο στο υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος κρίθηκε ένοχος για το αδίκημα της κατ’ εξακολούθηση πλαστογραφίας με χρήση σε βάρος του Δημοσίου και εν συνεχεία με απόφαση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους «κόπηκε» η σύνταξή του και μεταβιβάστηκε στα 7/10 αυτής στην οικογένειά του!

Το Ανώτατο Δημοσιονομικό Δικαστήριο επισημαίνει στο σκεπτικό της απόφασής του πως η απορρέουσα από την έννοια του κράτους δικαίου (άρθρα 1 παρ. 3 και 4, 25, 26, 87, 93, 94 και 95 του Συντάγματος) και προβλεπόμενη πλέον ρητώς στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει στον κοινό νομοθέτη, όταν θεσπίζει ένα δυσμενές μέτρο σε βάρος μιας κατηγορίας προσώπων, που συνεπάγεται την εξαίρεσή τους από έναν ευμενή γενικότερο κανόνα δικαίου, να χρησιμοποιεί κριτήρια που δικαιολογούνται από λόγους δημοσίου συμφέροντος, το μέτρο δε αυτό πρέπει να είναι αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και να τελεί σε άμεση συνάφεια προς τον σκοπό αυτό, αλλά και προς το αντικείμενο της ρύθμισης. Αν το θεσπιζόμενο μέτρο είναι τέτοιας έντασης και διάρκειας που υπερακοντίζει καταδήλως τον επιδιωκόμενο σκοπό, συνεπαγόμενο μειονεκτήματα δυσανάλογα προς τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού, αντίκειται στην ως άνω αρχή, με συνέπεια η διάταξη που το προβλέπει να είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα.

Και συνεχίζει το Δικαστήριο στην απόφασή του προσθέτοντας πως: «Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ποινικώς κολάσιμη συμπεριφορά του υπαλλήλου σχετίζεται μεν άμεσα με την υπηρεσιακή του κατάσταση, ενόσω είναι στην ενέργεια, δυνάμενη να οδηγήσει στην απόλυσή του, κατά τις κείμενες διατάξεις, δεν τελεί, όμως, σε τέτοια σχέση με το δικαίωμά του στη σύνταξη, ως ασφαλισμένου, η οποία να δικαιολογεί την κατά τα ανωτέρω ολική και αυτοδίκαιη έκπτωσή του από το εν λόγω δικαίωμα».

 

Εξαιρετικά επαχθές μέτρο!

Όπως εξηγούν στο σκεπτικό τους οι δικαστές, «η πλήρης και αυτοδίκαιη αποστέρηση της σύνταξης και, μάλιστα, ανεξαρτήτως του εάν μέρος της αντιστοιχεί σε καταβληθείσες από τον υπάλληλο εισφορές, συνεπαγόμενη, περαιτέρω, την απώλεια και κάθε κοινωνικής κάλυψης, συμπεριλαμβανομένης της ασφάλισης υγείας, συνιστά μέτρο εξαιρετικά επαχθές, που ακολουθεί τον υπάλληλο μέχρι το πέρας του βίου του και θέτει σε κίνδυνο τη διαβίωσή του, στερώντας από αυτόν το βασικό μέσο για την αντιμετώπιση των βιοτικών του αναγκών, σε μία ηλικία κατά την οποία η δυνατότητα αναπλήρωσης της σύνταξης μέσω άλλων πόρων είναι σε μεγάλο βαθμό αβέβαιη, αν όχι ανύπαρκτη, με συνέπεια την προσβολή και της προστατευόμενης από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του».

Και καταλήγει το Ελεγκτικό Συνέδριο: «Το γεγονός ότι κατά το άρθρο 64 παρ. 1 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων η σύνταξη του υπαλλήλου μεταβιβάζεται στην οικογένειά του, περιοριζόμενη στα 7/10 αυτής, δεν αρκεί για να αποκαταστήσει την ως άνω απώλεια του συνταξιοδοτικού του δικαιώματος, δεδομένου ότι δεν παρέχεται εγγύηση ότι η οικογενειακή του κατάσταση θα συνεχιστεί όμοια στο μέλλον και δεν θα υποστεί μεταβολές. Ενόψει αυτών, η ρύθμιση του άρθρου 62 περ. β΄ του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων ανατρέπει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος και της προάσπισης του δικαιώματος προς απόληψη σύνταξης και υπερακοντίζει τον επιδιωκόμενο δημόσιο σκοπό και ως εκ τούτου παραβιάζει αυτή καθ’ εαυτή τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας και το άρθρο 1 του (πρώτου) Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., με συνέπεια να είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα».

Διαβάστε επίσης