Αλέξανδρος Χατζής: «Οι καλλιτέχνες δεν έχουν σύνορα»

Σεμνός, ευαίσθητος, με την τρυφεράδα της βραχνής και μελωδικής φωνής του να τον καταξιώνει στο ελληνικό και διεθνές κοινό. Ο Αλέξανδρος Χατζής κατάφερε να υποστηρίξει το μεγάλο όνομα του πατέρα του, του σπουδαίου Κώστα Χατζή, χωρίς όμως να τον καταπιεί. Κι αυτό επειδή οι συνεργασίες του αφενός, αλλά και οι δικές του μελωδίες αφετέρου κινούνται σε ένα καθαρά προσωπικό προφίλ. Αυτές τις ημέρες κυκλοφορεί στην Γερμανία το νέο του cd με τίτλο «Πού πάει η αγάπη», σε στίχους και μουσική Άρη Φωτιάδη, ενώ ο Κώστας Χατζής συμμετέχει φιλικά στο ομότιτλο τραγούδι του δίσκου. Καλός φίλος από τα παλιά, και σημαντικός συνεργάτης επίσης, ο Αλέξανδρος Χατζής από την μακρινή Γερμανία όπου ζει εδώ και κάποια χρόνια μίλησε στην «Α» για την νέα αυτή δισκογραφική του δουλειά, ενώ δεν αρνήθηκε να απλώσει την κουβέντα μας και σε πολλά άλλα σημαντικά θέματα. Καλή επιτυχία, Αλέξανδρε, σε ό,τι και αν κάνεις, και γρήγορα τον καφέ μας από κοντά…

Ιχνηλατώντας… με την Καίτη Νικολοπούλου

Αλέξανδρε, έχεις μια μακρά διαδρομή με σημαντικές επιτυχίες και στο τραγούδι και στο θέατρο. Και ξαφνικά σε χάσαμε. Γιατί;

«Αγαπημένη μου Καίτη, δεν είμαι ντε και καρφίτσα για να με χάσετε (γέλιο). 120 κιλά παλικάρι είμαι (γέλια)… Άλλωστε, όπως κι εσύ γνωρίζεις, οι καλλιτέχνες είμαστε ελεύθερα πνεύματα σαν πουλιά που πετάμε ψηλά και δεν βλέπουν σύνορα. Ανήκουν απλά στον πλανήτη γη και προσγειώνονται εκεί που νιώθουν ασφάλεια να ξεχειμωνιάσουν. Ε, και για να το προσγειώσω τώρα, χάρη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είμαστε ένα κλικ δίπλα ο ένας στον άλλον».

Πόσο η οικονομική κρίση μπορεί να επηρεάσει έναν καλλιτέχνη και πού μπορεί να τον φτάσει;

«Οι αυθεντικοί καλλιτέχνες δεν επηρεάζονται από οικονομικές κρίσεις. Αντιθέτως, η ιστορία δείχνει πως οι καλλιτέχνες με πνευματικότητα και ιδεολογία εν μέσω κρίσεων διέπρεψαν και μεγαλούργησαν σε όλες τις τέχνες. Αυτό που διώχνει έναν καλλιτέχνη είναι η απειλή της φυλακής, με μεταφορική έννοια. Η μοντέρνα κρίση που διανύουμε μέσω μνημονίων έχει ως απώτερο στόχο να κατασιγάσει την ελεύθερη έκφραση της τέχνης, αντικαθιστώντας την με μια μεθοδευμένη. Αυτό είναι λόγος άμεσης απόδρασης για έναν καλλιτέχνη. Διότι στην κρίση έχεις λόγο να παραμείνεις και να παλέψεις, στην φυλακή όμως μπορείς να έχεις ως στόχο μόνο την απόδραση. Έτσι η κρίση που δεν αντέχει ο εν ουσία καλλιτέχνης είναι η πνευματικά καμένη γη γύρω του. Το να βλέπει να μολύνουν τον πολιτισμό του! Σαν γάγγραινα να κατατρώει την πένα του, την ελεύθερη φωνή του, και ζιζάνια ψευτοκαλλιτεχνών και ανήθικων πολιτικών να πνίγουν και να ξεπουλούν κάθε πολιτισμική του κληρονομιά».

Ποια επιλογή λοιπόν έχει για σένα ένας δημιουργικός καλλιτέχνης στις μέρες μας;

«Αυτό που μπορεί να επιλέξει ένας καλλιτέχνης είναι το μέρος που αξίζει να γεννά με ασφάλεια την τέχνη του, ώστε να την διαφυλάξει κι από ’κεί να την ελευθερώσει προς έναν ελεύθερο άνεμο που θα την ταξιδέψει. Διότι η τέχνη χρειάζεται τα θερμά ανοδικά ρεύματα της ελευθερίας για να ζήσει».

Είσαι ήδη 5 χρόνια μόνιμα στην Γερμανία. Προσαρμόστηκες; Πώς είναι η ζωή κι η καθημερινότητά σου εκεί;

«Όπως ξέρεις, η Γερμανία είναι η μητρική μου πατρίδα. Εδώ γεννήθηκα και Γερμανίδα μάνα με γαλούχησε. Τρέχει λοιπόν παράλληλα στις φλέβες μου με την χώρα που με ανέθρεψε, την Ελλάδα. Όσο για την προσαρμογή, δεν χρειάστηκε ιδιαίτερη προσπάθεια. Μόνο στην γλώσσα δυσκολεύτηκα, την οποία είχα εγκαταλείψει από τα παιδικά μου χρόνια. Βέβαια, στην Ελλάδα πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου και είμαι ερωτευμένος περισσότερο με την ελληνική γλώσσα παρά με την γερμανική. Τώρα για την καθημερινότητα τι να πω; Εδώ η καθημερινότητα χαρακτηρίζεται με μια λέξη, αυτό που λένε οι Γερμανοί “alles in ordnung!” (όλα εν τάξει!). Κάτι που λείπει απ’ την Ελλάδα, όπου δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει. Στην Ελλάδα ξέρεις μόνο ότι θα έχει ήλιο, κι αυτό επειδή δεν εξαρτάται από τους πολιτικούς της».

Αν είχες κάποια καλή πρόταση για δουλειά στην Ελλάδα, θα το σκεφτόσουν να ξανάρθεις;

«Μια καλή πρόταση για δουλειά με τις παρούσες συνθήκες; Όχι βέβαια! Η ποιότητα ζωής είναι το σημαντικότερο πράγμα για μένα, κι αυτή πρέπει να υπάρχει στο σύνολο των ανθρώπων γύρω μας. Δεν έχει νόημα να βγάζει κανείς απλά μεροκάματο και να περνά μόνος του καλά. Νομίζω όλοι οι 600.000 και πλέον Έλληνες που ξενιτεύτηκαν τα τελευταία 5 χρόνια θα γύριζαν στην Ελλάδα αν υπήρχε μια καλή πρόταση στην ποιότητα ζωής κι όχι μόνο στην δουλειά».

Έχεις τραγουδήσει μελοποιημένη ποίηση όπως του Κ. Παλαμά, του Κ. Καβάφη, του Γ. Ρίτσου, της Μαρίας Πολυδούρη. Πόσο μιλάει η ποίηση μέσα σου και πώς προέκυψαν αυτές οι συνεργασίες;

«Αυτές ήταν περίφημες συνεργασίες με αξιόλογους συνθέτες που γνώρισα στην καλλιτεχνική μου πορεία, κοσμούν πράγματι με τιμή το μουσικό μου ράφι και με κάνουν περήφανο που με επέλεξαν να τα ερμηνεύσω. Τους συγχαίρω που αφιέρωσαν χρόνο για να φωτίσουν τον σύγχρονο πολιτισμό μας με τέτοιες μουσικές παραγωγές κι εύχομαι να συνεχίσουν να γίνονται κι άλλες παρόμοιες από νεότερους συνθέτες ώστε να υπάρχουν φωτεινοί φάροι στον σκοταδισμό που διανύουμε». 

 Ως συνθέτης και ερμηνευτής, τι είναι εκείνο που αποζητάς σε έναν στίχο;

«Να σου δίνει την εντύπωση πως δεν γράφτηκε περίτεχνα από ανθρώπινο χέρι. Ότι αναγεννήθηκε μόνος του μέσα από τον ίδιο του τον εαυτό, λες και υπήρχε εκεί για αιώνες και ο στιχουργός ή ποιητής ήταν απλά ο συλλέκτης, ο αρχαιολόγος που τον ανακάλυψε».

«Πού πάει η αγάπη». Είναι ο τίτλος της νέας δισκογραφικής δουλειάς σου. Πώς έγινε το «πάντρεμα» δημιουργού και ερμηνευτή;

«“Πού πάει η αγάπη”… Αυτή είναι πρώτη μου “εξόριστη” ελληνική δισκογραφική παραγωγή, η οποία γεννήθηκε και ολοκληρώθηκε στην Γερμανία. Συνθέτης και στιχουργός είναι ο Άρης Φωτιάδης, ο οποίος εδώ και δεκαετίες ως γιος μεταπολεμικών μεταναστών ζει μόνιμα στην Γερμανία και κάποια στιγμή έμαθε ότι μετακόμισα στα λημέρια του και, αφού επεδίωξε να συναντηθούμε, μου ζήτησε απλά να ακούσω αυτά που είχε γράψει. Δεν είχε σκοπό να κάνει δισκογραφία ούτε με προσέγγισε με αυτόν τον σκοπό. Είχε απλά την ανάγκη να επικοινωνήσει. Όμως αυτό που άκουσα ήταν πράγματι κάτι το διαφορετικό που με κάλυπτε αισθητικά και ψυχικά, κι έτσι του πρότεινα να ξεκινήσουμε να ηχογραφούμε. Ένα ταξίδι διήρκησε 3 χρόνια και μας έφερε το αποτέλεσμα που ακούτε αλλά και μια ισχυρή φιλία».

Ο Άρης Φωτιάδης είναι δηλαδή ένας νέος ενεργός συνθέτης και στιχουργός στην Γερμανία που οι Έλληνες θα ανακαλύψουν μέσα απ’ αυτήν την παρουσίαση;

«Ο Άρης, στον οποίο αναφέρομαι και ως αδελφικό φίλο πλέον, ως προφίλ είναι ο άνθρωπος οικογενειάρχης της διπλανής πόρτας που λέμε, τον οποίο όταν τον δεις θες να τον γνωρίσεις. Δεν αρκείται στο σπίτι-δουλειά, δουλειά-σπίτι, αλλά έχει πνευματικές ανησυχίες και αναζητήσεις και του αρέσει να παρακολουθεί την τέχνη, να παίζει κιθαρούλα για να φτιάχνει την διάθεσή του αλλά και της παρέας του. Έτσι, αυτή είναι η πρώτη του παρθενική παρουσία στα μουσικά δρώμενα και χαίρομαι που αναδύεται στο κοινό μέσα απ’ αυτήν την συνεργασία. Διαπιστώνει εύκολα κανείς πως στον στίχο του δεν είναι μεθοδικός, ούτε μηχανογραφεί την έξυπνη ρίμα ή το στιχουργικό εύρημα για να κάνει την έκπληξη. Ό,τι γράφει είναι απλά κατάθεση ψυχής και καθρεφτίζουν την δική του ωριμότητα με τις καλές και δύσκολες εμπειρίες στην ζωή, και παράλληλα την κρυμμένη αθωότητα που όλοι έχουμε βαθιά στην ψυχή μας. Οι μελωδίες και στίχοι του γεννήθηκαν μαζί, κάτω από περιστάσεις που πέρασε κι από εμπειρίες που έζησε, και ό,τι εκφράζει είναι αποφθέγματα της ζωής του. Δεν γράφτηκαν επί τούτου για να γίνει ένα cd. Οι στίχοι του θυμίζουν άγρια φύση, την οποία απλά φωτογραφίζεις χωρίς να παρεμβαίνεις στην αρμονία της!»

Η ενορχήστρωση και οι ηχογραφήσεις έγιναν σε γερμανικό studio;

«Οι ενορχηστρώσεις καθώς και ό,τι αφορά το studio ηχογράφησης του cd έγιναν στην Αθήνα, σε συνεργασία με έναν μοναδικό συνεργάτη, τον Δημήτρη Ντελή, ο οποίος είναι πραγματικά αυθεντία στο είδος του ως μουσικός, ως ενορχηστρωτής και ως προγραμματιστής. Του δίναμε τα τραγούδια σε πρωτόγονη μορφή, δηλαδή κιθάρα – φωνή, κι αυτός τους έδινε πνοή και ζωή με τις αισθητικές παρεμβάσεις του. Προηγήθηκε μια πολύμηνη συνεργασία μαζί του μέσω ιντερνέτ, όπου ο Δημήτρης έκανε την προεργασία για κάθε τραγούδι και, όταν μας έδωσε το σύνθημα, κατεβήκαμε για μια εβδομάδα στην Αθήνα να ηχογραφήσουμε».

Αλέξανδρε, έχεις σκοπό να δημιουργήσεις κάτι και στην μητρική σου γλώσσα, την γερμανική;

«Αυτός ήταν ένας πρωταρχικός μου στόχος απ’ την ημέρα που πάτησα μόνιμα το πόδι μου στην Γερμανία: να κάνω μια παραγωγή στην γερμανική μητρική μου γλώσσα. Αυτό όμως απαιτούσε πολλή εξάσκηση και να μάθω να την εκφράζω τραγουδώντας, κάτι που δεν είχα κάνει ποτέ. Κατά την διάρκεια της συνεργασίας μου με τον Άρη διαπίστωσα ότι, πέρα απ’ τον ελληνικό στίχο του, κατέχει καλά και την γερμανική γλώσσα κι είχε την ικανότητα να γεφυρώσει τις δυο όχθες που έψαχνα να ενώσω. Δηλαδή, την ελληνική μου κουλτούρα με την γερμανική. Έτσι, με δική μου προτροπή δέχτηκε να πειραματιστεί και να μου γράψει τραγούδια σε γερμανικό στίχο, κάτι που είχε εν τέλει πολύ καλό αποτέλεσμα. Τώρα, χάρη στη βοήθειά του, βρίσκομαι πολύ κοντά στον στόχο μου. Έχουμε ήδη δουλέψει γνωστά τραγούδια του Κώστα Χατζή πάνω σε γερμανικό στίχο, με στόχο να περάσουμε τα ίδια μηνύματα και στην γερμανική κουλτούρα». 

Σκοπεύεις να παρουσιάσεις την νέα σου δουλειά στην Ελλάδα;

«Έχουμε σκοπό να κάνουμε δύο παρουσιάσεις του δίσκου σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη προσεχώς».

Στον δίσκο υπάρχει φιλική συμμετοχή του σπουδαίου Κώστα Χατζή, πατέρας αλλά και δάσκαλος για σένα. Και επειδή γνωρίζω πόσο τον αγαπάς και σ’ αγαπάει, αναρωτιέμαι πώς προέκυψε αυτή η συμμετοχή. Ποιος το ζήτησε από ποιον;

«Το ομώνυμο τραγούδι του δίσκου σκεφτήκαμε να προτείνουμε να το ερμηνεύσει ο Κώστας Χατζής, ο οποίος είναι ένας αντιπροσωπευτικός ερμηνευτής της ειρήνης και της αγάπης και θα προσέδιδε την βαρύτητα που θέλαμε όχι μόνο στο συγκεκριμένο τραγούδι αλλά και σ’ όλο το CD εννοείται. Ήμασταν πολύ ευτυχείς όταν δέχτηκε να το πει με το που το άκουσε. Και δεν μας έκανε χάρη».

Το αντιπολεμικό και κοινωνικό τραγούδι που υπηρέτησε, και μάλιστα σε δύσκολες εποχές, ο Κώστας Χατζής σε έχει επηρεάσει;

«Το αντιπολεμικό, το κοινωνικό και το ερωτικό τραγούδι τα υπηρέτησε και στην ζωή του, όχι μόνο επί σκηνής, ο πατέρας μου Κώστας Χατζής. Ο τρόπος του επηρεάζει και χαρακτηρίζει το κάθε μου κύτταρο και την κάθε μου επιλογή που κάνω στην μουσική και στην ζωή».

Ένα κομμάτι της καριέρας σου το αφιερώνεις πάντα στην τσιγγάνικη κουλτούρα που αντιπροσωπεύεις επάξια. Βρήκες πρόσφορο έδαφος γι’ αυτό στην μαμά-πατρίδα που μετακόμισες;

«Οι Γερμανοί και γενικότερα οι Ευρωπαίοι αγαπούν πολύ το τσιγγάνικο ταπεραμέντο και γι’ αυτό σχεδόν σε κάθε μεγάλη πόλη υπάρχουν πολλά οργανωμένα φεστιβάλ αλλά και μεμονωμένες συναυλίες με ΡΟΜΑ καλλιτέχνες που έρχονται από όλη την Ευρώπη. Ειδικά οι πωλήσεις CD με τσιγγάνικο jazz, flamenco, είναι στα πρώτα νούμερα πωλήσεων. Έτσι και το δικό μου cd με τα τσιγγάνικα τραγούδια έχει γίνει πολύ αγαπητό από τους Γερμανούς. Πάντα συμμετέχω σε τέτοια φεστιβάλ και απολαμβάνω την θερμή αντίδραση του κόσμου. Μάλιστα, ο οργανισμός της Διεθνούς Αμνηστίας με επέλεξε ως αντιπροσωπευτικό Έλληνα τσιγγάνο καλλιτέχνη για να συμμετάσχω σε μια μουσική παραγωγή που έκανε για τα ανθρώπινα δικαιώματα των ΡΟΜΑ».

Πες μου κάποιο καλλιτεχνικό όνειρό σου που ακόμη δεν έχει πραγματοποιηθεί…

«Πράγματι το όνειρό μου είναι πολύ κοντά στο να υλοποιηθεί και χαίρομαι που έχει πραγματοποιηθεί κατά το ήμισυ και αφορά την επόμενη μουσική παραγωγή που θα απευθύνεται στο γερμανικό κοινό σε μουσικές δικές μου, του Άρη Φωτιάδη, του Κώστα Χατζή αλλά κι από συνθέτες που έγραψαν για μένα στο παρελθόν. Εξάλλου, έχω εντάξει στο CD κι ένα γερμανικό τραγούδι, το “Du bist so gut”, σε μουσική και στίχο του Άρη Φωτιάδη ως ένδειξη του τι έπεται».

Διαβάστε επίσης