Καθημερινή ενημέρωση

Γνωμοδότηση καταπέλτης: Δεν μεταβιβάζουν τις μετοχές τους

Πριν ακόμη καθαρογραφεί το βούλευμα για την παραπομπή σε δίκη των 28 παραγόντων του ποδοσφαίρου που η «Α» είχε δημοσιοποιήσει το διατακτικό της κατ’ αποκλειστικότητα, ο υπουργός Αθλητισμού Γιώργος Βασιλειάδης είχε σπεύσει να δηλώσει on camera ότι οι εμπλεκόμενοι ιδιοκτήτες των ΠΑΕ (Ολυμπιακός, Ατρόμητος, Λεβαδειακός) πρέπει εντός 15 ημερών από την επίδοση του βουλεύματος να μεταβιβάσουν τις μετοχές τους.

Ο πρώην υφυπουργός Αθλητισμού Παύλος Γερουλάνος

Η «Α» ευθύς εξ αρχής είχε εκφράσει την άποψη ότι, ακόμη και μία μετοχή να είχαν στην κατοχή τους οι εμπλεκόμενοι, καμία διάταξη δεν υπάρχει η οποία να επιβάλλει την μεταβίβασή της. Νομικά προβλέπεται βεβαίως ότι δεν μπορούν οι κατηγορούμενοι να ασκούν πράξεις διοίκησης, ωστόσο τους επιτρέπεται να παραμένουν μέτοχοι καθώς οι μετοχικοί τίτλοι αποτελούν περιουσία η οποία προστατεύεται από το Σύνταγμα. Ακόμη και στον νόμο Γερουλάνου το 2012, όπου ο τότε υπουργός στον νόμο για την καταπολέμηση της βίας είχε αφαιρέσει τις προβλέψεις των μετοχικών ποσοστών διαμορφώνοντας το σχετικό εδάφιο ώστε να συμπεριλαμβάνεται και ο «οποιοσδήποτε μέτοχος», δεν καταργεί την ιδιότητα του μετόχου. Την ίδια άποψη είχε εκφράσει και ο τότε εισηγητής της πλειοψηφίας βουλευτής Εμενίδης.

 

Ο βουλευτής Σάββας Εμενίδης

Υπό το πρίσμα όλων των παραπάνω, για να τεκμηριώσουμε την έρευνά μας, η «Α» ερεύνησε τις ισχύουσες διατάξεις καθώς και τις αιτιολογικές εκθέσεις που κάθε υπουργός καταθέτει σε αντίστοιχες περιπτώσεις. Κοινός τόπος της έρευνάς μας ήταν ότι αυτά που ισχυρίστηκε ο υπουργός Βασιλειάδης αποτελούν στην καθομιλουμένη μία τεράστια γκάφα. Όμως η «Α» δεν στάθηκε εκεί. Ζήτησε την γνώμη για το θέμα του δικηγόρου Αθηνών Δημήτρη Μπαλασόπουλου, ο οποίος ήταν μέλος της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής που συνέταξε τον νόμο 2725 του 1999. Πρόκειται για τον περίφημο νόμο Φούρα, που αποτελεί διαχρονικά την βάση όλων των νομοθετικών προβλέψεων που αφορούν τον αθλητισμό.

 

Ο δικηγόρος Δημήτρης Μπαλασόπουλος

Η γνώμη του έγκριτου νομικού, την οποία σήμερα παραθέτει αυτούσια η «Α», είναι καταπέλτης. Και εδώ ξαναγεννάται το ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν ο υπουργός Αθλητισμού Γ. Βασιλειάδης να εκτεθεί τόσο νομικά όσο και πολιτικά από τις εν θερμώ δηλώσεις του;

Μια εκδοχή θα ήταν ότι παρασύρθηκε από ερμηνείες που έδωσαν άνθρωποι του περιβάλλοντός του, κομπορρημονούντες τους νομικούς χωρίς φυσικά να είναι. Μια δεύτερη εκδοχή είναι ότι μπορεί να παρασύρθηκε από το πολιτικό κλίμα που θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ να έχει κηρύξει ανένδοτο κατά του επιχειρηματία και προέδρου του Ολυμπιακού Βαγγέλη Μαρινάκη.

 

Ο υφυπουργός Αθλητισμού Γιώργος Βασιλειάδης

Είναι κρίμα ωστόσο για έναν νέο πολιτικό, όπως είναι ο Γιώργος Βασιλειάδης, να υποπίπτει σε τέτοια σφάλματα, όταν μάλιστα του έχει «πιστωθεί» η γκάφα με τον διορισμό Γκαγκάτση στην Super League.

Γνωμοδότηση

Η γνωμοδότηση του δικηγόρου Δημήτρη Μπαλασόπουλου έχει ως εξής:

«Με βάση δημοσιεύματα, ότι εκδόθηκε βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο παραπέμπονται  σε δίκη στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων για συγκεκριμένα κακουργήματα, παράγοντες  του ποδοσφαίρου, οι οποίοι πλέον των άλλων  έχουν και την ιδιότητα του μετόχου σε Ποδοσφαιρικές  Ανώνυμες Εταιρείες,  (ΠΑΕ) ο  Υφυπουργός  Αθλητισμού κ. Βασιλειάδης δήλωσε στις 7-11-2017 επί λέξει τα εξής:

“Έμαθα κι εγώ τις πληροφορίες μέσω δημοσιευμάτων για το ζήτημα της παραπομπής 27 παραγόντων του ποδοσφαίρου σε δίκη για σύσταση συμμορίας και αλλοίωση αποτελεσμάτων. Περιμένω κι εγώ να δω το βούλευμα και αντίστοιχα να πράξουμε τα δέοντα. Εφόσον τα αναγραφόμενα στο δημοσίευμα ισχύουν, τότε μέσα στις επόμενες 15 ημέρες θα πρέπει οι κατηγορούμενοι, αυτοί που έχουν παραπεμφθεί με βούλευμα στο ακροατήριο, να σταματήσουν την ενασχόληση με τον αθλητισμό και εφόσον μιλάμε για ποδοσφαιρικές ανώνυμες εταιρείες, να μεταβιβάσουν και το μετοχικό τους μερίδιο. Και εφόσον αυτό δεν γίνει μέσα στις επόμενες 15 μέρες, μπορεί να γίνει με διαπιστωτική πράξη του Γενικού Γραμματέα Αθλητισμού, δηλαδή δική μας κρατική παρέμβαση, με βάσει τον αθλητικό νόμο 2725 όπως ισχύει και όπως ισχύει και στο καταστατικό της ΕΠΟ πλέον. Περιμένουμε να δούμε, δεν μιλάμε ακόμη με σιγουριά και με βεβαιότητα, αλλά εφόσον αυτό ισχύει, τότε τα επόμενα βήματα είναι αυτά που σας περιέγραψα”.

Όσον αφορά την  πρώτη άποψη, ότι οι κατηγορούμενοι, που παραπέμπονται με τελεσίδικο βούλευμα κατηγορούμενοι για διάπραξη κακουργημάτων, πρέπει να σταματήσουν την ενασχόληση με τον αθλητισμό είναι απολύτως σωστή και δεν υπάρχει ουδεμία αντίρρηση επ’ αυτής, καθόσον το ισχύον νομικό καθεστώς (άρθρο 3 του Ν.2725/1999) είναι απόλυτα ξεκάθαρο.

Η  δεύτερη άποψη όμως ότι πρέπει επιπλέον τα ίδια προαναφερόμενα πρόσωπα, εφόσον έχουν και την ιδιότητα του μετόχου σε  ΠΑΕ, να μεταβιβάσουν το μετοχικό τους μερίδιο, ( στην ουσία να πωλήσουν τις μετοχές τους)  είναι λανθασμένη και δεν έχει  νομική βάση σε κανένα άρθρο του Ν. 2725/1999. Είναι απλώς ερμηνεία αυτού και μάλιστα λανθασμένη.

Κατ’ αρχήν, το άρθρο 3 του Ν.2725/1999, εννοιολογικά αφορά κατά κύριο την δυνατότητα επέμβασης της Πολιτείας στον ερασιτεχνικό αθλητισμό, στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες πρόσωπα που εδιώκοντο για σοβαρά αδικήματα, δεν έπρεπε να έχουν  την δυνατότητα ενασχόλησης με τον αθλητισμό μέχρι να εκκαθαρισθεί η οποιαδήποτε εμπλοκή τους με την δικαιοσύνη. Η “ποινή “ που οριζόταν αναφέρεται ρητά στην παράγραφο1 του άρθρου 3. Ορίζει δε συγκεκριμένα ότι “Δεν μπορεί να είναι μέλος αθλητικού σωματείου ή μέλος των οργάνων διοίκησης των οργάνων του σωματείου, ένωσης, ομοσπονδίας,  επαγγελματικού συνδέσμου ή αθλητικής ανώνυμης εταιρείας ή ειδικός συνεργάτης αυτών , ούτε μπορεί να αναλάβει με οποιοδήποτε τρόπο ή απόφαση των ανωτέρω φορέων οποιαδήποτε αρμοδιότητα ή έργο  ιδίως σχετικά με την εκπροσώπηση, διοίκηση ή διαχείριση του φορέα”.

Στην παράγραφο 7 του ιδίου άρθρου ορίζεται συγκεκριμένα η διαδικασία έκπτωσης των συγκεκριμένων προσώπων, δηλ. πρώτα σε προθεσμία 15 υπόχρεο είναι το διοικητικό συμβούλιο του οικείου φορέα και σε περίπτωση απράκτου της προθεσμίας, μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα αρμόδιος καθίσταται ο Γενικός Γραμματέας Αθλητισμού, ο οποίος εκδίδει την διαπιστωτική πράξη έκπτωσης.

Άρα με βάση την γραμματολογική ερμηνεία του νόμου, πρώτον ένας μέτοχος μιας ΠΑΕ, εφόσον συντρέχει στο πρόσωπό του κώλυμα δεν μπορεί να είναι μέλος οργάνων διοίκησης αυτής, και δεύτερον ο  Γενικός Γραμματέας Αθλητισμού,  η  δυνατότητα που  έχει είναι να διατάξει μόνο την έκπτωση του προσώπου αυτού και τίποτα άλλο.

Το πρόβλημα που έχει προκύψει αφορά το άρθρο 19 του Ν.4049/2012, που προσέθεσε εδάφια στο άρθρο 3 του Ν.2725/1999, με βάση τα οποία επεκτείνονταν τα κωλύματα και στους μετόχους των αθλητικών ανωνύμων εταιρειών. Σε περίπτωση δε ύπαρξης αυτών, αρμόδια επί της ουσίας καθίστατο η Επιτροπή Επαγγελματικού Αθλητισμού, η οποία έχει πλέον το δικαίωμα να μην χορηγήσει ή να ανακαλέσει το πιστοποιητικό συμμετοχής στα επαγγελματικά πρωταθλήματα. Πριν προχωρήσω στην ανάλυση της συγκεκριμένης διάταξης, είναι αναγκαίο να γίνει η εξής παρατήρηση: Νομοτεχνικά εκ του αποτελέσματος η ενσωμάτωση της συγκεκριμένης διάταξης στο  άρθρο  3 του νόμου είναι λανθασμένη, αφού δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα θέλει να  επιλύσει, αφού σε περίπτωση ύπαρξης κωλύματος στο πρόσωπο μετόχου αθλητικής ανώνυμης εταιρείας,  εμπλέκονται στην έκδοση  της σχετικής απόφασης τόσο ο Γενικός Γραμματέας Αθλητισμού όσο και η Επιτροπή Επαγγελματικού Αθλητισμού, χωρίς να υπάρχει πρόβλεψη αν η έκδοση της απόφασης από το ένα όργανο αποκλείει και την παράλληλη έκδοση όμοιας σχετικής από το άλλο όργανο της διοίκησης. Προτιμότερο θα ήταν  η συγκεκριμένη διάταξη να ενσωματωθεί στο άρθρο που αφορά την Επιτροπή Επαγγελματικού Αθλητισμού, προβλέποντας ρητά την αποκλειστική αρμοδιότητά της στην σχετική περίπτωση.

Στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4049/2012, ειδικά για το άρθρο 19  αυτού, που αφορά την συγκεκριμένη διάταξη ρητά αναφέρονται τα εξής: “Με τις παρούσες ρυθμίσεις επιβεβαιώνεται ότι η αυστηρότητα των όρων και των προϋποθέσεων για την απόκτηση μετοχών  ΑΑΕ, πέραν και ανεξαρτήτως οικονομικών κριτηρίων, είναι απολύτως επιβεβλημένη. Με απώτερο στόχο την περιφρούρηση του επαγγελματικού αθλητισμού, την κάθαρση και την αναβάθμιση του, με την προτεινόμενη ρύθμιση, με την οποία ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΚΑΤ΄ΟΥΣΙΑΝ, ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ 1 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 3 ΤΟΥ Ν.2725/1999, Η ΗΔΗ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΗ ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΕΔΑΦΙΟΥ Γ΄ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ 1 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 69Α ΤΟΥ Ν.2725/1999.  Επιβεβαιώνεται  ρητά ότι είναι άμεση η αναγκαιότητα να ισχύουν και ως προς τους μετόχους των ΑΑΕ, οι περιορισμοί και τα κωλύματα που ισχύουν για τα μέλη της διοίκησης των αθλητικών φορέων. Στο πλαίσιο αυτό, κρίνεται απολύτως  απαραίτητη η θέσπιση της προτεινόμενης ρύθμισης, με την οποία ορίζεται ρητά  ότι η συνέπεια για μια ΑΑΕ, όταν διαπιστωθεί από την Επιτροπή Επαγγελματικού Αθλητισμού, ότι μέτοχός της φέρει στο πρόσωπό του τα κωλύματα αυτά, είναι η μη χορήγηση προς αυτή του πιστοποιητικού συμμετοχής της παραγράφου 3 του άρθρου 77Α του Ν. 2725/1999”.

Επιπλέον, κατά τη συζήτηση του σχετικού νομοσχεδίου στην Ολομέλεια της Βουλής, οι μόνες  αναφορές που έγιναν για την προαναφερόμενη διάταξη ήσαν αυτές του εισηγητή τής τότε πλειοψηφίας, ο οποίος ανέφερε: “Με τα άρθρα 18 και 19 αυστηροποιούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις για την απόκτηση μετοχών και την άσκηση διοίκησης σε μια ΠΑΕ και ενισχύεται η διαφάνεια. Εδώ μπαίνει πλέον θέμα του ότι η πολιτεία διασφαλίζει το δημόσιο συμφέρον” και του τότε Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού κ. Π. Γερουλάνου, ο οποίος ανέφερε: “Για το άρθρο 19 θα επαναλάβω για άλλη μια φορά ότι πρόθεσή μας είναι από την μια μεριά να προστατεύσουμε την πολιτεία από επιτήδειους  που αγοράζουν τις ομάδες, οι οποίοι δεν πληρώνουν τους φόρους τους είτε δεν πληρώνουν τις ασφαλιστικές τους εισφορές είτε έχουν ποινικό μητρώο είτε οτιδήποτε άλλο. Αυτή την προστασία την αναλαμβάνει και την κρατά η πολιτεία ό,τι και αν ζητά ο οποιοσδήποτε άλλος” (Πρακτικά Συνεδρίασης Ολομέλειας της Βουλής της 15-2-2012).

Συνεπώς, το πνεύμα του νομοθέτη ήταν σαφώς η επιδίωξή του στο να έχει την δυνατότητα η Πολιτεία να επιδιώξει την απαγόρευση ενασχόλησης με τον αθλητισμού σε  πρόσωπα που, έχοντας την ιδιότητα μετόχου ΑΑΕ, βαρύνονται με αδικήματα κακουργηματικού χαρακτήρα και παραπέμπονται με τελεσίδικα βουλεύματα στο ακροατήριο των αρμοδίων δικαστηρίων. Από πουθενά δεν προκύπτει βούλησή του, ότι  για τέτοιου είδους καταστάσεις θα επιβάλλεται  και η υποχρέωση πώλησης των μετοχών  από το κατηγορούμενο πρόσωπο. Μια τέτοια διάταξη θα ήταν εξόχως προβληματική και αντιβαίνουσα σε βασικές συνταγματικές ρυθμίσεις προστασίας ατομικών δικαιωμάτων, ιδιαίτερα αυτού της ιδιοκτησίας, η οποία είναι προστατευόμενο ατομικό δικαίωμα (Άρθρο 17 Συντάγματος).  Άλλωστε, αν ο νομοθέτης ήθελε να προβεί σε μια τέτοια ρύθμιση, όφειλε να προβλέψει και να εξειδικεύσει την περίπτωση κατά την οποία το κατηγορούμενο πρόσωπο θα  αθωωνόταν  από τα αρμόδια δικαστήρια, κάτι που στον υπάρχοντα και ισχύοντα Ν.2725/1999 δεν υπάρχει.

Οποιοσδήποτε συσχετισμός με το άρθρο 69Α΄ του Ν.2725/1999 είναι αβάσιμος και δεν έχει καμία σχέση με την υπάρχουσα κατάσταση. Στο συγκεκριμένο άρθρο γίνεται μεν ρητή αναφορά ότι για την έγκριση μεταβίβασης μετοχών  ΑΑΕ σε ποσοστό άνω του 10% του μετοχικού κεφαλαίου αυτής απαιτείται άδεια της Επιτροπής Επαγγελματικού Αθλητισμού εφόσον ο αποκτών προσκομίσει μεταξύ άλλων “αντίγραφο ποινικού μητρώου του ιδίου  από το οποίο να προκύπτει ότι στο πρόσωπο του δεν συντρέχουν τα κωλύματα των εδαφίων β΄ και γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του παρόντος”.  Η διάταξη αυτή δηλαδή εφαρμόζεται  στην περίπτωση κατά την οποία πρόκειται να υπάρξει μεταβίβαση μετοχών, και αποτελεί μια προληπτική ενέργεια της Πολιτείας, με σκοπό να μην επιτρέψει και να αποτρέψει την είσοδο προσώπων στον αθλητισμό, που ήδη βαρύνονται με πράξεις ιδιαίτερης απαξίας και έχουν δημοσιοποιηθεί. Δεν μπορεί όμως να εφαρμοσθεί στην παρούσα υπόθεση κατά την οποία ένα πρόσωπο απέκτησε νόμιμα μετοχές σε μια ΑΑΕ, έλαβε την έγκριση της Επιτροπής Επαγγελματικού Αθλητισμού και στην συνέχεια κατηγορείται για κακουργηματικού χαρακτήρα παραβάσεις. Τυχόν αναλογική εφαρμογή του συγκεκριμένου άρθρου είναι προφανές ότι οδηγεί σε βίαιη στέρηση της περιουσίας του, ισχυούσης πάντοτε και της αίρεσης , ως προς το ποιά θα είναι η τύχη αυτής στην περίπτωση που αυτός αθωωθεί στο μέλλον.

Ολοκληρώνοντας  τις σκέψεις μου, πιστεύω ότι άμεση  και μόνη εφαρμογή  της σχετικής νομοθεσίας είναι η αποχώρηση του κατηγορουμένου με κακουργήματα προσώπου, από την εν γένει συμμετοχή στις αθλητικές διαδικασίες είτε οικεία βουλήσει είτε σε περίπτωση αρνήσεώς του από τα αρμόδια όργανα τα οποία κατά σειρά είναι το Διοικητικό Συμβούλιο της ΑΑΕ, το Διοικητικό Συμβούλιο της διοργανώτριας αρχής του επαγγελματικού ποδοσφαίρου, το Διοικητικό Συμβούλιο της οικείας αθλητικής Ομοσπονδίας και τέλος της Επιτροπής  Επαγγελματικού Αθλητισμού, αποκλειομένου του Γενικού Γραμματέα Αθλητισμού, για τον λόγο ότι αν αποφασίσει πρώτη η Επαγγελματικού Αθλητισμού και ουσιαστικά απαγορεύσει την συμμετοχή της ΑΑΕ στο επαγγελματικό πρωτάθλημα, τότε παρέλκει η έκδοση πράξης από αυτόν. Αν ίσχυε το αντίθετο, δηλ. επιλαμβάνετο πρώτος ο Γενικός Γραμματέας Αθλητισμού και εξέδιδε την διαπιστωτική πράξη έκπτωσης τότε θα ήταν άνευ αντικείμενου η έκδοση σχετικής απόφασης (ανάκληση πιστοποιητικού συμμετοχής) από την Επιτροπή Επαγγελματικού Αθλητισμού, αφού θα είχε ήδη αποκατασταθεί η νομιμότητα, με απόφαση οργάνου της Διοίκησης.

Τέλος, καλό θα ήταν τα αρμόδια πολιτικά πρόσωπα να είναι φειδωλά  στις δηλώσεις τους, γιατί περισσότερα προβλήματα δημιουργούν με τις υποκειμενικές ερμηνείες του νόμου παρά επιλύουν προβλήματα σε δημιουργηθείσες καταστάσεις.

Αθήνα, 17 Νοεμβρίου 2017

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΑΘΗΝΩΝ»

Διαβάστε επίσης