Η… διάσωση «έπνιξε» τους Έλληνες

Είναι πλέον αποδεκτό ότι το ελληνικό πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής ήταν ευθύς εξ αρχής σε λάθος κατεύθυνση. Και δεν ήταν μόνο η αργοπορία εκ μέρους της κυβέρνησης Παπανδρέου, αλλά και τα στελέχη της τρόικας ασχολήθηκαν μόνο με τους αριθμούς, δίχως να μπουν στον κόπο να προβλέψουν, ότι το πρόγραμμα ήταν αδύνατο να εφαρμοστεί.

Το λάθος το έχει παραδεχτεί και η Κριστίν Λαγκάρντ, αλλά και στελέχη της Κομισιόν, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει ληφθεί καμία απόφαση για να γίνουν οι απαραίτητες αλλαγές. Εκτός κι εάν η τελευταία απόφαση του Eurogroup είναι μία έμμεση πλην σαφής αναγνώριση του λάθους. Έτσι, με την εκταμίευση της δόσης του Ιουνίου, δίχως αξιολόγηση, η τρόικα και οι δανειστές δίνουν όχι μόνο την ανάσα που έχει ζητήσει επανειλημμένα η χώρα, αλλά το σημαντικότερο ανοίγει τοn δρόμο για χαλάρωση του προγράμματος.

Αυτό, όπως αναφέρουν πηγές της Κομισιόν, είναι και το νόημα της μελέτης της γνωστής δεξαμενής σκέψης των Βρυξελλών, της Bruegel. Στην εν λόγω δεξαμενή σκέψης μετέχουν οικονομολόγοι, καθηγητές και δημοσιογράφοι, που έχουν σχέση με την Κομισιόν. Η μελέτη, λοιπόν, του πασίγνωστου think tank, η οποία δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα, τονίζει πως όχι μόνο το πρόγραμμα δεν ήταν επιτυχημένο, αλλά και το ότι η καθυστερημένη αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους είχε ως αποτέλεσμα μεγαλύτερες ζημιές για τους φορολογούμενους. Το Bruegel καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι πρόωρες εκτιμήσεις της τρόικας σχετικά με την ικανότητα της ελληνικής οικονομίας να προσαρμοστεί, αποδείχθηκαν αισιόδοξες. Αντίθετα, οι παραδοχές της τρόικας στην περίπτωση της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας αποδείχθηκαν πιο ρεαλιστικές και η επιστροφή των χωρών αυτών στις αγορές είναι εφικτή.

Σύμφωνα με το Bruegel, ένα «υπεραπλουστευμένο» συμπέρασμα όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων προσαρμογής είναι ότι το ιρλανδικό πρόγραμμα φαίνεται πετυχημένο, καθώς εκτιμάται ότι η χώρα βρίσκεται στον σωστό δρόμο για να εξέλθει από το τριετές πρόγραμμα και σταδιακά ανακτά την πρόσβασή της στις αγορές, παρ’ ότι υπάρχουν ορισμένοι κίνδυνοι. Όσον αφορά την Πορτογαλία, το Bruegel εκτιμά ότι η επιτυχία του προγράμματος δεν είναι εγγυημένη, καθώς η οικονομία της χώρας παραμένει διαρθρωτικά αδύναμη και ευάλωτη. Όσον αφορά, όμως, το ελληνικό πρόγραμμα, το Bruegel θεωρεί ότι ήταν αποτυχημένο.

Η αναδιάρθρωση

Ειδικότερα όσον αφορά την Ελλάδα, το Bruegel εκτιμά ότι η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους θα ήταν προτιμότερο να είχε γίνει νωρίτερα και προσθέτει ότι η καθυστερημένη αναδιάρθρωση είχε ως αποτέλεσμα μεγαλύτερες ζημιές για τους φορολογούμενους. Παράλληλα, αφήνει να εννοηθεί ότι ο επίσημος τομέας θα πρέπει να αναγνωρίσει ότι η Ελλάδα δεν δύναται να αποπληρώσει το χρέος της. Η μελέτη του Bruegel επισημαίνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε εντελώς διαφορετική πορεία από αυτήν της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας για τρεις λόγους: Πρώτον, οι αρχικές συνθήκες ήταν ιδιαίτερα δυσμενείς για την Ελλάδα. Δεύτερον, το ελληνικό διοικητικό και πολιτικό σύστημα είναι πολύ πιο αδύναμο σε σχέση με αυτό των δύο άλλων χωρών. Τρίτον, η Ελλάδα ήταν η πρώτη χώρα που ζήτησε οικονομική βοήθεια, όταν η Eυρωζώνη ήταν εντελώς απροετοίμαστη για μια τέτοια κρίση.

Σε γενικές γραμμές, το Bruegel τονίζει ότι τα προγράμματα της τρόικας πέτυχαν σε ορισμένους τομείς και ταυτόχρονα απέτυχαν στους περισσότερους. Για παράδειγμα, αναφέρει ότι η ταχύτερη από το αναμενόμενο συρρίκνωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων θα μπορούσε να θεωρηθεί επιτυχία, ενώ αποτυχία είναι η βαθύτερη από το αναμενόμενο ύφεση και η υψηλή ανεργία. Ειδικότερα για την ανεργία στην Ελλάδα και την Πορτογαλία, το Bruegel σημειώνει ότι δεν ευθύνονται μόνο τα μέτρα λιτότητας, αλλά και η δυσλειτουργία της αγοράς εργασίας στις χώρες αυτές.
Εξάλλου, οι συντάκτες της έκθεσης, οι οικονομολόγοι Ζαν Πιζανί Φερί, Αντρέ Σαπίρ και Γκούντραμ Βουλφ, επισημαίνουν ότι για την αντιμετώπιση της κρίσης, η συνεργασία της Ε.Ε. και του ΔΝΤ αρχικά ήταν αναπόφευκτη και αναγκαία, κυρίως λόγω της έλλειψης τεχνογνωσίας και εμπειρίας της Ε.Ε., καθώς και έλλειψης εμπιστοσύνης προς τα ευρωπαϊκά όργανα να δράσουν μόνα τους. Ωστόσο, εκτιμούν ότι στο μέλλον η συμμετοχή του ΔΝΤ σε προγράμματα οικονομικής βοήθειας θα πρέπει να περιοριστεί στο 10% της συνολικής βοήθειας, όπως έγινε στην περίπτωση της Κύπρου.

Προτάσεις

Ειδικότερα, όσον αφορά την τρόικα, οι συντάκτες της έκθεσης προτείνουν τα εξής:
•    Πρώτον, ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα πρέπει να μετατραπεί σε ένα είδος «Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου», ούτως ώστε να αποφευχθεί ο διττός ρόλος της ως αντιπρόσωπου του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας και του Eurogroup από τη μία και ως Κοινοτικού Οργανισμού από την άλλη.
•    Δεύτερον, ο ρόλος της ΕΚΤ στην τρόικα θα πρέπει να είναι όσο το δυνατό πιο διακριτικός, ώστε να αποφευχθούν συγκρούσεις συμφερόντων. Η ΕΚΤ θα πρέπει να έχει πρόσβαση σε πληροφορίες και να εκφράζει τις ανησυχίες της όταν χρειάζεται, αλλά δεν χρειάζεται να έχει πλήρη διαπραγματευτική ισχύ.
•    Τρίτον, η συμμετοχή του ΔΝΤ στα προγράμματα χωρών της Eυρωζώνης θα πρέπει να συνεχιστεί έως ότου συσταθεί ένα Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο και έως ότου η Eυρωζώνη γίνει μέλος του ΔΝΤ. Έως τότε, το ΔΝΤ πρέπει να είναι «καταλυτικός δανειστής», υπό την έννοια της συμμετοχής με ένα ελάχιστο ποσοστό στη χρηματοδότηση των προγραμμάτων διάσωσης και ταυτόχρονα της παροχής τεχνικής βοήθειας τόσο στο ενδιαφερόμενο κράτος όσο και στην Ε.Ε. Στην περίπτωση αυτή, διατηρεί επίσης ακέραια τη δυνατότητα να αποχωρήσει σε περίπτωση διαφωνίας. Συγκεκριμένα προτείνεται η συμμετοχή του ΔΝΤ να περιοριστεί στο 10% της συνολικής χρηματοδότησης.
Τέλος, το Bruegel σημειώνει ότι στη μελέτη του δεν έλαβε υπόψη τις μεταβολές στο εισόδημα και στον πλούτο των χωρών που βρίσκονται σε πρόγραμμα, ούτε τις κοινωνικές επιπτώσεις λόγω της μεγάλης αύξησης της ανεργίας και της ανεργίας των νέων στις χώρες του μνημονίου.

Πάμε για διάλυση

Η έκθεση των οικονομολόγων της δεξαμενής σκέψης επί της ουσίας με τις προτάσεις τους προβλέπει το μέλλον της τρόικας. Δηλαδή, αυτό που αναφέρουν όλο και περισσότερες πηγές: ότι λίαν συντόμως, ίσως και τον επόμενο Οκτώβριο, η Ε.Ε. και η ΕΚΤ να συνεχίσουν μόνες τους στον Μηχανισμό Στήριξης και να οδηγηθούμε σε ένα ευρωπαϊκό νομισματικό ταμείο, μόνο για περιπτώσεις για χώρες της Ευρωζώνης.  Εξάλλου, το χάσμα μεταξύ του ΔΝΤ και της Κομισιόν, αντί να μειώνεται, διαρκώς διευρύνεται.

Του Αλέξανδρου Μιχαήλ

Διαβάστε επίσης