Να γίνουμε εμείς οι επενδυτές

Την Τετάρτη το πρωί απογειώθηκε από την Αθήνα το αεροπλάνο που μετέφερε τον Αντώνη Σαμαρά και την πολυμελή ελληνική αποστολή στο Πεκίνο. Το ταξίδι τελειώνει αύριο και στις ημέρες που μεσολάβησαν ο έντυπος και ηλεκτρονικός Τύπος αφιέρωσαν εκτενή ρεπορτάζ για τα αποτελέσματα της γαλανόλευκης απόβασης στη χώρα του «Κίτρινου Δράκου».

Μπορεί το Μέγαρο Μαξίμου να κράτησε χαμηλούς τόνους, ωστόσο ουδείς αρνείται τις μεγάλες προσδοκίες που υπήρχαν στην κυβέρνηση, η οποία πόνταρε (και ποντάρει) πολλά στην αναζωογόνηση της οικονομίας από τις όποιες επενδυτικές συμφωνίες επιτευχθούν με τους Σίνες. Το ρεπορτάζ λέει ότι η ελληνική επιχειρηματική αποστολή που απαρτίζεται από 87 επιχειρήσεις και φορείς βασικών κλάδων της οικονομίας μας (ναυτιλία, τράπεζες, τουρισμός και real estate, αγροτικά προϊόντα-τρόφιμα, τεχνολογία, δομικά υλικά και εξαγωγική μεταποίηση) συνομίλησε με 257 εκπροσώπους από περισσότερες από 135 κινεζικές επιχειρήσεις των αντίστοιχων οικονομικών κλάδων.

Εξάλλου, επιβεβαιώθηκε το κινεζικό ενδιαφέρον για την επέκταση της COSCO στον Πειραιά αλλά και η προοπτική κινεζικών επενδύσεων στους σιδηρόδρομους, στο αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος», καθώς και σε περιφερειακά λιμάνια και αεροδρόμια.

Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν το ουσιαστικό ενδιαφέρον των κινεζικών επιχειρήσεων για συνεργασία με ελληνικές επιχειρήσεις. Αρκούν, ωστόσο, αυτά για να μιλήσουμε για επιτυχία; Και αν ναι, πώς μπορεί η Ελλάδα να κεφαλαιοποιήσει τα «ευτυχή» αποτελέσματα αυτού του ταξιδιού; Η απάντηση κρύβεται στην αποστροφή της ομιλίας του Έλληνα πρωθυπουργού στο πλαίσιο του ελληνοκινεζικού επιχειρηματικού φόρουμ. Ότι, δηλαδή, στόχος της Ελλάδας είναι ο διπλασιασμός των εξαγωγών προς την Κίνα έως το 2015.

 

Ευκαιρία…

Αυτή είναι, λοιπόν, η πραγματική ευκαιρία της ελληνικής οικονομίας: να γίνει η ίδια επενδυτής και να αξιοποιήσει τα τεράστια περιθώρια για εξαγωγές. Και επειδή μιλάμε για Κίνα, υπάρχουν κάποια σημαντικά δεδομένα που πρέπει να αξιοποιήσουμε πάση θυσία.

Καταρχήν τα καταναλωτικά πρότυπα των Κινέζων έχουν δυτικοποιηθεί και η σημερινή αστική τάξη της αχανούς χώρας ξεπερνά τα 100 εκατομμύρια ανθρώπους. Αυτός ο πληθυσμός αποτελεί μια τεράστια δεξαμενή υποψήφιων καταναλωτών προϊόντων δυτικής παραγωγής, κομμάτι της οποίας μπορεί να «ψαρέψει» η Ελλάδα. Από την άλλη πλευρά, οι Κινέζοι θεωρούνται από τους καλύτερους «αντιγραφείς τεχνογνωσίας». Όπερ μεθερμηνευόμενον, η Ελλάδα μπορεί να εξάγει στην Κίνα όχι μόνο κρασί, λάδι, μάρμαρο, αλλά να «πουλήσει» και τεχνογνωσία σε τομείς όπως λ.χ. η γεωργία ή τα φάρμακα.

Υπάρχει, εξάλλου, και ένα τρίτο στοιχείο που μπορεί να αποτελέσει συγκριτικό πλεονέκτημα για τις ελληνικές εξαγωγές στην Κίνα. Οι Σίνες εκτιμούν την Ελλάδα, υποκλίνονται στη βαριά πολιτιστική κληρονομία μας και νιώθουν «συγγενείς εξ αγχιστείας» με έναν λαό που έχει την ίδια μακραίωνη ιστορική διαδρομή με τον δικό τους. Αυτό μπορεί να «ξεκλειδώσει» πολλές επενδυτικές πόρτες σε επίπεδό τουρισμού-πολιτισμού.

Ας το σκεφτούμε, όμως, και αντίστροφα: η ελληνική οικονομία αυτή τη στιγμή δεν πάσχει από έλλειψη προσφοράς, πάσχει από έλλειψη ζήτησης. Προϊόντα και υπηρεσίες υπάρχουν σε αφθονία, αλλά το καταβαραθρωμένο εισόδημα των πολιτών δεν αφήνει περιθώρια για κατανάλωση (άρα, για τόνωση της αγοράς) παρά μόνο για τα απολύτως αναγκαία. Επομένως, μια οικονομία που… σέβεται τον εαυτό της –και τα προβλήματά της– πρέπει να αναζητήσει εκείνες τις εγχώριες και διεθνείς αγορές όπου τα προϊόντα της θα απορροφούνται και το εισόδημα θα γυρνάει πίσω στις τσέπες μας.

Προφανώς τα παραπάνω απαιτούν ένα σχέδιο ανάπτυξης που θα είναι στοχοπροσηλωμένο στην αλλαγή του εθνικού παραγωγικού μοντέλου, ενώ θα απαιτηθεί χρόνος για να αποδώσει και να αποσβεστεί η «επένδυση». Αν, ωστόσο, παράλληλα με τις διεθνείς επαφές, συνεχιστούν οι διαρθρωτικές αλλαγές και καταργηθούν οι γραφειοκρατικές αγκυλώσεις που αποθαρρύνουν τόσο τους επίδοξους ξένους επενδυτές (αλλά και το εγχώριο επιχειρείν), τότε η κοινότυπη ευχή ότι «η Ελλάδα μπορεί να γίνει πύλη επενδύσεων μεταξύ Κίνας και Ευρώπης», μπορεί να επαναδιατυπωθεί το «η Κίνα μπορεί να γίνει πύλη εισόδου της Ελλάδας στην Ασία». Μοιάζει ουτοπιστικό, αλλά δεν αξίζει να κυνηγηθεί αυτό το στοίχημα;

Διαβάστε επίσης