Καθημερινή ενημέρωση

Οριστικό «φρένο» της Ν.Δ. στο αντιρατσιστικό

Οριστικό τέλος στο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης έβαλε η  ΝΔ παρά τις αντιδράσεις ΔΗΜΑΡ – ΠΑΣΟΚ αλλά και τις απειλές του κ. Αντώνη Ρουπακιώτη ότι δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την πρωτοβουλία του. Το ρίξιμο της αυλαίας στο εγχείρημα Ρουπακιώτη έπεσε μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης μέσα σε τέσσερις ημέρες διευρυμένης σύσκεψης που πραγματοποιήθηκε στα γραφεία της ΚΟ της ΝΔ υπό το γενικό της γραμματέα Θανάση Μπούρα, την συμμετοχή του αναπληρωτή υπουργού Δικαιοσύνης Κώστα Καραγκούνη, του αναπληρωτή υπουργού Εσωτερικών Χαράλαμπου Αθανασίου, του Γενικού Γραμματέα της Κυβέρνησης Τάκη Μπαλτάκου, του βουλευτή Επικρατείας και συμβούλου του Πρωθυπουργού Χρύσανθου Λαζαρίδη και των βουλευτών Προκόπη Παυλόπουλου και Τάσου Νεράντζη.

Μετά από εκτενή συζήτηση του αντιρατσιστικού νόμου διαπιστώθηκε πως το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο είναι επαρκές στα θέματα αντιμετώπισης του ρατσισμού, αναφέροντας χαρακτηριστικά το νόμο 927/1979 και το άρθρο 79 παρ.3 του Ποινικού Κώδικα που τιμωρεί με  βαρύτερες ποινές  βιαιοπραγίες και πράξεις που έχουν σχέση με το ρατσισμό και την καλλιέργεια μίσους. Από πλευράς των παραπάνω προσώπων υπογραμμίστηκε πως η ΝΔ δεν θεσπίζει ιδιώνυμο για την ελευθερία έκφρασης, που ουσιαστικά εισάγει το νομοσχέδιο Ρουπακιώτη, αφού η  τυχόν θέσπιση ιδιωνύμου θα αποτελούσε παραβίαση της θεμελιώδους συνταγματικής αρχής της ελευθερίας έκφρασης και λόγου που θα μπορούσε να γενικευτεί κατά πάντων. Αυτό ακόμη που τονίσθηκε έντονα ήταν ότι η ΝΔ δεν λέει «όχι» σε τυχόν βελτιώσεις της κείμενης νομοθεσίας. Αντιθέτως αυτό είναι εφικτό και επιθυμητό. Όμως το σχέδιο νόμου που έχει παρουσιάσει ο υπουργός Δικαιοσύνης εκτιμούν πως θα προσθέσει περισσότερα προβλήματα και δημιουργεί επικίνδυνες  ατραπούς. Κύκλοι της ΝΔ υπενθύμιζαν με νόημα πως η ΝΔ έχει σταθερή θέση από το 2011,όταν τάχθηκε ενάντια στο νομοσχέδιο Παπαϊωάννου που αποτελεί τον κορμό και του νέου σχεδίου νόμου. Επεσήμαιναν μάλιστα πως δεν είναι τυχαίο πως η συντριπτική πλειοψηφία της επιστημονικής κοινότητας έχει εκφράσει την αντίθεσή της με το νομοσχέδιο Ρουπακιώτη και υπογράμμιζαν τις αντιρρήσεις και το σκεπτικισμό που υπάρχει ακόμα  και σε κόμματα που σήμερα στηρίζουν την πρωτοβουλία Ρουπακιώτη.
Ενδεικτικό της επιστημονικής διχογνωμίας σε όλους τους πολιτικούς χώρους είναι και οι αμφιταλαντεύσεις στις τάξεις του ΣΥΡΙΖΑ που με το σκεπτικό, ότι θα μπορέσει να διεμβολίσει την κυβερνητική συνοχή  υπερθεματίζει του σχεδίου νόμου αν και το 2011 το είχε καταψηφίσει με σαφή ιδεολογικό σκεπτικό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα για τις συγκρουόμενες απόψεις εντός του ΣΥΡΙΖΑ είναι και το άρθρο του επίκουρου καθηγητή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο κ. Δημήτρη Καλτσιώνη. που φιλοξενείται στην ιστοσελίδα «iskra.gr» της αριστερής πλατφόρμας του κόμματος. Σε αυτό το άρθρο υπογραμμίζεται πως το υφιστάμενο πλαίσιο που υπάρχει είναι αρκετό, ενώ ο κ.Καλτσιώνης προειδοποιεί ότι το νομοσχέδιο αυτό εγκυμονεί κινδύνους με την ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία της απόφασης πλαίσιο της ΕΕ. Και αυτό επειδή στην προσπάθεια καταπολέμησης «ακραίων ιδεολογιών» ταυτίζει τον φασισμό με τον κομμουνισμό, ενώ περνάει σε επιλογές εν γένει κατά του «ριζοσπαστισμού»!
Σε σκληρή κριτική στον υπουργό Δικαιοσύνης Αντώνη Ρουπακιώτη  προχώρησε κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής και ο αναπληρωτής υπουργός Εσωτερικών Χαράλαμπος Αθανασίου λέγοντας  πως «όταν ο νομοθέτης νομοθετεί πρέπει να έχει μία εποπτεία του δικαίου. Να γνωρίζει,  ποιες ρυθμίσεις έχουν γίνει, τι ισχύει και τι πρέπει να κάνουμε. Το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο εάν το δείτε στο 90% είναι διατάξεις που είναι  ρυθμισμένες στην ελληνική έννομη τάξη, αλλά κανείς δεν έπιασε να τα μαζέψει όλα και να δει ότι αυτά έχουν ρυθμιστεί…». Ο κ.Αθανασίου συμπλήρωσε ακόμη πως η χώρα μας διαθέτει αντιρατσιστικό νομικό πλαίσιο, και πως όταν η Ελλάδα ψήφισε τον 927/79, πολλές ευρωπαϊκές  χώρες είχαν μεσάνυχτα από τις ρυθμίσεις αυτές. «Ήμασταν πολύ πρωτοποριακοί, βεβαίως μπορεί να  γίνουν μερικές παρεμβάσεις αλλά αυτές δεν δικαιολογούν την διάσταση επικοινωνιακού χαρακτήρα που έχει λάβει και εστίασε το πρόβλημα  όχι στην έλλειψη νομοθεσίας αλλά στην εφαρμογή της» κατέληξε ο κ. Αθανασίου.

ΣΩ.ΛΕ

Διαβάστε επίσης