Tα παιδιά του Μάο έγιναν καπιταλιστές

Ο μετασχηματισμός της Κίνας τις τρεις τελευταίες δεκαετίες από μία φτωχή αγροτική οικονομία στη μεγαλύτερη βιομηχανική χώρα του πλανήτη αναμένεται να αποτελέσει ειδικό μάθημα στα πιο σημαντικά οικονομικά πανεπιστήμια. Και φυσικά η αναπτυξιακή δυναμική σε συνδυασμό με τον ιδιότυπο κομμουνιστικό καπιταλισμό προσθέτουν «γαλόνια» στον κινέζικο μύθο.

Με ένα μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 9,9%, η Κίνα ξεπέρασε το 2010 την Ιαπωνία και είναι πλέον η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία μετά την αμερικανική, ενώ αποτελεί και τη μεγαλύτερη εξαγωγική δύναμη στον κόσμο. Η αύξηση της οικονομικής ισχύος της αντανακλάται στη θεαματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών της. Το ποσοστό της απόλυτης φτώχειας μειώθηκε από το 65% στο 10%, καθώς περίπου 500 εκατομμύρια Κινέζοι μετακινήθηκαν σε υψηλότερα εισοδηματικά επίπεδα και δημιουργήθηκε μία νέα μεσαία τάξη με υψηλές δυνατότητες κατανάλωσης.

Δύο από τις δέκα μεγαλύτερες τράπεζες του κόσμου είναι σήμερα κινεζικές και 61 κινεζικές επιχειρήσεις περιλαμβάνονται στον κατάλογο των 500 μεγαλύτερων εταιρειών (Global Fortune 500 List). Επιπλέον, η Κίνα έχει το δεύτερο μεγαλύτερο δίκτυο εθνικών οδών και τις τρεις μεγαλύτερες γέφυρες του κόσμου, όπως και τα έξι από τα δέκα μεγαλύτερα εμπορευματικά λιμάνια. Η χώρα έχει κάνει μεγάλη πρόοδο και στους τομείς της τεχνολογίας, της επιστήμης, της υγείας και της παιδείας και κλείνει γρήγορα την απόσταση που τη χωρίζει από τις χώρες που έχουν την πρωτοκαθεδρία.

Εκτιμήσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας

Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας και του κρατικού κέντρου αναπτυξιακών ερευνών της Κίνας, η μεγαλύτερη πληθυσμιακά χώρα του κόσμου (με 1,35 δισ. κατοίκους) έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει να αναπτύσσεται τις δύο επόμενες 10ετίες με ένα μέσο ετήσιο ρυθμό 6,6%.
Αν πράγματι επιτύχει έναν τέτοιο ρυθμό, θα έχει γίνει η πρώτη σε μέγεθος οικονομία του κόσμου έως το 2030 και παράλληλα θα έχει καταφέρει σε διάστημα μιάμισης γενιάς να περάσει από την κατηγορία των φτωχών στις πλούσιες χώρες που έχουν υψηλό κατά κεφαλήν εισόδημα.
Έχει τη σημασία του, πάντως, ότι η Κίνα ήταν η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο ήδη από τις αρχές του 16ου έως κα τις αρχές του 19ου αιώνα, πριν αρχίσει μία καταστροφική περίοδος συρρίκνωσής της από το 1820 έως το 1950 για να επανέλθει από το 1979 στη νέα αλματώδη πορεία της. Η Κίνα κατατάσσεται σήμερα από την Παγκόσμια Τράπεζα ως χώρα μεσαίου εισοδήματος, καθώς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της με βάση τις ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης ανήλθε το 2012 σε 9,1 χιλιάδες δολάρια (σε ονομαστικούς όρους ήταν 6,1 χιλιάδες δολάρια). Η μεγάλη επιτυχία της αναπτυξιακής πολιτικής της Κίνας τις τελευταίες δεκαετίες οφείλεται στις μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε, με έτος εκκίνησης το 1978.

Οι μεταρρυθμίσεις

Τα βασικά χαρακτηριστικά των μεταρρυθμίσεων είναι δύο:
# Πρώτον, η με προσεκτικά αλλά σταθερά βήματα στροφή στην οικονομία της αγοράς από μία απόλυτα κεντρικά κατευθυνόμενη οικονομία. Η κεντρική κυβέρνηση επιδίωξε την προσέλκυση ξένων επενδύσεων και έδωσε στις τοπικές κυβερνήσεις τα περιθώρια να διαμορφώσουν δικές τους πολιτικές και πρωτοβουλίες για την ανάπτυξη, γεγονός που προκάλεσε έναν ανταγωνισμό στην κατεύθυνση αυτή μεταξύ των περιφερειών της που απέβη προς όφελος όλης της χώρας. Η κεντρική κυβέρνηση εισήγαγε θεσμούς αναδιανομής του εισοδήματος μεταξύ των περιφερειών και προσέφερε χρηματοδότηση για τη δημιουργία βασικών υποδομών που ενοποίησαν την εγχώρια αγορά και αύξησαν την ελκυστικότητα της οικονομίας. Το οικονομικό μοντέλο είναι σήμερα δυαδικό, καθώς οι παλαιές επιχειρήσεις παραμένουν υπό πλήρη κρατικό έλεγχο, ενώ ταυτόχρονα ευνοείται η δημιουργία νέων ιδιωτικών επιχειρήσεων και η οικονομία απελευθερώνεται.
# Δεύτερον, οι κινεζικές ηγεσίες κατόρθωσαν να συνδυάσουν με επιτυχία τη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική με πολιτικές απασχόλησης, ώστε να αντιμετωπίσουν γρήγορα τους κινδύνους –όπως τον υψηλό πληθωρισμό και την ανεργία τριβής- που προκαλούν οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης και διαρθρωτικών αλλαγών σε μεγάλη χρονική διάρκεια.
Η κινεζική οικονομία αντιμετώπισε πληθωριστικά κύματα στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και πιο πρόσφατα μετά τη μεγάλη άνοδο των τιμών των πρώτων υλών το 2008, αλλά κατάφερε να τις αντιμετωπίσει, χωρίς να επηρεασθεί η αναπτυξιακή δυναμική της. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πληθωρισμός είχε υποχωρήσει στο 2,5% (Δεκέμβριος 2012), ενώ η ανεργία το 2012 ήταν πολύ χαμηλή (4,1%).
Το αναπτυξιακό «θαύμα» της Κίνας στηρίχθηκε στις φθηνές εξαγωγές της στον υπόλοιπο κόσμο, οι οποίες έγιναν δυνατές όχι μόνο λόγω του χαμηλού κόστους εργασίας της, αλλά και λόγω της διοικητικά καθοριζόμενης συναλλαγματικής ισοτιμίας του νομίσματός της (το ρενμίμπι με μονάδα αναφοράς το γουάν).

«Βαρύ πυροβολικό» οι εξαγωγές

Οι τεράστιες εξαγωγές της, που υπερέβησαν τα 2 τρισ. δολάρια το 2012, έχουν καταστήσει μόνιμα πλεονασματικό το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της (το 2012 ανήλθε στα 2,6% του ΑΕΠ αλλά το 2007 είχε φθάσει στο 10,1% του ΑΕΠ).
Συνέπεια αυτών των πλεονασμάτων είναι ότι η Κίνα έχει μακράν τα μεγαλύτερα συναλλαγματικά διαθέσιμα στον κόσμο, που ανήλθαν στα 3,3 τρισ. δολάρια τον περασμένο Σεπτέμβριο. Η κινεζική κυβέρνηση επιλέγει το τελευταίο διάστημα να επενδύσει μέρος των πλεονασμάτων της στο εξωτερικό, μία τάση που αναμένεται να γίνει εντονότερη στο μέλλον.
Η μεγάλη έμφαση που δόθηκε στην εκβιομηχάνιση της χώρας αντανακλάται στο πολύ υψηλό ποσοστό του βιομηχανικού τομέα στο ΑΕΠ της χώρας, το οποίο εκτιμάται στο 43,8% για την περίοδο 2011-2015 έναντι 47,6% που εκτιμάται το ποσοστό του τομέα των υπηρεσιών, ενώ η συμμετοχή της γεωργίας περιορίζεται στο 8,6%. Ωστόσο, το ποσοστό του πληθυσμού που απασχολείται στον αγροτικό τομέα ανέρχεται στο 30% (εκτίμηση για την περίοδο 2011-2015), γεγονός που υποδηλώνει και τις μεγάλες εισοδηματικές διαφορές μεταξύ των εργαζομένων στις πόλεις και την ύπαιθρο, με τους πρώτους να εκτιμάται ότι το 2010 κέρδιζαν 3,2 φορές περισσότερα χρήματα σε σχέση με τους δεύτερους.

Του Μιχάλη Κωτσάκου

Διαβάστε επίσης