Το λάθος που έγινε συνήθεια

Αν και κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει πως η επιστημονική κοινότητα δεν διαθέτει και μη… επιστήμονες (υπό την έννοια ότι δεν ξέρουν να κάνουν υποτυπωδώς σωστά τη δουλειά τους), αυτή είναι πολύ εύκολη απάντηση για να εξηγήσει κανείς την περίπτωση των δημοσκόπων.

Εξίσου απλοϊκό και συκοφαντικό είναι να πει κάποιος χωρίς αποδείξεις ότι οι «γκαλοπάδες» τα… ενθυλακώνουν από συγκεκριμένους για να μαγειρεύουν τα αποτελέσματα. Οι αλλεπάλληλες όμως γκάφες τους ακόμα και στις ΗΠΑ, τη χώρα δηλαδή όπου πρωτοχρησιμοποιήθηκαν οι δημοσκοπήσεις, ίσως επιτρέπει και αφελή συμπεράσματα.

Τα στοιχεία είναι ξεκάθαρα: οι δημοσκοπικές εταιρείες έπεσαν έξω σε ό,τι αφορά το ελληνικό δημοψήφισμα. Έπεσαν έξω στην πρόβλεψη του αποτελέσματος για το δημοψήφισμα για το Brexit που έγινε στη Μεγάλη Βρετανία. Πέφτουν έξω για ακόμα μια φορά και στις αμερικανικές εκλογές. Λίγοι ήταν εκείνοι που το είχαν καταλάβει ότι ο Τραμπ έρχεται. Οι περισσότεροι, ακόμα και οι σοβαρότεροι, λίγο πριν την καταμέτρηση συνιστούσαν –ανοήτως– στη Χίλαρι Κλίντον να ετοιμάζεται για πανηγυρικές δηλώσεις.

Σε κάθε περίπτωση ήρθε η ώρα οι επιστήμονες του κλάδου να τα βάλουν κάτω και να βρουν το τι φταίει. Και η δικαιολογία πως η στατιστική φταίει πια δεν στέκει. Αν ανατρέξει κανείς στις λάθος δημοσκοπήσεις από τις ΗΠΑ του 1936 οπότε και ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ διέψευσε κατηγορηματικά όλους εκείνους που τον είχαν από χέρι χαμένο μέχρι τις ΗΠΑ του 2016, ένα πρώτο και εύκολο συμπέρασμα που βγαίνει είναι πως το δείγμα των δημοσκοπήσεων ήταν λάθος. Τότε, το ’36, ήταν οι πιο ευκατάστατοι που προτιμούσαν και τον αντίπαλο του Ρούσβελτ. Τα μεσαία και χαμηλά κοινωνικά στρώματα δεν καταγράφησαν.

Κάτι αντίστοιχο έγινε και τώρα στις ΗΠΑ. Με τη διαφορά πως εκεί μετρήθηκαν οι κάτοικοι των μεγάλων πόλεων και όχι ο μέσος (και μικρός) πολίτης της χώρας. Λάθος λοιπόν το δείγμα, λάθος και το αποτέλεσμα. Με τη διαφορά όμως πως οι δημοσκοπήσεις είναι επιστημονική εργασία. Έχει μέθοδο, έχει σύστημα και δίνει συμπεράσματα.

Είναι πλέον παραπάνω από ξεκάθαρο πως οι μέθοδοι που ακολουθούνταν μέχρι τώρα, πια δεν είναι αποτελεσματικές. Οι πολίτες είναι πιο υποψιασμένοι, είναι αγανακτισμένοι και πάνω στον θυμό τους μπορεί να εκδικούνται και τους γκαλοπάδες (ως μέρος του συστήματος) με ψεύτικες απαντήσεις.

Ειδικά δε στην εποχή της ανέχειας οι ίδιοι αγανακτισμένοι πολίτες έλκονται περισσότερο από τον λαϊκισμό, απλώς ντρέπονται να το παραδεχτούν. Ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ δεν είναι απλώς ένας δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας που ξεπήδησε από reality και έγινε…  real. Είναι ένας μεγιστάνας του συστήματος με ρατσιστικό και σεξιστικό δημόσιο λόγο που πριν από την εκλογή του ο μέσος  πολίτης δύσκολα θα ομολογούσε πως στηρίζει κάποιον με τέτοιο προφίλ, όσο κι αν τον επιλέγει έστω για να τιμωρήσει τους άλλους.

Σε κάθε λοιπόν περίπτωση οι δημοσκόποι καλούνται άμεσα να βρουν λύση. Αν δεν τη βρουν, μπορούν να κάνουν… γκάλοπ μεταξύ τους. Και ίσως τότε να πετύχουν το σωστό αποτέλεσμα.