Τράπεζα δεδομένων με δισεκατομμύρια αρχεία παρακολουθήσεων

Νέα στοιχεία εξακολουθούν να έρχονται στο φως της δημοσιότητας για το σκάνδαλο παρακολουθήσεων τηλεφώνων και προσωπικών στοιχείων, από την Εθνική Υπηρεσίας Ασφαλείας των ΗΠΑ (NSA).

Σύμφωνα με δημοσίευμα της Washington Post, που επικαλείται  έγγραφα που διέρρευσαν μέσω του Έντουαρντ Σνόουντεν, η NSA συγκεντρώνει σχεδόν 5 δισεκατομμύρια αρχεία την ημέρα σχετικά με τη τοποθεσία κινητών τηλεφώνων παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένων Αμερικανών πολιτών.

Η συγκέντρωση στοιχείων, αφορά την τοποθεσία των κατόχων τους και καταλήγει να χαρτογραφεί τις σχέσεις τους με τρόπο που «μέχρι πρότινος ήταν ασύλληπτος», υποστηρίζει η εφημερίδα.

Τα αρχεία τοποθετούνται σε μια βάση δεδομένων όπου αποθηκεύονται πληροφορίες σχετικά με τις θέσεις «τουλάχιστον εκατοντάδων εκατομμυρίων συσκευών», αναφέρει η εφημερίδα, σύμφωνα με απόρρητα έγγραφα και συνεντεύξεις στελεχών των υπηρεσιών πληροφοριών.

Η υπηρεσία φέρεται να υποστηρίζει στα έγγραφα που διέρρευσαν ότι δεν στοχεύει σκόπιμα επικοινωνίες Αμερικανών, αλλά γίνεται «παρεμπιπτόντως» συλλογή στοιχείων τους.

Αξιωματούχοι αναφέρουν στην εφημερίδα ότι τα προγράμματα που συλλέγουν και αναλύουν τα δεδομένα των τοποθεσιών είναι νόμιμα και αποσκοπούν αποκλειστικά στο να συγκεντρώσουν πληροφορίες σχετικά με ξένους στόχους.

Την ίδια ώρα υπερασπιζόμενος την απόφαση του Guardian να δημοσιεύει απόρρητα έγγραφα που διέρρευσαν μέσω του Έντουαρντ Σνόουντεν, ο διευθυντής της εφημερίδας κατήγγειλε σειρά πιέσεων και εκφοβισμών με σκοπό τη «φίμωση» των αποκαλύψεων.

Μιλώντας ενώπιον επιτροπής του βρετανικού Κοινοβουλίου, ο διευθυντής της εφημερίδας Άλαν Ρουσμπρίτζερ είπε πως «δεν εκφοβιζόμαστε, αλλά ούτε και θα συμπεριφερθούμε ανεύθυνα».

Ο διευθυντής ανέφερε πως όταν τα έγγραφα έφτασαν στην εφημερίδα, ξεκίνησε επισκέψεις από αξιωματούχους που ήθελαν όχι μόνο να αποτρέψουν τη δημοσιοποίησή τους αλλά και να τα αποσπάσουν από την εφημερίδα για να τα καταστρέψουν.

«Ο ίδιος συναντήθηκα πάνω από 100 φορές με μέλη κυβερνητικών υπηρεσιών και υπηρεσιών πληροφοριών, τόσο των ΗΠΑ όσο και του Ηνωμένου Βασιλείου. Ήταν μια επιχείρηση ταπεινωτικής πίεσης» κατέθεσε.

 

Σημειώθηκαν επίσης κατασχέσεις αρχείων από ηλεκτρονικούς υπολογιστές της εφημερίδας, καθώς και σωρεία τηλεφωνημάτων κυρίως από βουλευτές του κυβερνώντος Συντηρητικού Κόμματος. Παράλληλα διατυπώνονταν συνεχώς απειλές για πιθανή σύλληψη του ίδιου και των δημοσιογράφων που υπέγραφαν τα επίμαχα ρεπορτάζ.

 

Η μόνιμη επωδός στις οχλήσεις αυτές ήταν, όπως επισημαίνει ο Ράσμπριτζερ, το επιχείρημα ότι «μια τυχόν ανεύθυνη πράξη εκ μέρους της εφημερίδας θα έβαζε σε σοβαρό κίνδυνο την εθνική ασφάλεια της Βρετανίας».

Σε δήλωσή της στους «New York Times», μια πηγή από τον «Guardian» που επιθυμεί να διατηρήσει την ανωνυμία της τόνισε πως «μετά την ενδελεχή εξέταση των εγγράφων του Σνόουντεν, διαπιστώσαμε πως ενδιαφέρουν όχι μόνο την αμερικανική και τη βρετανική κυβέρνηση, αλλά και αυτές της Κίνας και της Ρωσίας. Γι’ αυτό, οι δημοσιογράφοι από τις διάφορες χώρες που θα αντήλλασσαν πληροφορίες έπρεπε να συναντιούνται κάτω από συνθήκες απόλυτης μυστικότητας και προστασίας».

«Οι συναντήσεις αυτές γίνονταν σε δωμάτια χωρίς παράθυρα και με όλες τις ηλεκτρονικές συσκευές του δωματίου εκτός πρίζας. Οι υπολογιστές μέσα στους οποίους είχαν αποθηκευτεί τα απόρρητα έγγραφα έπρεπε να μη διαθέτουν πρόσβαση στο Διαδίκτυο, ενώ οι ρεπόρτερ που ήθελαν να συναντήσουν συναδέλφους τους έπρεπε να ταξιδέψουν και να παραδώσουν τις πληροφορίες χέρι με χέρι, κι ας κοστίζει αυτό χρήματα στην εφημερίδα» αναφέρει.

Ο Ράσμπριτζερ κατέθεσε επίσης στην κοινοβουλευτική επιτροπή πως μέχρι στιγμής έχει δημοσιευτεί μόλις το 1% από τα 58.000 απόρρητα έγγραφα που διέρρευσε ο Σνόουντεν. Οι αποκαλύψεις θα συνεχιστούν, είπε, ακολουθώντας τους κανόνες της δημοσιογραφικής δεοντολογίας.

Διαβάστε επίσης