Απ’ το Σίδνεϊ με αγάπη!

 

Ο Κυριάκος Τοχούρογλου ανήκει στην κατηγορία των Ελλήνων γκολκίπερ που σημάδεψαν με την παρουσία τους μία ολόκληρη εποχή στο δημοφιλέστερο άθλημα στη χώρα μας.

Συνδύασε την πολυετή καριέρα του με τα πρώτα χρόνια της… δυναστείας για τον Ολυμπιακό του Σωκράτη Κόκκαλη, κερδίζοντας τρία πρωταθλήματα και ένα Κύπελλο με τους ερυθρόλευκους, ενώ αναδείχθηκε άλλες δύο φορές Κυπελλούχος Ελλάδας με τον ΠΑΟΚ του Μπατατούδη.

Στην Αυστραλία, όπου μένει μόνιμα την τελευταία πενταετία συνεχίζει να παίζει ερασιτεχνικά ποδόσφαιρο στη Γλέιντσβιλ Ράιντ Μάτζικ, με την οποία αναδεικνύεται κάθε χρόνο κορυφαίος τερματοφύλακας της περιφέρειας του Σίδνεϊ.

Ο 44χρονος άσος βρέθηκε τις τελευταίες ημέρες στην Ελλάδα φέρνοντας μαζί του για δοκιμή 16 νεαρούς ποδοσφαιριστές, μέλη της ακαδημίας του Ολυμπιακού στην Αυστραλία, την οποία διευθύνει ο ίδιος.

Η «άποψη» κατάφερε να τον εντοπίσει και δεν είχε πρόβλημα να μιλήσει για όλους και για όλα σε μία συνέντευξη που θα συζητηθεί.

 

 

Καλώς ήρθες πίσω στην Ελλάδα. Θα μείνεις πολύ εδώ;

 

Καλώς σας βρήκα. Δυστυχώς όχι, δεν θα μείνω μεγάλο διάστημα, σε μερικές ημέρες θα φύγω πάλι για Αυστραλία, αφού πρώτα δω τις κόρες μου που μένουν στη βόρεια Ελλάδα.

 

Φαντάζομαι δεν θα ήταν και τόσο εύκολη απόφαση να γίνεις μόνιμος κάτοικος Σίδνεϊ…

 

Καθόλου από τη στιγμή που η οικογένειά μου και τα παιδιά μου ζουν στην Ελλάδα αλλά διαπίστωσα το 2011 ότι η κρίση θα γίνει ιδιαίτερα έντονη στο ελληνικό ποδόσφαιρο κι επειδή δεν είμαι ακόμα σε ηλικία συνταξιοδότησης έπρεπε να δω τι μπορούσα να κάνω για το μέλλον μου.

Εχω γεννηθεί στην Αυστραλία, διαθέτω και την υπηκοότητα, οπότε δεν ήταν και τόσο δύσκολο να εγκατασταθώ μόνιμα στο Σίδνεϊ.

 

Ασχολείσαι μόνο με το ποδόσφαιρο εκεί;

 

Όχι, γιατί στην Αυστραλία το ποδόσφαιρο είναι ερασιτεχνικό με εξαίρεση τις μεγάλες ομάδες που παίζουν στην πρώτη κατηγορία. Κανείς δεν ζει μόνο από το ποδόσφαιρο εκεί, οι περισσότεροι το αντιμετωπίζουν σαν χόμπι ή σαν δεύτερη ασχολία. Εγώ έχω εταιρία που δραστηριοποιείται στη διάνοιξη υπόγειων τούνελ, αλλά και στη δοκιμή της αντοχής και της ποιότητας του τσιμέντου.

 

Εδώ στην Ελλάδα μας παρουσιάζουν την Αυστραλία σαν τη γη της επαγγελίας…

 

Είναι η γη της επαγγελίας για όσους είναι αποφασισμένοι να δουλέψουν. Στην Αυστραλία πρέπει να είσαι υπερβολικά τεμπέλης για να μην έχεις δουλειά. Ο δείκτης ανεργίας βρίσκεται στο μόλις 2%! Μιλάμε για μία αχανή ήπειρο, πάρα πολύ αραιοκατοικημένη, που μπορεί να προσφέρει σπουδαίες επαγγελματικές ευκαιρίες ακόμα και στους μετανάστες.

 

Για σένα ήταν εύκολο γιατί είχες την υπηκοότητα, για τους μη έχοντες, όμως, διαβατήριο είναι πολύ δύσκολο…

 

Στην Αυστραλία δεν έρχεται κάθε καρυδιάς καρύδι. Οσοι επιθυμούν να μετοικίσουν εκεί περνούν πραγματικά από κόσκινο κι αυτός είναι ο λόγος που δεν υπάρχει εγκληματικότητα πουθενά.

 

Η ιδέα για τη δημιουργία σχολής Ολυμπιακού στο Σίδνεϊ ήταν δική σου;

 

Ναι και τη συζήτησα με τον κ. Μαρινάκη, ο οποίος με προέτρεψε να προχωρήσω και μας στηρίζει αρκετά. Ο πρόεδρος έχει καταλάβει πως μία πραγματικά μεγάλη ομάδα όπως ο Ολυμπιακός πρέπει να έχει δίχτυα παντού, ακόμα και στην Αυστραλία.

 

Εχεις, λοιπόν, την εταιρία, είναι προπονητής στη σχολή του Ολυμπιακού στο Σίδνεϊ και όπως μαθαίνουμε παίζεις ακόμα ποδόσφαιρο. Πως τα προλαβαίνεις όλα;

 

Αν υπάρχει σωστό πρόγραμμα μπορείς να προλάβεις τα πάντα. Μπορεί να λείπω 16 ώρες το 24ωρο από το σπίτι, έχω όμως μία πολύ γεμάτη μέρα που περιλαμβάνει τα πάντα και φυσικά αυξημένη δόση ποδοσφαίρου, που μετά από τόσα χρόνια είναι αδύνατο να βγει από το καθημερινό μου πρόγραμμα. Και το ωραίο είναι πως τα τέσσερα τελευταία χρόνια βγαίνω συνεχώς καλύτερος τερματοφύλακας της ομοσπονδίας του Σίδνεϊ!

 

Οπότε δεν υπάρχει και λόγος να σταματήσεις. Είναι μακριά ακόμα η μέρα που θα κρεμάσεις τα γάντια σου;

 

Είμαι 44 χρονών κι έχω βάλει στόχο να συνεχίσω να παίζω, έστω ερασιτεχνικά, μέχρι τα 50. Πιστεύω ότι μέχρι τότε θα με κρατάνε τα πόδια μου και θα μπορώ να σταθώ στο επίπεδο που απαιτείται. Ταυτόχρονα είμαι προπονητής στην ακαδημία του Ολυμπιακού στο Σίδνεϊ, όπου για την ώρα μαθαίνουν μπάλα 70 παιδιά από την ηλικία των 9 ετών μέχρι να ενηλικιωθούν.

 

Φαντάζομαι ότι στόχος της σχολής είναι να παίξει κάποια μέρα και κάποιος ποδοσφαιριστής από εκεί στον Ολυμπιακό…

 

Με αυτήν την προοπτική δουλεύουμε αλλά είναι κάτι που σίγουρα απαιτεί χρόνο γιατί στην Αυστραλία το ποδόσφαιρο δεν είναι τόσο δημοφιλές όσο στην Ελλάδα. Οι Αυστραλοί προτιμούν το ράγκμπι και το κρίκετ και το ποδόσφαιρο έρχεται τρίτο. Επίσης δεν συναντάς τη νοοτροπία που υπάρχει εδώ με ορισμένα παιδιά, που θέτουν το ποδόσφαιρο ως προτεραιότητα στη ζωή τους, γιατί εκεί ο κόσμος το αντιμετωπίζει καθαρά ερασιτεχνικά.

 

Εφερες όλα τα ταλέντα μαζί σου;

 

Ηταν αδύνατο να ταξιδέψουν όλα τα παιδιά της σχολής στην Ελλάδα. Ηρθαν μόνο 16 από αυτά και δοκιμάστηκαν αρκετές μέρες στου Ρέντη από τους τεχνικούς υπεύθυνους των ακαδημιών του Ολυμπιακού, αφήνοντας αρκετά καλές εντυπώσεις.

 

Βρέθηκες στο «Γ. Καραϊσκάκης» και στον αγώνα με τον ΑΠΟΕΛ για το Γιουρόπα Λιγκ και στο ντέρμπι με την ΑΕΚ. Ηταν διαφορετικός ο Ολυμπιακός σε αυτά τα δύο παιχνίδια;

 

Η μεγάλη διαφορά είχε να κάνει με τον τρόπο που αντιμετώπισαν οι παίκτες του Ολυμπιακού τα δύο αυτά παιχνίδια. Με την ΑΕΚ φάνηκε με τη σέντρα ότι θα κέρδιζαν, γιατί γυάλιζε το μάτι τους και είχαν να αποδείξουν πολλά πράγματα. Αντίθετα, με τον ΑΠΟΕΛ δεν ήταν το ίδιο παθιασμένοι, ενώ στάθηκαν και αρκετά άτυχοι.

Η ΑΕΚ δεν μου άρεσε καθόλου, δεν τη θυμάμαι ποτέ τόσο χάλια, δεν ξέρω ίσως να μην βρέθηκε σε καλή μέρα. Πάντως με τέτοια εμφάνιση δεν μπορούσε να πάρει αποτέλεσμα.

 

Νοσταλγείς καθόλου την παλιά εποχή που έπαιζες μπάλα στην Ελλάδα;

 

Πολύ συχνά και ειδικά την εποχή της τελευταίας πραγματικά μεγάλης ομάδας της Δόξας Δράμας. Αλλά και στον Ολυμπιακό και στον Πανηλειακό και στον ΠΑΟΚ πέρασα εξαιρετικά, με εξαίρεση βέβαια κάποιες δύσκολες στιγμές που όλοι νομίζω αντιμετωπίζουν στην καριέρα τους.

 

Ποια ομάδα υποστηρίζεις;

 

Είμαι Δόξα Δράμας και θα είμαι μέχρι να πεθάνω. Για μένα η Δόξα ανήκει στις μεγάλες ομάδες του ελληνικού ποδοσφαίρου και μακάρι να μην αργήσει να επιστρέψει στη Σούπερ Λίγκα γιατί ανήκει εκεί.

Με τη Δόξα… κόλλησα την πρώτη φορά που με πήρε από το χέρι ο πατέρας μου και με πήγε στο γήπεδο. Παίζαμε, θυμάμαι με τον ΟΦΗ και νικήσαμε 2-0. Από εκείνη την ημέρα έβαλα σκοπό της ζωής μου να παίξω κάποια μέρα σε αυτήν την ομάδα.

 

Και τα κατάφερες και μάλιστα σε σχετικά μικρή ηλικία αν σκεφτούμε πως στο ελληνικό ποδόσφαιρο υπάρχει προτίμηση στους έμπειρους γκολκίπερ…

 

Όταν έφυγε ο Δάφκος για τον Αθηναϊκό έπρεπε να αποκτηθεί τρίτος τερματοφύλακας κι έτσι ανέβηκα εγώ από την εφηβική ομάδα. Ο τότε προπονητής μου Μιχάλης Φιλίππου ήταν ένας από τους πρώτους ανθρώπους που με πίστεψαν και μετά όλα πήραν το δρόμο τους. Πολύ αυστηρός προπονητής, με είχε συνέχεια στην πίεση αλλά μου έδειξε μεγάλη εμπιστοσύνη.

 

Άλλοι περιμένουν πολλά χρόνια μία μεταγραφή σε μεγάλη ομάδα, εσύ όμως την έκανες και μάλιστα νωρίς…

 

Πράγματι, πήγα στον Ολυμπιακό στα 22 μου και σε μία εποχή που βρισκόταν σε μεταβατικό στάδιο, με τον κύριο Κόκκαλη να έχει αναλάβει μόλις ένα χρόνο πριν, ενώ πρώτος μου προπονητής ήταν ο Αλέφαντος, ο οποίος μάλιστα μου έδωσε φανέλα βασικού στους αγώνες με τη Μαρσέιγ για το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ. Δεν ήταν και τόσο εύκολο να προσαρμοστώ στην αρχή, ενώ οι απαιτήσεις του κόσμου που διψούσε για τίτλους με είχαν στρεσάρει αρκετά.

 

Στον Πανηλειακό πως βρέθηκες;

 

Σαν αντάλλαγμα για τις μεταγραφές του Γιαννακόπουλου και του Τζόρτζεβιτς. Πέρασα υπέροχα στον ένα χρόνο που έμεινα στον Πύργο και διατηρώ ακόμα πολλούς φίλους εκεί. Ο Πανηλειακός είχε σπουδαία ομάδα τότε, παίκτες με πλούσιο ταλέντο, ισχυρή διοίκηση, πολύ κόσμο αλλά και έναν εξαιρετικό προπονητή, το Βασίλη Δανιήλ. Εκεί έπαιξα σε όλα τα παιχνίδια και πλέον ήμουν έτοιμος να γυρίσω στον Ολυμπιακό και να διεκδικήσω τη θέση του βασικού τερματοφύλακα.

 

Με τους άλλους γκολκίπερ που υπήρχαν τότε στον Ολυμπιακό υπήρχε έντονος ανταγωνισμός;

 

Φυσικά, όπως συμβαίνει σε κάθε μεγάλη ομάδα. Η θέση του τερματοφύλακα είναι δύσκολη γιατί χωράει μόνο ένας στην ενδεκάδα και μέχρι ένα σημείο είναι λογικό να υπάρχει έντονος ανταγωνισμός, μέχρι και κόντρες. Σε αντίθεση με κάποιους από τους τότε συμπαίκτες μου τερματοφύλακες που χρησιμοποίησαν κάθε δυνατό μέσο, μέχρι και τους δημοσιογράφους, εγώ κοιτούσα πάντα τη δουλειά μου και τίποτα παραπάνω.

 

 

Ποιος ήταν ο… κολλητός σου στον Ολυμπιακό;

 

Ο Δημήτρης Μαυρογενίδης. Μέναμε και κοντά και κάναμε πάρα πολλή παρέα σε καθημερινή βάση, όπως και με τον κουμπάρο μου, τον Καραπιάλη που έχει βαφτίσει την κόρη μου.

 

Οι εφημερίδες έγραφαν τότε ότι ήσασταν χωρισμένοι σε παρεάκια και κλίκες…

 

Ηταν όλα μπούρδες. Με το Μαυρογενίδη και τον Καραπιάλη σίγουρα ταιριάζαμε σαν χαρακτήρες αλλά ήρθαμε πιο κοντά γιατί μέναμε στην ίδια γειτονιά, στο Παλαιό Φάληρο. Αντίθετα, όσοι είχαν βρει σπίτι στα βόρεια προάστια είχαν σχηματίσει τη δική τους παρέα. Ούτε κλίκες υπήρχαν, ούτε τίποτα και ειδικά όταν ήρθε ο Μπάγεβιτς όλοι στα αποδυτήρια γίναμε ένα.

 

Πράγματι με τον Μπάγεβιτς ο Ολυμπιακός επέστρεψε στο θρόνο του ελληνικού ποδοσφαίρου σαρώνοντας τους τίτλους, πολλοί ωστόσο εκείνη την εποχή και ειδικά οι οπαδοί αντίπαλων ομάδα γκρίνιαζαν ότι ευνοείται από τη διαιτησία…

 

Μόνο με τη διαιτησία είναι αδύνατο να κερδίσεις πρωταθλήματα και Κύπελλα. Για να το καταφέρεις θα πρέπει να έχεις πολύ καλή ομάδα. Δεν πιστεύω πως ο Ολυμπιακός δεν άξιζε τους τίτλους που κέρδισε τότε. Αλλά όσοι λένε αυτά τα πράγματα μπορούν να μας πουν τι γινόταν μερικά χρόνια νωρίτερα με τον Παναθηναϊκό του Βαρδινογιάννη;

 

Αληθεύει ότι ο Σωκράτης Κόκκαλης κάθε φορά που ταξιδεύατε μαζί με το αεροπλάνο ήθελε να κάθεται κοντά σου;

 

Ναι είναι αλήθεια, όταν ακολουθούσε την αποστολή σε εκτός έδρας παιχνίδι ήθελε πάντα να κάθεται στην απέναντι θέση και να ακούει τα αστεία που έλεγα, γελώντας με το γνωστό χαρακτηριστικό του τρόπο. Ήταν φοβερή παρέα ο κύριος Κόκκαλης, ήξερε να μας φτιάχνει το κέφι και να μας ντοπάρει πριν από κρίσιμα παιχνίδια. Για έναν τέτοιο πρόεδρο κάθε ποδοσφαιριστής, πιστεύω, θα έβαζε τα πόδια του στη φωτιά. Κύριος με όλη τη σημασία της λέξης, χαιρετιόμασταν όποτε βρισκόμασταν ακόμα και όταν έφυγα από τον Ολυμπιακό. Εγώ τον αποκαλώ ακόμα και σήμερα δεύτερο πατέρα μου, γιατί πάντα φρόντιζε να είναι κοντά μου στα δύσκολα και να με στηρίζει, όπως και ο κύριος Λούβαρης.

 

Από τον Πειραιά στην Τούμπα δεν είναι ένα συνηθισμένο δρομολόγιο, αλλά εσύ το έκανες…

 

Όταν δεν ανανεώθηκε το συμβόλαιό μου με τον Ολυμπιακό ο ΠΑΟΚ μου έκανε την καλύτερη πρόταση και από τη στιγμή που υπήρχε εκεί ο Μπάγεβιτς δεν το σκέφτηκα καθόλου. Βέβαια η πρώτη χρονιά ήταν πολύ δύσκολη γιατί άκουσα πολλά…

 

Από τους συμπαίκτες σου ή από τον κόσμο;

 

Από τους οπαδούς που στο πρώτο διάστημα δεν με δέχονταν με τίποτα επειδή προερχόμουν από τον Ολυμπιακό. Ειδικά όταν δέχθηκα ένα γκολ από το Γεωργάτο από μακρινή απόσταση «κωλόγαυρο» με ανέβαζαν, «κωλόγαυρο» με κατέβαζαν!

Αλλά τελικά κέρδισα την εμπιστοσύνη τους και στον ΠΑΟΚ έγραψα τις περισσότερες συμμετοχές μου, μένοντας συνολικά 8 χρόνια. Εκεί τελείωσε για μένα και το επαγγελματικό ποδόσφαιρο.

 

 

Πιο απαιτητικοί οι φίλαθλοι στη Θεσσαλονίκη ή στο λιμάνι;

 

Ο κόσμος είναι παντού ο ίδιος. Στις επιτυχίες και στις νίκες σε αποθεώνει και στις ήττες σε βρίζει. Εντάξει, στις μεγάλες ομάδες υπάρχει μεγαλύτερη πίεση κι αυτό είναι λογικό. Ειδικά στον ΠΑΟΚ που έχει πολλά χρόνια να πάρει το πρωτάθλημα. Αλλά όταν δουλεύεις και τιμάς τη φανέλα και το ψωμί που τρως έρχεται η μέρα που σε αποδέχονται.

 

Με τους δημοσιογράφους γιατί δεν είχες καλές σχέσεις;

 

Γιατί δεν μπήκα ποτέ στη λογική ότι πρέπει να τα έχω καλά μαζί τους για να γράφουν καλά πράγματα για μένα. Εγώ κοίταζα τη δουλειά μου και την οικογένειά μου, δεν με ενδιέφερε τίποτα άλλο. Ορισμένοι επιχείρησαν κάποιες φορές να με ρωτήσουν για πράγματα μέσα στα αποδυτήρια και τους το έκοψα με τη μία. Δεν έγινα ποτέ ρουφιάνος κανενός. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν με συμπαθούσαν ιδιαίτερα. Με αγάπησαν μόνο όταν αποφάσισα να σταματήσω και να γίνω προπονητής.

 

Η υπερβολική δημοσιότητα ήταν ευχάριστη ή δυσάρεστη;

 

Ποτέ δεν αντιμετώπισα πρόβλημα λόγω της δημοσιότητας και πάντα φρόντιζα να μη χαλάω χατίρι στον κόσμο που μου ζητούσε ένα αυτόγραφο, ή να βγούμε μαζί μία φωτογραφία. Ακόμα και σε εκείνους που μου έλεγαν κάτι αρνητικό προσπαθούσα να εξηγήσω τι έγινε κι αν καταλάβαιναν καλώς, αν όχι δεν με πείραζε από τη στιγμή που εγώ είχα κάνει ότι μπορούσα. Ξέρεις αυτό που λένε πως οι ποδοσφαιριστές δεν στενοχωριούνται όσο ο κόσμος μετά από ένα άσχημο αποτέλεσμα ή μία κακή εμφάνιση δεν είναι αλήθεια. Κάθε παίκτης επηρεάζεται ψυχολογικά περισσότερο γιατί είναι και αυτός που ζημιώνεται πιο πολύ.

 

Είχες μία γεμάτη καριέρα, κέρδισες τίτλους, έπαιξες στο Τσάμπιονς Λιγκ αλλά όχι στην Εθνική. Σου έχει μείνει παράπονο για το γεγονός αυτό;

 

Όχι, δεν το θεωρώ τόσο σπουδαίο. Φυσικά και θα ήθελα να φορέσω τη φανέλα με το εθνόσημο, όμως από τη στιγμή που αγωνίστηκα σε διεθνή παιχνίδια ήταν περίπου το ίδιο. Εξάλλου, υπήρχαν σπουδαίοι τερματοφύλακες εκείνη την εποχή, όπως ο Μήνου, ο Ατματσίδης, ο Καρκαμάνης, ο Μιχόπουλος και αργότερα ο Νικοπολίδης.

 

Σήμερα υπάρχουν σπουδαίοι Ελληνες τερματοφύλακες;

 

Όχι γιατί οι ομάδες εμπιστεύονται τους ξένους. Από τη νέα γενιά μου αρέσει πάρα πολύ ο Καπίνο, πιστεύω ότι έχει τα προσόντα για να κάνει σπουδαία καριέρα και να φτάσει ψηλά.

 

Ο γιος σου παίζει ποδόσφαιρο;

 

Δεν ασχολείται ιδιαίτερα. Τα σημερινά παιδιά δεν έχουν την τρέλα που είχαμε εμείς για την μπάλα. Εχει αλλάξει τόσο πολύ ο τρόπος ζωής σε σχέση με τη δική μου εποχή που οι πιτσιρικάδες δεν βάζουν πλέον το ποδόσφαιρο σε θέση απόλυτης προτεραιότητας στη ζωή τους.

 

 

Δούλεψες με σπουδαία ονόματα της προπονητικής στην πολυετή καριέρα σου. Ποιος ήταν ο καλύτερος;

 

Αναμφίβολα ο Ντούσαν Μπάγεβιτς. Τεράστιος προπονητής, ήξερε να σε κερδίζει με την προσωπικότητά του. Στα δύσκολα ήταν πάντα εκεί, έβγαινε μπροστά και άπλωνε δίχτυ προστασίας γύρω από τους ποδοσφαιριστές. Όπως είπα και πιο πριν χρωστάω πολλά στο Μιχάλη Φιλίππου που με εμπιστεύθηκε, ενώ πιστεύω πως ο Δανιήλ είχε κι άλλα να δώσει στο ελληνικό ποδόσφαιρο.

Διαβάστε επίσης