ΔΙΚΗ SIEMENS: Καθυστερήσεις… made in Ψωροκώσταινα

Η υπόθεση των «μαύρων ταμείων» της Siemens αποτελεί αναμφίβολα το μεγαλύτερο σκάνδαλο που συντάραξε τη σύγχρονη ελληνική πολιτική ζωή, τουλάχιστον από την περίοδο της Μεταπολίτευσης και μετά.

Η δίκη για αυτήν ακριβώς τη σημαντικότατη υπόθεση διεξάγεται αυτές τις ημέρες και η αλήθεια είναι ότι τα διάφορα –τεχνικής φύσης– προβλήματα που κατά καιρούς ανακύπτουν εξάπτουν τη φαντασία πολλών, οι οποίοι αρέσκονται να βλέπουν δράκους και να εξιστορούν σεναριολογίες περί δήθεν απόπειρας κουκουλώματος του σκανδάλου.

Στα ίδια χωρία της άκρατης συνωμοσιολογίας εντάσσεται και η περίπτωση της τελευταίας αναβολής, που στα τέλη του περασμένου Νοέμβριου δόθηκε στην ακροαματική διαδικασία της δίκης για τα «μαύρα» ταμεία της γερμανικής πολυεθνικής (σ.σ. είχε οριστεί για τις 15 Δεκεμβρίου). Ειδικότερα, η εν λόγω αναβολή έδωσε τροφή για λογιών-λογιών «μεταφράσεις». Και με επιλεγμένες στοχοποιήσεις κυρίως με στόχο την Εισαγγελία Εφετών, για την οποία ο ισχυρισμός-μομφή ήταν ότι, λόγω παραλείψεών της να μεταφράσει το σχετικό βούλευμα παραπομπής των κατηγορουμένων εγκαίρως, για μια ακόμη φορά δεν θα έπεφτε φως στο μεγάλο αυτό φαγοπότι.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή… Όταν την Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2015, ο πρόεδρος του Εφετείου Αθηνών Σωτήρης Τσιμπέρης διέκοψε τη διαδικασία και όρισε τη συνέχιση της δίκης της Siemens για τα μέσα Δεκεμβρίου, με την αιτιολογία ότι 13 Γερμανοί κατηγορούμενοι δεν είχαν στη διάθεσή τους μεταφρασμένο το 4.500 και πλέον σελίδων παραπεμπτικό βούλευμα, μερίδα του Τύπου βρήκε τον βολικό «ένοχο»: την Εισαγγελία Εφετών.

Στα ίδια δημοσιεύματα υπογραμμίζεται α) η άποψη ορισμένων συνηγόρων των κατηγορουμένων ότι η μη μετάφραση του βουλεύματος δεν είναι τυχαία, και β) η πιθανότητα να οδηγηθεί σε ακυρότητα η όλη διαδικασία ή να αναγκαστεί το δικαστήριο να διαχωρίσει την υπόθεση εξαιτίας της παράλειψης.

Όπως προαναφέρθηκε, όλα τα παραπάνω αφορούν τα σενάρια και τις μυθοπλαστικές εικασίες όσων αρκούνται να ανακαλύπτουν σκάνδαλα και συνωμοσίες. Το λέμε αυτό μετά λόγου γνώσεως, διότι η «Α» μετά από διεξοδική έρευνα διαπίστωσε ότι το επίμαχο βούλευμα εκδόθηκε στις 17 Μαρτίου 2015 και στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών έφτασε στις 4 Απριλίου 2015. Τι συνέβη έκτοτε;

Στις 8 Απριλίου 2015 το Τμήμα Βουλευμάτων της Εισαγγελίας Εφετών αποστέλλει αίτημα (με τη σφραγίδα ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΕΠΕΙΓΟΝ) στη Μεταφραστική Υπηρεσία του υπουργείου Εξωτερικών για μετάφραση 1087 φύλλων του υπ. αριθμ. 399/2015 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών «από την Ελληνική στη Γερμανική γλώσσα και την αποστολή του στην υπηρεσία μας το συντομότερο δυνατό».

Χρειάστηκε να περάσουν κάτι λιγότερο από δύο μήνες και στις 27 Μαΐου 2015 το ΥΠΕΞ απαντά στην Εισαγγελία ότι «λόγω του μεγάλου όγκου σελίδων το χρονικό περιθώριο ολοκληρώσεως του μεταφραστικού έργου για το πρώτο βούλευμα (φυλ. 1-5 και φυλ. 622-1088) προσδιορίζεται περί τα τέλη μηνός Οκτωβρίου τ.ε. με τη διαδικασία του επείγοντος».

Με νέο έγγραφό της στις 2 Νοεμβρίου 2015 η μεταφραστική υπηρεσία του ΥΠ.ΕΞ. ενημερώνει το Τμήμα Βουλευμάτων ότι έχει μεταφραστεί το Α’ μέρος του εγγράφου που «αποτελείται από 696 σελίδες» και «έγινε από τον Μεταφραστή της υπηρεσίας μας κ. Α.Τ.».

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Εισαγγελία επέμεινε να πιέζει το ΥΠΕΞ για την επίσπευση μετάφρασης του βουλεύματος. Συγκεκριμένα, με κατεπείγον έγγραφό της προς τη μεταφραστική υπηρεσία του ΥΠΕΞ στις 4 Νοεμβρίου 2015 η Εισαγγελία Εφετών επανέρχεται στο αίτημά της και παρακαλεί «για την περαίωση της μεταφράσεως στη γερμανική, του υπ’ αριθμ. 399/2015 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (φύλλα 1687 έως και 2296), και την αποστολή στο Εφετείο το αργότερο έως τις 27 Νοεμβρίου 2015, οπότε η υπόθεση εκδικάζεται στο Α΄ Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών».

Εικοσιτέσσερις ώρες αργότερα, στις 5/11/2015, το υπουργείο Εξωτερικών απαντά στην Εισαγγελία Εφετών ότι «λόγω του μεγάλου όγκου σελίδων, κρίνεται ανέφικτη η παράδοση εντός προθεσμίας». Εξηγούν μάλιστα από το ΥΠΕΞ ότι «εφόσον γίνει ανάθεση, το χρονικό περιθώριο ολοκληρώσεως του μεταφραστικού έργου για το β΄ μέρος του βουλεύματος (Γ- Φύλλα 1687 έως 2296), προσδιορίζεται περί τα τέλη μηνός Ιουνίου 2016 με τη διαδικασία του επείγοντος».

Επιπρόσθετα και σε εμφανώς «απολογητικό» ύφος από το ΥΠΕΞ υποσημειώνουν ότι η αρμόδια υπηρεσία του υπουργείου «δέχεται περί τα 1.200 αιτήματα ετησίως για μετάφραση στη γερμανική γλώσσα και οι έξι συνεργαζόμενοι ιδιώτες μεταφραστές της γερμανικής γλώσσας καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την εξυπηρέτηση όλων των αρχών».

Δέκα ημέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 14 Νοεμβρίου η μεταφραστική υπηρεσία του ΥΠΕΞ ενημερώνει την Εισαγγελία ότι εν πολλοίς επισπεύδεται η διαδικασία και ότι «έχει γίνει ανάθεση του υπολοίπου των εγγράφων που εκκρεμούν, σε συνεργαζόμενο με την υπηρεσία μας μεταφραστή της γερμανικής γλώσσας, ο οποίος συναισθανόμενος τη σπουδαιότητα και το κατεπείγον της υποθέσεως δεσμεύτηκε για την όσο το δυνατόν συντομότερη παράδοση του μεταφραστικού έργου, κατ’ εκτίμηση έως τα τέλη μηνός Απριλίου 2016»(!!!).

Με αυτά και με αυτά, φτάνουμε στην 11η Δεκεμβρίου 2015 (παραμονές της επανάληψης της δίκης για τη Siemens, που μετά την αναβολή της στις 27/11 είχε προσδιοριστεί να επαναληφθεί στις 15/12) όπου η Εισαγγελία πιέζει πλέον το ΥΠΕΞ να επισπευστεί η μετάφραση του βουλεύματος μέχρι τις 14 Δεκεμβρίου, «δεδομένου ότι η υπόθεση έχει εισαχθεί στο Τριμελές Εφετείο κακουργημάτων Αθηνών και εκκρεμεί προς εκδίκαση».

Αξίζει να σημειωθεί ότι το εν λόγω έγγραφο έχει κοινοποιηθεί και στο υπουργείο Εξωτερικών και στο υπουργείο Δικαιοσύνης, και αυτό έχει τη σημασία του για δύο λόγους. Καταρχάς, σύμφωνα με ρεπορτάζ εβδομαδιαίας εφημερίδας ο λόγος της κωλυσιεργίας αποδίδεται στο γεγονός ότι το υπουργείου Δικαιοσύνης δεν διέθεσε –όπως λέγεται– το ποσό των 90.000 ευρώ, που απαιτείτο για τη μετάφραση του παραπεμπτικού βουλεύματος.
Κάποιοι έφτασαν ακόμη παραπέρα, φτάνοντας ακόμη και στο σημείο να «προαναγγείλουν» δημοσιογραφικά το ενδεχόμενο άσκησης πειθαρχικής δίωξης του προϊσταμένου της Εισαγγελίας, κ. Ισίδωρου Ντογιάκου, προκειμένου, όπως ισχυρίστηκαν, να διαπιστωθεί αν τα εν γένει κωλύματα οφείλονται σε ανωτέρα βία ή σε δόλο.
Βεβαίως, το γεγονός ότι την όλη υπόθεση εξ ολοκλήρου χειρίστηκε –και μάλιστα με απόλυτη συνέπεια– ο αρμόδιος εισαγγελέας Βουλευμάτων Γιάννης Προβατάρης βγάζει «off side» τα εν λόγω δημοσιογραφικά(;) συμπεράσματα. Η ίδια η χρονολογική παράθεση των γεγονότων αποδεικνύει ότι εκ μέρους της Εισαγγελία Εφετών και ειδικότερα από τον Εισαγγελέα κ. Γιάννη Προβατάρη έγινε ό,τι έπρεπε για να μην «κολλήσει» η δικαστική διερεύνηση του σκανδάλου της Siemens έστω και για τεχνικούς – μεταφραστικούς λόγους.

Σε κάθε περίπτωση τα αιτήματα εστάλησαν εγκαίρως, οι υπουργοί Εξωτερικών και Δικαιοσύνης ήταν ενήμεροι του θέματος και ήταν και εκείνοι που ήταν αρμόδιοι να εγκρίνουν το όποιο –μικρό η μεγάλο- κονδύλι.
Κατόπιν αυτών, είναι πασιφανές ότι το σενάριο περί κουκουλώματος και περί ευθυνών συγκεκριμένων εισαγγελικών λειτουργών είχαν χαρακτήρα ανάλογο με εκείνον των παραμυθιών της Χαλιμάς. Τώρα το γιατί οι γνωστοί σε όλους ρυθμοί χελώνας με τους οποίους απονέμεται η Δικαιοσύνη στην Ελλάδα (σ.σ. η διερεύνηση της υπόθεσης της Siemens στο ποινικό δικαστήριο άρχισε στις 12 Δεκεμβρίου του 2013 και έκτοτε πέρασαν σχεδόν δύο χρόνια μέχρι να φτάσουμε στις απολογίες των κατηγορουμένων) επιχειρήθηκε να φορτωθούν σε πλάτες συγκεκριμένων δικαστικών είναι ένα ζήτημα που μόνο έκπληξη δεν προκαλεί, αφού ο καλύτερος τρόπος για να φιμώσεις τη Δικαιοσύνη είναι να λασπολογείς εις βάρος των λειτουργών της.
ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΕΦΕΤΩΝ:
«Ο Άρειος Πάγος έχει αποφανθεί ότι δεν απαιτείται επίδοση μετάφρασης του βουλεύματος»

Πέραν όμως των παραπάνω αναφερομένων, για τη μη ολοκλήρωση της μετάφρασης του παραπεμπτικού βουλεύματος στα Γερμανικά, υπάρχει και το νομικό σκέλος της υπόθεσης όσον αφορά την αναγκαιότητα μετάφρασης του κρίσιμου εγγράφου. Το αίτημα των συνηγόρων υπεράσπισης για αναβολή της δίκης μέχρι να μεταφραστεί το βούλευμα ετέθη υπ’ όψιν της αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνάς Θεοδωροπούλου, η οποία το απέρριψε, αιτιολογώντας την απόφασή της ως εξής:
«Απορρίπτουμε, καθόσον:
Δεν είναι απαραίτητη η συνεπίδοση μετάφρασης, όταν ο κατηγορούμενος έλαβε έγκαιρα γνώση της κατηγορίας στη γλώσσα που εννοεί και ως εκ τούτου προετοίμασε την υπεράσπισή του.
Επομένως, από τη μη συνεπίδοση μετάφρασης δεν προκαλείται ουδεμία ακυρότητα του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ΄ του ΚΠΔ.
Εάν ο κατηγορούμενος που αγνοεί την ελληνική γλώσσα παρίστατο στην κυρία ανάκριση με διερμηνέα ο οποίος μετέφρασε τις εναντίον του κατηγορίες, ως εν προκειμένω, καθώς και όταν του έχει δοθεί, εγγράφως, σε γλώσσα που κατανοεί την κατηγορία, δεν είναι απαραίτητη η επίσημη μετάφραση του παραπεμπτικού βουλεύματος ή κλητηρίου θεσπίσματος καθώς και των λοιπών εγγράφων (ΑΠ 1272/2007, 645/2004, 1066/2000, 185/2004, Εφ. Θεσ. 814/2000, ΤΝΠ, Νόμος) στον κατηγορούμενο σε γλώσσα που εννοεί, δεν δημιουργείται ακυρότητα, έχει δε κριθεί ότι δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή η μη επίδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος στον κατηγορούμενο σε γλώσσα που εννοεί, γιατί εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο στον οποίο, ας σημειωθεί ότι επιδόθηκε το παραπεμπτικό βούλευμα, σε κάθε δε περίπτωση ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να συνδέεται με συγκεκριμένη βλάβη των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων».
Με τη γνωμοδότηση της αντεισαγγελέως συμφωνεί και ο αναπληρωτής προϊστάμενος της Εισαγγελίας Εφετών, εισαγγελέας Γεώργιος Γεράκης.

Διαβάστε επίσης