«Ιφιγένεια εν Αυλίδι: η θυσία ως οντολογική ερμηνεία»

Από την «Ἰφιγένεια ἐν Αὐλίδι», την Πολυξένη τής «Ἑκάβης», την Μακαρία των «Ἡρακλειδῶν», τον Μενοικέα στις «Φοίνισσες» μέχρι την κόρη τού Ιεφθάε και τον Ισαάκ τής Π. Διαθήκης αλλά και τη γυναίκα τού Πρωτομάστορα τού Γιοφυριού τής Άρτας, το στοιχείο τής θυσίας διέτρεξε με συνέπεια ανά τους αιώνες, σαν «Leitmotiv», τη λογοτεχνική παράδοση.

Στην τραγωδία του «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» ο Ευριπίδης καταφεύγει σε μία δίσημη ερμηνεία τής θυσίας, όπου η αρχική κυνική εκλογίκευσή της για τον εξιλασμό των θείων, τη δρομολόγηση μιλιταριστικών επιδιώξεων και την εμπέδωση τής εξουσίας μετατοπίζεται στο πεδίο τής ιδεολογίας, βρίσκοντας, εκ μέρους τής ηρωίδας, την απόλυτη έκφρασή της σε μία ώριμη αναστοχαστικότητα.

Το «ἦθος» τής Ιφιγένειας στη μεταστροφή του από την επίκληση στον πατέρα Αγαμέμνονα «μή μ’ ἀπωλέσεις ἄωρον• ἡδύ γάρ τό φῶς λεύσσειν» στο «κατθανεῖν μέν μοιδέδοκται» που ώθησε τον Αριστοτέλη να το χαρακτηρίσει «ὡς ὁμαλῶς ἀνώμαλον• οὐδέν γάρ ἒοικεν τῇ ὑστέρᾳ», εμπερικλείει τη διατύπωση μίας ελεύθερης, παρ’ όλα αυτά, επιλογής μέσα στα ασφυκτικά πλαίσια τού αναπόδραστου τής μοίρας.

Η εθελοθυσία αποκτά νόημα όταν προσφέρεται όχι για την εξυπηρέτηση ευτελών σκοπών αλλά για μία υψηλή ιδέα, έτσι που ο θυσιαζόμενος από θύμα να αναδεικνύεται σε μάρτυρα και από παράπλευρη απώλεια σε σύμβολο.

Με τη συγκεκριμένη μεταστροφή επιχειρείται μία οντολογική ερμηνεία τού ανθρώπου, η διερεύνηση τής σχέσης του με τον κόσμο του και η διατύπωση μίας εκδοχής τού πώς δύναται να ορίσει τη θέση του σε αυτόν αλλά και την ευθύνη του απέναντί του. Ο Ευριπίδης στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» αναφέρεται στο πολυσύνθετο τής ανθρώπινης φύσης παραθέτοντας δύο αχώριστες όσο και αλληλοσυγκρουόμενες πτυχές της, των ενστίκτων αλλά και τής διανοητικότητας.

Η παράσταση σε σκηνοθεσία Αιμ. Χειλάκη – M. Δούνια ανέσυρε στην επιφάνεια τεχνικές και αισθητικές αρχαίας παραστατικότητας εγκιβωτισμένες μέσα σε ένα άριστα διευθετημένο και κατά το «εἰκός καί ἀναγκαίον» ερμηνευτικό πλαίσιο που συνυπάρχει αγαστά με τις σύγχρονες σκηνικές απαιτήσεις.

Τρεις υποκριτές σε τρία τροχήλατα επίπεδα, υποδήλωση διαφορετικών κοινωνικών ρόλων, ψυχισμών, θέσεων, κοσμοθεωριών και κινήτρων, ξεδίπλωσαν με θαυμαστή συμπυκνωμένη ποιότητα όλα τα πρόσωπα τής τραγωδίας με τα απαραίτητα διακριτά χαρακτηριστικά τους.

Ο Αγαμέμνονας με τη ρυθμική εκείνη τού λόγου που αναχαιτίζει τη μεσολάβηση τής λογικής και τού πατρικού φίλτρου και εξυπηρετεί την Ανάγκη, και ο Αχιλλέας ως κωμικό προανάκρουσμα τού Miles Gloriosus τού Πλαύτου από τον Αιμ. Χειλάκη, η προσηλωμένη στις παραδόσεις, ορθολογίστρια, εξανισταμένη και ψυχικά σπαρασσόμενη Κλυταιμνήστρα, καθώς και ο εγωιστής, ασεβής και ευμετάβολος Μενέλαος από την Αθ. Μαξίμου, ο πιστός πρεσβύτης και η Ιφιγένεια με την ευθυτενή ψυχή, την παρρησία και τη διαύγεια σκέψης και συναισθημάτων από την Λ. Παπαληγούρα, σε συνδυασμό με την έντεχνη προσαρμογή τού μουσικού ιδιώματός του στις διαστάσεις τού τραγικού λόγου από τον Στ. Κραουνάκη, συνέθεσαν την αρτιότερη παραγωγή αρχαίου δράματος τής θερινής περιόδου.

Διαβάστε επίσης