Μαθήματα πολιτικής οικονομίας

Ήταν 26 Ιουνίου του 1963 όταν ο Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι επισκεπτόταν το Δυτικό –διχοτομημένο τότε– Βερολίνο. Ήταν η ημέρα που ο «οικοδεσπότης» καγκελάριος της Δ. Γερμανίας, Κόνραντ Αντενάουερ, και ο δήμαρχος της πόλης, Βίλι Μπραντ, ξεναγούσαν τον Κένεντι στο Τείχος του Βερολίνου, με τον τότε πλανητάρχη να κλείνει την ιστορική ομιλία του με τη φράση «Ich bin ein Berliner» (μτφ. «Είμαι ένας Βερολινέζος»).

Η Αθήνα του 2016 δεν μπορεί να έχει παράπονο από την αντίστοιχη επίσκεψη ενός Αμερικανού προέδρου, έστω και απερχόμενου. Ο Μπαράκ Ομπάμα ήρθε, είδε και απήλθε, αναφωνώντας στο τέλος της δικής του συγκινητικής ομιλίας «Ζήτω η Ελλάς». Και τώρα που το πουλάκι… πέταξε, ορθώς αναζητούμε τα οφέλη αυτής της επίσκεψης. Ορθώς διαπιστώνουμε, λ.χ., ότι ο Ομπάμα έφυγε αλλά τα πραγματικά προβλήματα έμειναν πίσω και έμειναν άλυτα. Επίσης ορθή είναι η αίσθηση ότι ο Αμερικανός πρόεδρος έκανε το… χρέος του με το ελληνικό χρέος (με το μήνυμα περί λιτότητας προς τη Γερμανία), αφήνοντας ωστόσο ελαφρώς κατσουφιασμένη την Αθήνα λόγω των light αναφορών του στο Κυπριακό και της «απαίτησης» να διατηρηθούν εν ισχύι οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας, την οποία η Ελλάδα προσεγγίζει.

Είναι σκόπιμο, λοιπόν, να σταθούμε στα… κομψευάμενα και να ξεπεράσουμε την ουσία της επίσκεψης Ομπάμα; Ίσως και να είναι. Κατ’ αρχάς, είναι πλέον ελάχιστες οι φορές που η Ελλάδα ακούει να την εξυμνούν, οπότε δικαίως υπερηφανευόμαστε. Η περηφάνεια δεν εκπορεύεται καν από το γεγονός ότι ο Ομπάμα άνοιξε την ομιλία του απαγγέλλοντας Ελύτη. Η υπερηφάνεια γεννιέται επειδή είναι τεράστιο παράσημο να σου εκφράζει ένας ηγέτης του βεληνεκούς του Μπαράκ Ομπάμα την ευγνωμοσύνη του δυτικού κόσμου ως γενέτειρας των ιδεωδών της Δημοκρατίας.

Δεν είναι καν υπερφίαλο να χαμογελάμε επειδή ο Αμερικανός πρόεδρος υπενθύμισε ότι στους βραχώδεις λόφους της Αθήνας πριν από 25 αιώνες γεννήθηκε η ιδέα του κράτους και του δήμου, της ισχύος δηλαδή που προκύπτει από τον λαό. Εξήγησε επίσης ότι, επειδή οι ευγενείς ιδέες δεν αρκούν, η Ελλάδα «γέννησε» και τη Θέμιδα για να πραστατέψει με τον μανδύα της Δικαιοσύνης το νεοσύστατο πολίτευμα.

Ούτε θα ντραπούμε να πούμε ότι μας άρεσε να τον ακούμε να μιλάει στα ελληνικά για φουστανέλες και φιλότιμο. Αυτό που ενοχλεί είναι ότι αυτή η κληρονομιά που επικαλέστηκε με την ομιλία-παρακαταθήκη στη Δημοκρατία ο Ομπάμα δεν έχει αξιοποιηθεί ούτε στο ελάχιστο από τους σύγχρονους επιγόνους του Περικλή και του Αριστοτέλη. Αλλά, όπως είπε –και είναι αλήθεια–, η φλόγα παραμένει αναμμένη σε αυτά τα χώματα. Παραμένει ισχυρή η γενναιοδωρία των Ελλήνων, π.χ. προς τους πρόσφυγες που όπως είπε ο πρόεδρος Ομπάμα ενέπνευσε τον κόσμο. Παραμένει σε υψηλά επίπεδα και η έννοια της αξιοπρέπειας του πολίτη.

Αυτή επομένως την παρακαταθήκη, αυτό το μάθημα πολιτικής οικονομίας και όχι μόνο, που προσέφερε δωρεάν ο Ομπάμα στα μόλις 50 λεπτά της ομιλίας του στο Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», ας την αξιοποιήσει το εγχώριο πολιτικό σύστημα.
Ας κάτσει στα «θρανία», ας την ξαναδιαβάσει. Ίσως έτσι να μπορέσει να εμπνεύσει τους πολίτες ότι ακόμη και σε χαλεπούς καιρούς υπάρχει μέλλον. Και ίσως να βρει τη δύναμη να επιχειρηματολογήσει στους εκάστοτε Σόιμπλε της ευρωπαϊκής πολυκατοικίας ότι δεν γίνεται να τους παραδοθούν τα κλειδιά για το λεβητοστάσιο της ατέρμονης λιτότητας και της εσωστρέφειας που οδηγούν σε επιλογές τύπου Τραμπ (σήμερα) ή Λεπέν (αύριο).

Θα καταφέρουμε να τους πείσουμε; Ποιος ξέρει; Έτσι κι αλλιώς, αυτή η χώρα πάντα πολεμούσε κόντρα στις πιθανότητες. Ας το κάνει και τώρα…

Διαβάστε επίσης