Το «άτακτο» νομοσχέδιο και οι… αίολοι τακτικοί δικαστές

 

Την ώρα που ο – εκ νέου τοποθετημένος – Υφυπουργός Αθλητισμού, Σταύρος Κοντονής, «απειλεί» και πάλι τις ευρωπαϊκές μας ομάδες με αποκλεισμό από τις διοργανώσεις της UEFA, η «Α» υπενθυμίζει σε όλους ότι καλό θα ήταν να γίνει μία δεύτερη ανάγνωση του νέου αθλητικού νομοσχεδίου, για να πάψουν οι απειλές και να ξεκαθαρίσει η κατάσταση.

Με τη βοήθεια του προέδρου του ΙΔΕΑΔ, Ανδρέα Μαλάτου, εξηγούμε το πως καταφέρνει η ΕΠΟ και «ποιεί τη νήσσα» στο θέμα των τακτικών δικαστών και το γιατί το νομοσχέδιο του κυρίου Κοντονή είναι ημιτελές και επιτρέπει στην Ομοσπονδία να ορίζει όποιον θέλει στο Διαιτητικό Δικαστήριο, που προφανώς είναι και το πιο κρίσιμο, ως «τελεσίδικο».

Ας δούμε κατ’ αρχήν τι ορίζει το αμφιλεγόμενο Άρθρο 5 του νέου αθλητικού νομοσχεδίου:

 Άρθρο 5:Πειθαρχικά και δικαιοδοτικά όργανα-

Τροποποίηση των άρθρων 119 και 127Β του Ν. 2725/1999

 

  1. Μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος και κατόπιν απόφασης του αρμοδίου οργάνου της ΕΠΟ, η οποία πρέπει να ληφθεί εντός της ίδιας προθεσμίας, ανασυγκροτούνται τα πειθαρχικά και δικαιοδοτικά όργανα του ποδοσφαίρου, αποτελούμενα εφεξής από τακτικούς δικαστές με βαθμό Πρωτόδικη στα πρωτοβάθμια όργανα και Προέδρου Πρωτοδικών στα δευτεροβάθμια όργανα, με τριετή θητεία η οποία δεν ανανεώνεται. Αμφότεροι επιλέγονται και ορίζονται από την ΕΠΟ από κατάλογο που συγκροτεί και αποστέλλει σε αυτήν ο Προϊστάμενος του Πρωτοδικείου Αθηνών ή άλλο αρμόδιο δικαστικό όργανο.
  2. Μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος και κατόπιν απόφασης του αρμοδίου οργάνου της ΕΠΟ, η οποία πρέπει να ληφθεί εντός της ίδιας προθεσμίας, υπεύθυνος άσκησης δίωξης πειθαρχικών ποδοσφαιρικών αδικημάτων αναλαμβάνει εν ενεργεία εισαγγελικός λειτουργός με βαθμό εισαγγελέα πρωτοδικών, ο οποίος αναπληρώνεται από εν ενεργεία εισαγγελικό λειτουργό με βαθμό αντιεισαγγελέα πρωτοδικών, με τριετή θητεία, η οποία δεν ανανεώνεται. Αμφότεροι επιλέγονται και ορίζονται από την ΕΠΟ, από κατάλογο που συγκροτεί και αποστέλλει σε αυτήν ο Προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών ή άλλο αρμόδιο δικαστικό όργανο.
  3. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 119 του Ν. 2725/1999, όπως ισχύει, η φράση «εκτός του ποδοσφαίρου» διαγράφεται.
  4. Η παρ. 1 του άρθρου 127Β του Ν. 2725/1999, όπως ισχύει, καταργείται.

 Οι ρυθμίσεις αυτές συναρτώνται άμεσα με το άρθρο 89 παρ.2 του Συντάγματος, μετά την αναθεώρηση του 2001, όπου προβλέπεται ότι : «Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται στους δικαστικούς λειτουργούς να μετέχουν σε συμβούλια και επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα, εφόσον η συμμετοχή τους αυτή προβλέπεται ειδικά από το νόμο. Νόμος προβλέπει την αντικατάσταση  δικαστικών λειτουργών από άλλα πρόσωπα  σε συμβούλια ή επιτροπές που συγκροτούνται με δήλωση βούλησης ιδιώτη εν ζωή ή αιτία θανάτου, εκτός από τις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου.

Σε εφαρμογή αυτής της συνταγματικής επιταγής με το άρθρο 2 παρ.3 του νόμου 2993/2002 «Τροποποίηση διατάξεων κώδικα οργανισμού δικαστηρίων» προβλέφθηκε η αντικατάσταση όλων των τακτικών δικαστών που μετείχαν στα δικαιοδοτικά όργανα του ποδοσφαίρου βάσει των διατάξεων του νόμου 2725/1999 με πανεπιστημιακούς και με μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Όμως πριν καν εφαρμοστεί η παραπάνω ρύθμιση, με τον νόμο 3057/2002 ο νομοθέτης επανέφερε τους τακτικούς δικαστές στα όργανα του ποδοσφαίρου, όπου με τα άρθρα 119,120,121 και 127Β προέβλεψε την συγκρότηση πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων πειθαρχικών επιτροπών με συγκεκριμένες συνθέσεις και συγκεκριμένες αρμοδιότητες και διαδικασίες.

Αντιπαρερχόμενοι τις σοβαρές ενστάσεις νομοτυπικού αλλά και συνταγματικού περιεχομένου, που εγείρονται σχετικά με το εάν οι εφαρμοστικές του Συντάγματος διατάξεις του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων μπορούν να καταργηθούν σιωπηρά με απλό μεταγενέστερο νόμο, αντίθετου  περιεχομένου αλλά παντελώς ασχέτου ρυθμιστικού πεδίου αναφοράς, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ο νόμος 3057/2002 τουλάχιστον κάλυπτε το τυπικό και ουσιαστικό προαπαιτούμενο του Συντάγματος για ειδική πρόβλεψη της συμμετοχής , στην οποία περιελάμβανε όχι μόνο τον αριθμό και τον βαθμό των δικαστών που θα μετέχουν, αλλά και τον αριθμό και το είδος των πειθαρχικών οργάνων, τις αρμοδιότητές τους, το κύρος, την εφεσιμότητα και την εκτελεστότητα των αποφάσεών τους κλπ.

Αντίθετα, το άρθρο 5 παρ.1 του νόμου 4326/2015 αναφέρεται γενικά και αόριστα σε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια πειθαρχικά και δικαιοδοτικά όργανα του ποδοσφαίρου, χωρίς να εξειδικεύει σε ποια αναφέρεται, χωρίς να προβλέπει έστω και υποτυπωδώς κάποιο πλαίσιο διαδικασίας και  αρμοδιοτήτων που οι δικαστικοί λειτουργοί καλούνται να ασκήσουν.

Σαφέστατη η… ασάφεια του νομοθέτη

Όμως με αυτή τη γενική και αόριστη αναφορά ο ίδιος ο νομοθέτης δημιουργεί  εξ αρχής σύγχυση, ασάφεια και ανασφάλεια για το δέον γενέσθαι στο χώρο του ποδοσφαίρου. Ποια πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια  πειθαρχικά και δικαιοδοτικά όργανα του ποδοσφαίρου εννοεί; Της ΕΠΟ; Των επαγγελματικών ενώσεων; Των τοπικών ερασιτεχνικών ενώσεων; Αυτά που προβλέπει ο νόμος 2725/1999 όπως ισχύει σήμερα; Μήπως αυτά που προβλέπει το καταστατικό της ΕΠΟ ή τα καταστατικά των ενώσεων-μελών της; Περιλαμβάνονται στην πρόβλεψή του και τυχόν τριτοβάθμια όργανα, παρότι δεν τα αναφέρει; Αναφέρεται μόνο σε αυτά που υπάρχουν σήμερα ή μήπως και όσα δημιουργηθούν από την ΕΠΟ μελλοντικά; Διότι όλα αυτά είναι πειθαρχικά όργανα του ποδοσφαίρου.

Ανάλογα ζητήματα θα μπορούσαμε να θέσουμε και για την δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου που αναφέρεται στην στελέχωση της θέσης του ποδοσφαιρικού εισαγγελέα με εν ενεργεία εισαγγελέα, παρότι εδώ τα πράγματα δεν περιπλέκονται σε τόσο μεγάλο βαθμό.

Σε όλες βέβαια τις περιπτώσεις το συμπέρασμα παραμένει το ίδιο. Όλα αυτά τα ερωτήματα δημιουργούνται διότι ο νομοθέτης στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν τήρησε την συνταγματική υποχρέωσή του για ειδική πρόβλεψη ως προς την στελέχωση  με τακτικούς δικαστές, δεν προσδιόρισε ειδικά και συγκεκριμένα ούτε τα όργανα που θα στελεχωθούν, ούτε τις αρμοδιότητές τους, όπως το Σύνταγμα απαιτεί για την προστασία του κύρους του δικαστή, όταν αυτός ασκεί καθήκοντα εκτός της δικαιοδοτικής του λειτουργίας.

Το αποτέλεσμα της κακής νομοθέτησης αποκαλύπτεται εναργέστερα στις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 5. Από όλες τις ενέργειες για την εφαρμογή του από τους ενδιαφερόμενους φορείς (ανταλλαγή εγγράφων και επιστολών μεταξύ Υπουργείου Αθλητισμού, Υπουργείου Δικαιοσύνης και ΕΠΟ) προκύπτει ότι το μεν Υπουργείο Αθλητισμού δεν είχε κατανοήσει τι ακριβώς νομοθέτησε, το δε Υπουργείο Δικαιοσύνης και η ΕΠΟ τι ακριβώς καλούνταν να εφαρμόσουν. Διότι δεν εξηγείται διαφορετικά το γεγονός ότι όλο αυτό το διάστημα και οι τρείς αυτοί φορείς βρίσκονταν σε μια διαδικασία στελέχωσης τριμελών πρωτοβάθμιων πειθαρχικών επιτροπών, την ώρα που με τις παραγράφους 3 και 4 οι επιτροπές αυτές καταργούνται και επανερχόμαστε στο παλαιό σύστημα του μονομελούς δικαιοδοτικού οργάνου.

Και τούτο διότι λέγοντας ο νόμος ότι στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 119 του Ν. 2725/1999, όπως ισχύει, η φράση «εκτός του ποδοσφαίρου» διαγράφεται, επαναφέρει προφανέστατα το ποδόσφαιρο στο κοινό καθεστώς των μονομελών πρωτοβάθμιων δικαιοδοτικών οργάνων του άρθρου 119 που ισχύει για όλες τις ομοσπονδίες και τους επαγγελματικούς συνδέσμους όλων των ομαδικών αθλημάτων. Αυτή η επαναφορά επιβεβαιώνεται με την επόμενη παράγραφο 4 με την οποία καταργείται η   παρ. 1 του άρθρου 127Β του Ν. 2725/1999, όπως ισχύει, δηλαδή καταργούνται οι πρωτοβάθμιες πειθαρχικές επιτροπές στις επαγγελματικές λίγκες.

Όμως η αβελτηρία της κακής νομοθέτησης παραμένει. Διότι ο νόμος, ίσως εκ παραδρομής, δεν καταργεί και την δεύτερη παράγραφο του άρθρου 127Β, που προβλέπει την πρωτοβάθμια τριμελή πειθαρχική επιτροπή της ΕΠΟ. Έτσι,  δημιουργούνται δύο ταυτόχρονα ισχύουσες αλλά αντικρουόμενες μεταξύ τους διατάξεις με τις οποίες το πρωτοβάθμιο πειθαρχικό όργανο της ΕΠΟ από τη μια εγκαθιδρύεται ως μονομελές και από την άλλη ως τριμελές.

Θα μπορούσε εδώ να ισχυρισθεί κανείς ότι  η εκδοχή του τριμελούς οργάνου δικαιολογείται ως εξαίρεση του κανόνα που θέτει το άρθρο 119, ενδεχομένως λόγω του μεγάλου αριθμού των ομάδων που συμμετέχουν στη Γ΄ Εθνική. Όμως και στην περίπτωση αυτή θα όφειλε κανείς να κατανείμει σε περισσότερους δικαστές τις υποθέσεις του μονομελούς οργάνου και όχι να συστήσει πολυμελές, που κατά την κοινή και αυτονόητη δικονομική παραδοχή επιλαμβάνεται μείζονος σημασίας υποθέσεων. Αλλωστε και το Ειρηνοδικείο Αθηνών μονομελές δικαστήριο είναι, διαθέτει όμως δεκάδες Ειρηνοδίκες.

Και τώρα τι γίνεται;

 Με βάση τις δύο αυτές παραμέτρους η συνταγματικά ανεκτή εφαρμογή του άρθρου 5 του νόμου 4326/2015 διαμορφώνεται ως εξής:

 

  1. Με τακτικούς δικαστές μπορούν να στελεχωθούν μόνο τα ειδικώς προβλεπόμενα στο νόμο 2725/1999, όπως σήμερα ισχύει, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια πειθαρχικά και δικαιοδοτικά όργανα, ήτοι τα πρωτοβάθμια όργανα της ΕΠΟ και των δύο επαγγελματικών ενώσεων και η δευτεροβάθμια επιτροπή εφέσεων της ΕΠΟ.
  2. Όλα τα πρωτοβάθμια όργανα θα πρέπει να είναι μονομελή σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 119 του νόμου 2725/1999. Αυτό συνάγεται ερμηνευτικά και για το πρωτοβάθμιο όργανο της ΕΠΟ, διότι θα ήταν πραγματικό και νομικό παράδοξο ο νόμος να απαιτεί μονομελή όργανα για τις κατά τεκμήριο μείζονος σημασίας υποθέσεις της Α΄ και Β΄ Κατηγορίας ποδοσφαίρου και τριμελές για αυτές της κατώτερης  Γ΄ Κατηγορίας.
  3. Το λεγόμενο Διαιτητικό δικαστήριο της ΕΠΟ δεν μπορεί να στελεχωθεί με τακτικούς δικαστές, διότι δεν το προβλέπει ειδικά ο νόμος. Ούτε όμως μπορεί να εξετάζει σε δεύτερο ή τρίτο βαθμό υποθέσεις που έχουν κριθεί από τακτικούς δικαστές, διότι δεν το επιτρέπει η συνταγματική επιταγή για την προστασία του κύρους των δικαστικών λειτουργών
  4. Τυχόν διατάξεις του καταστατικού και των κανονισμών της ΕΠΟ που προβλέπουν ή οδηγούν σε αντίθετα από τα παραπάνω αποτελέσματα, θα πρέπει να θεωρούνται ανίσχυρες ως αντιβαίνουσες στο νόμο και θα πρέπει να τροποποιηθούν άμεσα. Γι’ αυτό όλοι οι κανονισμοί της ΕΠΟ θα πρέπει να υποβληθούν άμεσα στην ΓΓΑ για έλεγχο νομιμότητας όπως ορίζει ο νόμος, να ελεγχθεί η συμβατότητά τους με τις βασικές αρχές που αναπτύξαμε παραπάνω, οι δε τακτικοί δικαστές οφείλουν να τους εφαρμόζουν μόνο εφόσον έχει τηρηθεί αυτή η διαδικασία νομιμοποίησής τους. Η προστασία του κύρους του δικαστή, πλην των όσων προαναφέραμε, απαιτεί και την εκ μέρους του εφαρμογή τυπικά και ουσιαστικά νομίμων ιδιωτικών κανονισμών.
  5. Αντίστοιχα ισχύουν και για την στελέχωση των επιτροπών επίλυσης οικονομικών διαφορών του άρθρου 95 Ν. 2725/1999, το οποίο προβλέπει ειδικά την σύνθεση, στελέχωση και λειτουργία των οργάνων αυτών με τακτικούς δικαστές και που μέχρι τώρα αυθαίρετα και παράνομα η ΕΠΟ παραβίαζε με άλλοθι το κακώς νοούμενο αυτοδιοίκητο του Ν. 3479/2006.
  6. Όλα τα παραπάνω επιβάλλεται πλέον να εφαρμόζονται  από τα δικαστήρια, τις αθλητικές αρχές και τα όργανα του ποδοσφαίρου υπό το πρίσμα της νέας περί αυτοδιοίκητου διάταξης του Ν. 4326/2015, η οποία επιβάλλει το αυτονόητο, ήτοι την εφαρμογή των ποδοσφαιρικών κανονισμών μέσα στο πλαίσιο του Συντάγματος, του Ν.2725/1999,όπως σήμερα ισχύει, και της εν γένει νομοθεσίας.

Και για να είμαστε, τέλος, δίκαιοι και ειλικρινείς θα πρέπει κ να επισημάνουμε, ότι την κατάκτηση του αυτονόητου, που επί χρόνια προσπαθούσαμε να πετύχουμε χωρίς αποτέλεσμα, την πετύχαμε τελικά στο πλαίσιο αυτής της κακής νομοθέτησης, με την συναίνεση μάλιστα των διεθνών ποδοσφαιρικών ομοσπονδιών, και οφείλουμε να την αποδώσουμε εξ ολοκλήρου στην πολιτική ικανότητα του Υφυπουργού Αθλητισμού Σταύρου Κοντονή, ως μέγιστη πολιτική συνεισφορά του στην κοινή προσπάθεια για την εμπέδωση  νομιμότητας και αξιοπιστίας στο ελληνικό ποδόσφαιρο.

 

Διαβάστε επίσης