Χωρίς ψυχομετρικά τεστ οι μισοί αστυνομικοί

«Η Αστυνομία έχει εντάξει στους κόλπους της εδώ και χρόνια γιατρούς και ψυχολόγους οι οποίοι μεριμνούν για τους συναδέλφους, όμως ο αριθμός τους δεν επαρκεί ώστε το προσωπικό της ΕΛ.ΑΣ. να ελέγχεται τόσο συχνά όσο επιβάλλουν οι συνθήκες της εποχής», δηλώνει στην «Α» ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Αστυνομικών Υπαλλήλων, Γρηγόρης Γερακαράκος.

Ρεπορτάζ: Κώστας Παπαδόπουλος

Όπως είθισται σε αυτήν την χώρα, χρειάζεται ένα μοιραίο περιστατικό ώστε το ζήτημα της πρόληψης να έρχεται στην επιφάνεια. Αυτήν την φορά αφορμή είναι η οικογενειακή τραγωδία στους Αγίους Αναργύρους, με τον αρχιφύλακα Χρήστο Ζαπαντιώτη να δολοφονεί κατά σειρά την σύζυγο, την πεθερά και την μόλις 3,5 ετών κόρη του, ενώ στην συνέχεια να δίνει και ο ίδιος τέλος στην ζωή του. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι όπλισε το χέρι του 47χρονου αστυνομικού –φρουρός από το 1996 του Κώστα Σημίτη–, κανείς δεν μπορεί να πιστέψει πως χάθηκαν αυτές οι ψυχές τόσο άδικα! Μόλις λίγες ώρες πριν από το μοιραίο βράδυ της Κυριακής 17 Δεκεμβρίου ο Ζαπαντιώτης κι ένας ακόμη αστυνομικός ήταν μαζί με τον πρώην πρωθυπουργό στα Ιωάννινα, και το μόνο που έδειχνε να τον απασχολεί ήταν το πόσο γρήγορα θα περάσει η ώρα για να βρεθεί στην αγκαλιά του παιδιού του, την «μπουμπού» του όπως αποκαλούσε την μόλις 3,5 ετών κόρη του.

Από το 2009, όταν με βάση τον νόμο 3169/2013 ξεκίνησαν οι εξετάσεις – ψυχομετρικά τεστ των αστυνομικών όσον αφορά την καταλληλότητά τους να φέρουν όπλο, έχουν περάσει από την αρμόδια υγειονομική υπηρεσία περίπου 27.000 άνδρες και γυναίκες της ΕΛ.ΑΣ., ποσοστό ελαφρώς μικρότερο από το 50% των περίπου 55.000 αστυνομικών. Απ’ αυτούς τους 27.000 απέτυχαν να περάσουν τα τεστ περίπου 350 άτομα, οι οποίοι και αφοπλίστηκαν, ενώ άγνωστο παραμένει πότε θα υποβληθούν σε εξέταση οι υπόλοιποι 28.000 αστυνομικοί. Ο λόγος δεν είναι άλλος από την λειψανδρία που υπάρχει. Στην Αττική, για παράδειγμα, υπάρχει μόλις μία επιτροπή (αποτελείται από έναν ψυχίατρο και δύο ψυχολόγους) για σχεδόν 19.000 αστυνομικούς, η οποία εξετάζει την καταλληλότητά τους να φέρουν όπλο, ενώ μόλις οχτώ είναι οι ψυχολόγοι και οι ψυχίατροι που την απαρτίζουν.

«Φωτογραφία της στιγμής»

Σύμφωνα με τον νόμο 3169/2003, «οι υγειονομικές επιτροπές της ΕΛ.ΑΣ. προχωρούν σε εξέταση για τον έλεγχο καταλληλότητας μέσα σε ένα έτος μετά τη συμπλήρωση πενταετίας από την αποφοίτηση των αστυνομικών από τις Σχολές Αστυφυλάκων και Αξιωματικών (…) Οι αστυνομικοί που δεν έχουν υποβληθεί σε ψυχοτεχνικές δοκιμασίες για την εισαγωγή τους στην Αστυνομία υποβάλλονται στις δοκιμασίες αυτές μέσα σε πέντε έτη από την έναρξη της ισχύος του νόμου». Κάτι τέτοιο αποδεικνύεται ουτοπικό, με την περίπτωση Ζαπαντιώτη να είναι χαρακτηριστική: Εισήλθε στο Σώμα το 1992, από το 1996 αποσπάστηκε στην φρουρά του Κώστα Σημίτη, αλλά πέρασε ψυχομετρικά τεστ πρώτη φορά το 2011 –μετά από 19 χρόνια ένοπλης υπηρεσίας– και ούτε λόγος για επανεξέταση. Βέβαια, οι ίδιοι οι ψυχολόγοι χαρακτηρίζουν ως «φωτογραφία της στιγμής» την συγκεκριμένη εξέταση, καθώς «δεν σημαίνει ότι όσοι κρίνονται κατάλληλοι από τι επιτροπές είναι απαραίτητα ψυχικά υγιείς. Και αυτό διότι λόγω του όγκου δουλειάς οι επιτροπές κρίνουν ακατάλληλους μόνο τις πολύ σοβαρές περιπτώσεις. Δεν σημαίνει ότι επειδή είναι ψυχικά υγιής κάποιος τώρα, θα είναι και σε τρία χρόνια».

Την ίδια ώρα, από τον Μάρτιο έως τον Νοέμβριο του 2017, η Γραμμή Ψυχολογικής Υποστήριξης της ΕΛ.ΑΣ. δέχθηκε 606 κλήσεις. Οι 228 ήταν οι άνδρες και οι 308 γυναίκες που κάλεσαν, ενώ συνολικά ήταν 208 εν ενεργεία αστυνομικοί, 12 συνταξιούχοι, 159 μέλη (π.χ. πολιτικό προσωπικό) και 227 άλλες περιπτώσεις. Επιπλέον, 70 ήταν οι αναπάντητες κλήσεις που για τους επιστήμονες της ΕΛ.ΑΣ. έχουν την σημασία τους, 180 κάλεσαν για να ζητήσουν ενημέρωση, 106 ψυχολογική υποστήριξη, 201 συμβουλευτική, και 119 ζήτησαν άλλους τρόπους βοήθειας. Οι αριθμοί δείχνουν την ψυχολογική πίεση που ασκείται στους αστυνομικούς, όμως ακόμη και σήμερα το να προσφύγει κάποιο στέλεχος της ΕΛ.ΑΣ. σε έναν ειδικό αποτελεί ταμπού.

«Δοκιμάζονται οι αντοχές»

«Η ψυχική ενδυνάμωση του αστυνομικού είναι απαραίτητη για να εκπληρώσει με επιτυχία την πολύπλευρη και επικίνδυνη αποστολή του. Η φύση της εργασίας του είναι τέτοια που πολύ συχνά οι ανθρώπινες αντοχές δοκιμάζονται. Ο αστυνομικός χρειάζεται να μπορεί να αναγνωρίζει σε πρώιμο στάδιο τυχόν δυσλειτουργικά σημάδια (σε επίπεδο σκέψης, συναισθηματικής κατάστασης, σωματοποιήσεων και συμπεριφοράς), όπως π.χ. αυτά που οφείλονται σε μετατραυματική διαταραχή και με πρωτοβουλία του να απευθύνεται στις υπηρεσιακές δομές ψυχικής υγείας για ψυχοεκπαίδευση και καθοδήγηση», αναφέρεται σε σχετικό ενημερωτικό σημείωμα της Διεύθυνσης Υγειονομικού του Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ.

Διαβάστε επίσης