
30 Ιανουαρίου 1923: Το μόνιμο ιστορικό τραύμα των «ανταλλάξιμων»
Η χρονοκάψουλα της «Α» θυμάται την τραυματική ανταλλαγή 1,6 εκατομμύριου ανθρώπων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας λίγους μήνες πριν μπουν οι υπογραφές στη Συνθήκη της Λωζάννης
Επιμέλεια: Νίκος Τσαγκατάκης
Αντίστροφα κυλούν οι ημέρες για την οριστικοποίηση της ημερομηνίας που ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα μπει στο πρωθυπουργικό αεροσκάφος και θα «πετάξει» με προορισμό την Άγκυρα. Εκεί, ως γνωστόν, ο πρωθυπουργός θα συναντηθεί με το πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο πλαίσιο των εργασιών του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας η οποία μετά από σειρά αναβολών οδεύει στην πραγματοποίησή της.

Είναι γεγονός ότι η συνάντηση των δύο ηγετών θα πραγματοποιηθεί –εκτός συγκλονιστικού απροόπτου– σε μια περίεργη χρονική συγκυρία που δεν αφορά αποκλειστικά την επαυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα και τον ανυποχώρητο αναθεωρητισμό της Τουρκίας. Αφορά και το ιστορικό παρελθόν, πρόσφατο και απώτερο, των ελληνοτουρκικών που έχει αφήσει εμφανείς «ουλές» στην ελληνική συλλογική συνείδηση. Αυτό, λοιπόν, το ιστορικό παρελθόν έχει καταγεγραμμένες στο καλεντάρι του ημερομηνίες που όσο και να τις τρώει το… αγιάζι του χρόνου το αποτύπωμά τους δεν σβήνει. Η 30ή Ιανουαρίου 1923 είναι μία από αυτές. Γιατί; Διότι με μία υπογραφή, σε ένα τραπέζι διπλωματών στη Λωζάννη της Ελβετίας και επτά μήνες πριν σφραγιστεί η ομώνυμη συνθήκη, περίπου δύο εκατομμύρια άνθρωποι βαφτίστηκαν «ανταλλάξιμοι».
Η νομιμοποίηση του ξεριζωμού

Η ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών του 1923 υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες και πιο ριζικές αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών που γνώρισε ποτέ η Ευρώπη σε καιρό ειρήνης. Δεν αποτέλεσε απλώς παράρτημα της Συνθήκης της Λωζάννης, αλλά θεμέλιο λίθο της συγκρότησης των εθνικών κρατών Ελλάδας και Τουρκίας, με κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συνέπειες που φτάνουν μέχρι και τις μέρες μας.
Με τη Σύμβαση που υπογράφηκε στις 30 Ιανουαρίου 1923, αποφασίστηκε η υποχρεωτική και μόνιμη μετακίνηση πληθυσμών με αποκλειστικό κριτήριο τη θρησκευτική ταυτότητα. Περίπου 1.221.000 Έλληνες Ορθόδοξοι εκδιώχθηκαν από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο, την Ανατολική Θράκη και τον Καύκασο, ενώ 355.000 έως 400.000 Μουσουλμάνοι εγκατέλειψαν την Ελλάδα. Συνολικά, περισσότεροι από 1,6 εκατομμύρια άνθρωποι αποκόπηκαν νομικά και φυσικά από τις πατρίδες τους.
Η ανταλλαγή δεν ξεκίνησε το 1923. Όταν υπογράφηκε η Σύμβαση, η πραγματικότητα είχε ήδη διαμορφωθεί στο πεδίο. Μετά την ήττα του ελληνικού στρατού και την καταστροφή της Σμύρνης τον Σεπτέμβριο του 1922, υπολογίζεται ότι πάνω από 900.000 Έλληνες της Μικράς Ασίας είχαν ήδη εγκαταλείψει τις εστίες τους, καταφεύγοντας στην Ελλάδα με κάθε μέσο: πλοία, φορτηγίδες, ακόμα και πεζή. Η ανταλλαγή ήρθε να νομιμοποιήσει εκ των υστέρων τον ξεριζωμό.

Την ίδια στιγμή, το κεμαλικό καθεστώς επιδίωκε να παγιώσει ένα εθνικά και θρησκευτικά ομοιογενές κράτος. Το 1906, οι μη μουσουλμανικοί πληθυσμοί αποτελούσαν περίπου 20% του πληθυσμού της Μικράς Ασίας. Μέχρι το 1927, το ποσοστό αυτό είχε περιοριστεί στο 2,6%, σύμφωνα με την πρώτη απογραφή της Τουρκικής Δημοκρατίας. Όπως σημειώνει ο Αμερικανός ιστορικός Νόρμαν Νέιμαρκ η ανταλλαγή αποτέλεσε το τελικό στάδιο μιας ευρύτερης διαδικασίας εθνοκάθαρσης που περιλάμβανε Αρμένιους, Ασσυρίους και Έλληνες.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η ανταλλαγή δεν βασίστηκε στην εθνική συνείδηση ή τη γλώσσα, αλλά στο θρήσκευμα. Τουρκόφωνοι Ορθόδοξοι της Καππαδοκίας, Αραβόφωνοι Χριστιανοί, ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι της Μακεδονίας και της Ηπείρου, Βαλαάδες, Τουρκοκρητικοί και μουσουλμάνοι Ρομά αντιμετωπίστηκαν ως «ανταλλάξιμο υλικό». Πολλοί από αυτούς ήταν βετεράνοι των στρατών των χωρών τους ή πολίτες δεύτερης και τρίτης γενιάς. Κανείς τους δεν εκπροσωπήθηκε στη Λωζάννη.
Οι εξαιρέσεις –οι Ρωμιοί της Κωνσταντινούπολης, οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης, καθώς και οι κάτοικοι της Ίμβρου και της Τενέδου– θεωρήθηκαν αναγκαίες για τη διατήρηση μιας κατ΄ επίφαση ισορροπίας. Το 1924, ο ελληνικός πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης ανερχόταν σε περίπου 200.000 άτομα. Ογδόντα χρόνια αργότερα, μετά από διαδοχικά κύματα διώξεων, νόμους επαγγελματικού αποκλεισμού, τον κεφαλικό φόρο Βαρλίκ Βεργκισί (1942) και τα Σεπτεμβριανά του 1955, ο αριθμός αυτός είχε μειωθεί σε λιγότερους από 3.000.
Επιχείρηση χωρίς ιστορικό προηγούμενο
Η πρακτική εφαρμογή της ανταλλαγής υπήρξε χαοτική. Ο Φρίντγιοφ Νάνσεν, ύπατος αρμοστής της Κοινωνίας των Εθνών, είχε αναγνωρίσει ότι επρόκειτο για επιχείρηση άνευ ιστορικού προηγουμένου. Οι περιουσίες των ανταλλάξιμων πληθυσμών υποτίθεται ότι θα καταγράφονταν, θα αποτιμούνταν και θα αποζημιώνονταν. Στην πράξη, το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών περιουσιών στην Τουρκία δημεύθηκε ως «εγκαταλειμμένο» και περιήλθε στο κράτος. Οι μουσουλμανικές περιουσίες στην Ελλάδα πέρασαν επίσης στον κρατικό έλεγχο, με σημαντικές ανισότητες ως προς την αξία, καθώς οι Έλληνες της Ανατολίας κατείχαν δυσανάλογα μεγαλύτερο ποσοστό αστικής και εμπορικής περιουσίας.
Στην Ελλάδα, η άφιξη περίπου 1.250.000 προσφύγων σε μια χώρα 5 εκατομμυρίων κατοίκων ισοδυναμούσε με δημογραφικό σοκ. Ο πληθυσμός αυξήθηκε κατά σχεδόν 25% μέσα σε λίγα χρόνια. Η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων εγκατέστησε έως το 1928 πάνω από 70.000 αγροτικές οικογένειες, κυρίως στη Μακεδονία και τη Θράκη, αλλά δεκάδες χιλιάδες κατέληξαν στα μεγάλα αστικά κέντρα, σε πρόχειρους συνοικισμούς. Εκεί γεννήθηκε η σύγχρονη ελληνική αστυφιλία.
Οι κοινωνικές συνέπειες υπήρξαν βαθιές. Οι πρόσφυγες αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά της εργατικής τάξης, ενίσχυσαν το εργατικό κίνημα και συνέβαλαν στην εκλογική άνοδο της Αριστεράς. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές προσφυγικές συνοικίες διατηρούν έως σήμερα έντονη πολιτική μνήμη. Παράλληλα, ο φόβος κοινωνικής ανατροπής υπήρξε ένας από τους παράγοντες που διευκόλυναν την επιβολή του αυταρχικού καθεστώτος Μεταξά το 1936.
Στην Τουρκία, αντίθετα, η αποχώρηση της ελληνικής αστικής τάξης, που πριν τον πόλεμο έλεγχε έως και το 80–90% του εμπορίου σε ορισμένες περιοχές, άφησε την οικονομία χωρίς εσωτερικούς ανταγωνιστές. Όπως σημειώνει ο Τούρκος ιστορικός Καγκλάρ Κεϊντέρ, η κρατική γραφειοκρατία κυριάρχησε χωρίς αντίβαρα, γεγονός που συνέβαλε στην παγίωση του μονοκομματικού καθεστώτος για δεκαετίες.
Η ανταλλαγή πληθυσμών παρουσιάστηκε τότε ως «ανθρωπιστική λύση». Ο λόρδος Κάρζον, όμως, προειδοποίησε ότι επρόκειτο για μια σκληρή επιλογή «της οποίας το τίμημα θα πληρώνεται για εκατοντάδες χρόνια». Έναν αιώνα μετά, τα λόγια του ηχούν προφητικά. Τα εγκαταλελειμμένα χωριά, οι χαμένες περιουσίες, οι οικογενειακές μνήμες που επιβιώνουν μέσα από αφηγήσεις και τραγούδια υπενθυμίζουν ότι η ανταλλαγή δεν έλυσε το πρόβλημα των μειονοτήτων, το μετέτρεψε σε μόνιμο ιστορικό τραύμα.


