
7ετής διακυβέρνηση Κυριάκου: Κρατισμός και σοσιαλισμός με «γαλάζιο» περιτύλιγμα
Η θεσμική σήψη και ο ιστορικός ρόλος του Αντώνη Σαμαρά που αρνείται να γίνει συνένοχος στο μεγαλύτερο πολιτικό ναυάγιο της μεταπολίτευσης
Γράφει η «Άγρια Μέλισσα» (*)

Σήμερα ζούμε δύο διαφορετικές πραγματικότητες. Δύο απολύτως ασύμβατες Ελλάδες. Η μία Ελλάδα κατοικεί αποκλειστικά στα κυβερνητικά δελτία τύπου, στα αποστειρωμένα γραφεία του Μαξίμου, στα περίτεχνα χρωματιστά γραφήματα των υπουργείων και στα πρωτοσέλιδα των καλοταϊσμένων, ενσωματωμένων μέσων μαζικής ενημέρωσης.
Η άλλη Ελλάδα, η πραγματική, είναι αυτή που βρίσκεται εκεί έξω στον δρόμο: ιδρώνει, αγωνιά, μετράει τα ευρώ ένα προς ένα πριν φτάσει στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, ασφυκτιά κάτω από το αβάσταχτο βάρος της ακρίβειας, βλέπει το κράτος δικαίου να καταρρέει και νιώθει την εθνική της αξιοπρέπεια να καταρρακώνεται καθημερινά.
Και όσο η πρώτη, η «εικονική» Ελλάδα της εξουσίας, προσπαθεί με το ζόρι, με προπαγάνδα και με αλαζονεία να επιβληθεί στη δεύτερη, τόσο το χάσμα μεγαλώνει, αποκαλύπτοντας σταδιακά μια καλοστημένη, πανάκριβη, αλλά εξαιρετικά σαθρή βιτρίνα που είναι έτοιμη να θρυμματιστεί.
Αυτή η επταετία της διακυβέρνησης Μητσοτάκη αποδεικνύεται καθημερινά, σε όλα ανεξαιρέτως τα επίπεδα, καταστροφική για τη χώρα. Πρόκειται για ένα αποτυχημένο πείραμα που πήρε τη μορφή ενός ιδιότυπου, καθεστωτικού εκσυγχρονισμού, ο οποίος όμως στην πράξη δεν άφησε τίποτα όρθιο: διέλυσε την οικονομία της μεσαίας τάξης, μετέτρεψε την εξωτερική πολιτική σε άσκηση υποτέλειας και ακύρωσε την ίδια την ουσία της Δημοκρατίας.
Η βιτρίνα της αλαζονείας
Όλα ξεκινούν από το ύφος. Διότι, όπως έλεγαν οι παλαιότεροι, το ύφος της εξουσίας είναι ο αδιάψευστος καθρέφτης της ψυχής της. Ο Πρωθυπουργός δεν εμφανίζεται πλέον στο γυαλί, στο κοινοβούλιο ή στις στημένες συνεντεύξεις του ως ένας ηγέτης μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής δημοκρατίας που αισθάνεται την ανάγκη να λογοδοτήσει στον λαό του.
Αντιθέτως, εμφανίζεται με την αυστηρότητα, την υπεροψία και τον εκνευρισμό ενός αυταρχικού «δασκάλου», ο οποίος μαλώνει διαρκώς τους αδαείς και αχάριστους μαθητές του επειδή δεν έχουν την πνευματική ικανότητα να καταλάβουν πόσο… εκπληκτικά καλά πηγαίνουν τα πράγματα στη χώρα τους! Κουνάει μονίμως το δάχτυλο σε μια κοινωνία που τολμά να διαμαρτύρεται, υπονοώντας ευθέως ότι αν δεν βλέπουμε τον επίγειο παράδεισο που μας έχτισε, φταίει αποκλειστικά η δική μας μυωπία και η δική μας μιζέρια.
Και τι προβάλλουν τα κυβερνητικά στελέχη ως απόλυτο, ακλόνητο τεκμήριο της δήθεν ιστορικής τους επιτυχίας; Το 30% των δημοσκοπήσεων. Όμως, ας είμαστε απολύτως ειλικρινείς, ας κάνουμε στην άκρη τις επικοινωνιακές φούσκες και ας σπάσουμε αυτόν τον καθρέφτη της αυταπάτης: Αυτό το 30% δεν είναι σε καμία περίπτωση επιβεβαίωση κάποιου θριαμβευτικού κυβερνητικού έργου. Οι πολίτες δεν τους επιλέγουν από ενθουσιασμό, ούτε από τυφλή πίστη στο δήθεν «μεταρρυθμιστικό όραμα» του Μαξίμου.
Αυτό το ποσοστό είναι το καθαρό αποτύπωμα του απόλυτου φόβου και του πιο στυγνού πολιτικού κυνισμού. Είναι η λογική του εγκλωβισμού. Είναι ο εξουθενωμένος ψηφοφόρος που σκέφτεται μοιρολατρικά: «Αφού δεν υπάρχει κανένας απολύτως άλλος, αφού η αντιπολίτευση έχει μετατραπεί σε ένα θλιβερό τσίρκο εσωστρέφειας και αποσύνθεσης, ας μείνουμε με τον μονόφθαλμο».
Είναι η επιτομή της αλαζονείας ενός συστήματος εξουσίας που νιώθει ακλόνητο, όχι επειδή παράγει πραγματικό έργο ή ευημερία, αλλά αποκλειστικά και μόνο επειδή η πολιτική σκηνή γύρω του βρίσκεται σε κώμα. Όμως, η ιστορία διδάσκει ότι όταν μια κυβέρνηση κυβερνά μόνο επειδή οι άλλοι θεωρούνται χειρότεροι, και όχι επειδή η ίδια είναι πραγματικά ικανή, η νομιμοποίησή της είναι βαθιά σαθρή. Και η αλαζονεία της, νομοτελειακά, γίνεται ανυπόφορη.
Ο «γαλάζιος σοσιαλισμός»
Αυτή η τεράστια αλαζονεία, ωστόσο, συντρίβεται με εκκωφαντικό πάταγο καθημερινά πάνω στο ράφι του σούπερ μάρκετ, στην αντλία του βενζινάδικου, στο ενοίκιο που καταβροχθίζει το μισό εισόδημα και στον λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος. Εδώ μπαίνει η σκληρή πραγματικότητα της Οικονομίας.
Μας μιλούν διαρκώς για ελληνικό θρίαμβο στην οικονομία. Οι κυβερνητικοί βουλευτές διαβάζουν τους δείκτες, πανηγυρίζουν από το πρωί μέχρι το βράδυ στα τηλεοπτικά πάνελ για την πολυπόθητη «επενδυτική βαθμίδα» και αυτοθαυμάζονται. Όμως, πώς γίνεται τα κυβερνητικά τεφτέρια να δείχνουν ότι η οικονομία «πετάει», την ώρα που οι Έλληνες πολίτες βρίσκονται κυριολεκτικά στον πάτο της ευρωπαϊκής αγοραστικής δύναμης, συναγωνιζόμενοι πλέον στα ίσα μόνο τη Βουλγαρία;
Ας πούμε, επιτέλους, τη σκληρή αλήθεια: Η επταετία Μητσοτάκη δεν ήταν ένας θρίαμβος της ελεύθερης αγοράς ή της φιλελεύθερης οικονομίας, όπως υποκριτικά διακήρυττε προεκλογικά. Ήταν ένα κακόγουστο, ολέθριο και αποτυχημένο πείραμα κρατισμού και σοσιαλισμού, απλώς με γαλάζιο περιτύλιγμα!
Η κυβέρνηση δημιούργησε εντέχνως μια υβριδική, εντελώς ψεύτικη μικρομεσαία τάξη. Ανεβάζοντας οριακά τον κατώτατο μισθό –αλλά αφήνοντας τον πληθωρισμό της απληστίας και των καρτέλ να κατασπαράσσει ανελέητα το εισόδημα– βάφτισε «μεσαία τάξη» ανθρώπους που στην πραγματικότητα παλεύουν με την απόλυτη φτώχεια. Τους ανέβασε φορολογική κλίμακα, τους αφαίμαξε μέσω του ΦΠΑ που αρνείται πεισματικά να μειώσει, απλώς και μόνο για να συντηρεί το δικό της αφήγημα της δήθεν ανάπτυξης και να γεμίζει τα κρατικά ταμεία με θηριώδη υπερπλεονάσματα.
Πώς αλλιώς να ονομάσεις μια οικονομία όπου οι πολίτες εξαρτώνται πλήρως από το κράτος-πατερούλη; Η κυβέρνηση κατάφερε να ξετινάξει την οικονομία και τις αντοχές των νοικοκυριών στον αέρα, και ταυτόχρονα παρουσιάζει στους πολίτες ότι ζουν σε έναν επίγειο παράδεισο, την ώρα που χιλιάδες οικογένειες δεν έχουν κυριολεκτικά ψωμί να φάνε! Αντί για πραγματικές αυξήσεις, αξιοπρεπείς μισθούς, δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας και ισχυρή αγοραστική δύναμη, μοιράζουν απλώς… Pass.

Market Pass για να μπορέσεις να αγοράσεις μακαρόνια, Fuel Pass για να βάλεις λίγη βενζίνη να πας στη δουλειά σου, Youth Pass για να εξαγοράσουν την ψήφο της νεολαίας, Power Pass για να μην μείνεις στο σκοτάδι τον χειμώνα. Κουπόνια παντού! Μια ψηφιακή, γαλάζια Σοβιετία όπου ο πολίτης στέκεται διαρκώς με απλωμένο το χέρι, με σκυμμένο το κεφάλι, περιμένοντας την ελεημοσύνη του κράτους.
Και ποιο είναι το ύπουλο κόλπο τους; Η κοινωνική γείωση μέσω του φόβου. Καλλιεργούν τον τρόμο ότι αν έρθει οποιοσδήποτε άλλος, θα φέρει ξανά χρεοκοπία, εγκλωβίζοντας τον πολίτη στο ταπεινωτικό δόγμα «μην μιλάς, ψήφιζε και πάρε το επίδομα».
Και όλα αυτά συμβαίνουν την ώρα που η χώρα μας έχει δεθεί χειροπόδαρα στο άρμα μιας Ευρώπης που παρακμάζει ραγδαία και επικίνδυνα. Μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία αναλώνεται με γραφική, εμμονική γραφειοκρατία στο να νομοθετεί για το πώς θα είναι ενσωματωμένα τα καπάκια στα πλαστικά μπουκάλια και το πώς θα πίνουμε καφέ με χάρτινα καλαμάκια, ενώ την ίδια στιγμή έχει παραδώσει οικειοθελώς την ενεργειακή, αμυντική και βιομηχανική της τύχη σε ξένα χέρια!
Η Ευρώπη αποβιομηχανίζεται, χάνει την ανταγωνιστικότητά της διεθνώς, και ο κ. Μητσοτάκης επιλέγει συνειδητά και πειθήνια να λειτουργεί ως το πιο «πρόθυμο γρανάζι» αυτής της δυτικής παρακμής.
Φτάσαμε στο αδιανόητο σημείο –οικειοθελώς, με υπέρμετρο ζήλο και χωρίς καμία απολύτως συμμαχική ή διπλωματική υποχρέωση σε τέτοιο βαθμό– να προσφωνήσει ο Πρωθυπουργός επίσημα τη Ρωσία ως «εχθρό» της χώρας! Μια υπερδύναμη που παραδοσιακά αποτελούσε ένα ιστορικό και γεωπολιτικό αντίβαρο για την Ελλάδα, βαφτίστηκε εν μια νυκτί εχθρός, χωρίς κανένα απολύτως εθνικό στρατηγικό βάθος, απλώς και μόνο για να πάρει το Μαξίμου τα καλά λόγια και τα εύσημα ως το πιο υπάκουο, το πιο προβλέψιμο και δεδομένο παιδί της δυτικής τάξης πραγμάτων.
Το εθνικό ζήτημα
Αυτή η οικονομική ασφυξία, ο ιδεολογικός αχταρμάς, η βαθιά υποτακτικότητα και το σύνδρομο του «καλού παιδιού» των διεθνών σαλονιών δεν θα μπορούσαν, δυστυχώς, να μην περάσουν και στα εθνικά μας θέματα. Εκεί που η βιτρίνα δεν κρύβει απλώς ανεπάρκεια, αλλά εθνικό κίνδυνο. Πασχίζοντας να φανούν οι κυβερνώντες ως οι πλέον αξιόπιστοι και «καθωσπρέπει» εταίροι, μετέτρεψαν την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας σε μια ρηχή άσκηση δημοσίων σχέσεων. Και ποιο είναι το καταστροφικό αποτέλεσμα αυτού του δήθεν διπλωματικού καθωσπρεπισμού; Το γκριζάρισμα του Αιγαίου και η εθνική αναδίπλωση!
Αντί να χαράσσουμε εθνικές κόκκινες γραμμές, παρακολουθούμε εμβρόντητοι τα αδιανόητα χαριεντίσματα με τον Ερντογάν. Χαμόγελα, υποκλίσεις, συναντήσεις κορυφής σε δήθεν «θετικό κλίμα», την ώρα που η Τουρκία δεν έχει πάρει πίσω ούτε μισή από τις παράνομες διεκδικήσεις της. Η «Γαλάζια Πατρίδα» διδάσκεται στα τουρκικά σχολεία, οι NAVTEX αμφισβητούν την κυριαρχία μας, η Κάσος αφήνεται στο έλεος των τουρκικών πολεμικών, και εμείς κάνουμε διπλωματία της «φωτογραφίας».

Όταν ανέχεσαι τέτοιες συμπεριφορές, όταν βαφτίζεις την υποχώρηση «ήρεμα νερά», δεν κάνεις υψηλή διπλωματία. Απλώς παραδίδεις εθνικό χώρο, ελπίζοντας να μη συμβεί το μοιραίο στη βάρδια σου.
Και για να καταλάβουμε το μέγεθος του προβλήματος και τον βαθύ κυνισμό αυτής της υποτέλειας, αρκεί να αναδείξουμε την πρόσφατη, μνημειώδη δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη από τις Βρυξέλλες.
Τι είπε ο Πρωθυπουργός, προσπαθώντας να δικαιολογήσει τη στρατιωτική κινητοποίηση και την αποστολή πλοίων μας; Είπε επί λέξει: «Η Ελλάδα πρώτη ευρωπαϊκή χώρα έσπευσε να στηρίξει την Κύπρο όταν αυτή δέχθηκε επίθεση. Ακολούθησαν και άλλες ευρωπαϊκές χώρες».

Ας παγώσουμε την εικόνα σε αυτή τη φράση. Είναι ανατριχιαστική. Με αυτά τα λόγια, ο Πρωθυπουργός ουσιαστικά ομολόγησε δημόσια ότι ουδόλως ενδιαφέρεται πραγματικά για τους αδερφούς μας τους Κυπρίους! Η Κύπρος, το αίμα του έθνους, δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως το αναπόσπαστο κομμάτι του απανταχού Ελληνισμού, δεν προστατεύεται ως το ιερό εθνικό καθήκον της μητέρας πατρίδας. Αντιμετωπίζεται ψυχρά, απλώς ως ένα «ευρωπαϊκό έδαφος» όπου η Ελλάδα έσπευσε… «πρώτη από τις ευρωπαϊκές χώρες» για να δείξει αντανακλαστικά!

Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να φανεί ως καλός, χρήσιμος και πειθήνιος σύμμαχος στα μάτια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, κυρίως, στα μάτια του Τραμπ. Παρακαλεί ουσιαστικά, ικετεύει, για ένα βλέμμα επιδοκιμασίας του Λευκού Οίκου. Στείλαμε τις φρεγάτες μας, τον «Κίμωνα» και τα «Ψαρά», όχι από πατριωτικό χρέος, αλλά ως πρόθυμοι μισθοφόροι για το θεαθήναι των συμμάχων.
Και εδώ γεννάται το αμείλικτο, το τρομακτικό ερώτημα: Αν αύριο το πρωί ξυπνήσουν στο Διευθυντήριο των Βρυξελλών και μας πουν ότι «ξέρετε κάτι, το γεωπολιτικό σκηνικό άλλαξε, παύουμε να εμπλεκόμαστε πλέον στον πόλεμο ΗΠΑ-Ισραήλ-Ιράν, τραβηχτείτε πίσω», τι θα κάνει η ελληνική κυβέρνηση; Θα τους πάρουμε τους πυραύλους Patriot από την Κάρπαθο; Θα ξηλώσουμε τα συστήματα από τον Έβρο;
Η απάντηση είναι, δυστυχώς, ένα εκκωφαντικό και απογοητευτικό: «Ναι!». Θα τα μαζέψουν όλα σε μια νύχτα, χωρίς δισταγμό. Γιατί πολύ απλά, δεν υπάρχει καμία αυτόνομη, ανεξάρτητη εθνική στρατηγική αποτροπής. Υπάρχει μόνο τυφλή, στείρα υπακοή στα κελεύσματα των ξένων κέντρων αποφάσεων.
Η θεσμική σήψη
Μέσα σε όλα αυτά, το πιο τρομακτικό σύμπτωμα αυτής της επταετίας είναι η πλήρης απαξίωση της Δημοκρατίας, των θεσμών και η «κανονικοποίηση» του σκανδάλου. Για να θεωρηθεί ένα κόμμα ικανό να κυβερνήσει, οφείλει να σέβεται το Κράτος Δικαίου. Σήμερα, ζούμε τον απόλυτο ορισμό της διαφθοράς που ντύνεται με τον μανδύα της νομιμότητας.
Ας δούμε την καθημερινή λεηλασία του κράτους. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, το τεράστιο σκάνδαλο στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Ένα σκάνδαλο που αφορά τον πυρήνα της ελληνικής περιφέρειας και την επιβίωση του αγροτικού κόσμου. Εκατομμύρια ευρώ από τα ευρωπαϊκά κονδύλια, χρήματα που έπρεπε να καταλήξουν στους αγρότες και τους κτηνοτρόφους που ματώνουν στο χωράφι, έγιναν αντικείμενο κακοδιαχείρισης, αδιαφάνειας και πάρτι ημετέρων.

Πόσα «γαλάζια» στελέχη, πόσα κομματικά παιδιά της Νέας Δημοκρατίας του κ. Μητσοτάκη εμπλέκονται σε αυτό το όργιο κατασπατάλησης και αδιαφάνειας;
Και ποια είναι η αντίδραση της κυβέρνησης μπροστά σε αυτή την ηθική και πολιτική χρεοκοπία; Αντί να δεις υπουργούς και στελέχη της ΝΔ να βγαίνουν στα τηλεοπτικά πάνελ, να σκύβουν το κεφάλι και να λένε το αυτονόητο: «Ναι, κύριοι, έγιναν αυτά τα αίσχη επί της δικής μας θητείας, αναλαμβάνουμε την ευθύνη και αύριο το πρωί θα πέσουν κεφάλια», τι κάνουν; Το ακριβώς αντίθετο! Κουνάνε το δάχτυλο!
Με ύφος χιλίων καρδιναλίων, τα κυβερνητικά στελέχη αρχίζουν τον αντιπερισπασμό. Υπενθυμίζουν με κάθε ευκαιρία τα παλιά σκάνδαλα επί εποχής ΠΑΣΟΚ (τον Άκη, τον Γιάννο) ή τις σκοτεινές μέρες της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Λένε στον λαό: «Ε, και τι έγινε που τα κάναμε θάλασσα εμείς στον ΟΠΕΚΕΠΕ; Θυμάστε τι έκαναν οι άλλοι πριν δέκα και είκοσι χρόνια;».
Είναι η απόλυτη κατάντια. Δεν τολμάνε στο Μέγαρο Μαξίμου να κοιταχτούν στον καθρέφτη! Τρομάζουν και οι ίδιοι με το είδωλό τους, επειδή πλέον οι μάσκες έπεσαν οριστικά και αμετάκλητα, και αποκαλύφθηκε σε όλο της το μεγαλείο η κυβερνητική ξεφτίλα. Όταν η μόνη σου υπερασπιστική γραμμή απέναντι στη δική σου διαφθορά είναι ότι «και οι προηγούμενοι έκλεβαν ή ήταν ανίκανοι», τότε δεν είσαι κυβέρνηση αρίστων. Είσαι απλώς ο διαχειριστής της εθνικής παρακμής.
Ο παράγοντας Σαμαράς ως φως στο τούνελ
Απέναντι σε αυτό το σαθρό, ασφυκτικό σκηνικό της αλαζονείας, της επιδοματικής ελεημοσύνης, της εθνικής υποχώρησης και της θεσμικής σήψης, ποιος μπορεί να σταθεί ως πραγματικό ανάχωμα; Ποιος διαθέτει ταυτόχρονα το ιστορικό βάρος, την τεχνοκρατική επάρκεια, την κοινωνική γείωση και τη θεσμική προσήλωση; Η απάντηση είναι μία, και γι’ αυτό το όνομα Αντώνης Σαμαράς προκαλεί πραγματικό τρόμο στο σημερινό σύστημα εξουσίας. Ο Αντώνης Σαμαράς αναδεικνύεται σήμερα ως το μοναδικό φως στο τούνελ της αταξίας που επικρατεί στην κυβέρνηση. Είναι μια φωνή λογική, στιβαρή, πατριωτική και, πάνω απ’ όλα, μπαρουτοκαπνισμένη από τις πλέον δύσκολες και κρίσιμες περιόδους της οικονομικής κρίσης της χώρας.
Σε αντίθεση με τους σημερινούς «άριστους» που μοιράζουν Pass, η κυβέρνηση Σαμαρά (2012-2014) δεν βασίστηκε σε λογιστικά τρικ. Πέτυχε το ακατόρθωτο σε χρόνο ρεκόρ: Το πρώτο πραγματικό πρωτογενές πλεόνασμα. Έφερε θετικό ρυθμό ανάπτυξης μετά από έξι χρόνια ισοπεδωτικής ύφεσης. Και, κυρίως, έβγαλε περήφανα τη χώρα στις αγορές με πενταετές ομόλογο, σηματοδοτώντας την επιστροφή της εθνικής αξιοπιστίας. Ο Σαμαράς έκανε τα αδύνατα δυνατά για την οριστική έξοδο από τα μνημόνια. Πάλεψε απέναντι στην Τρόικα διεκδικώντας ηπιότερα μέτρα, σχεδιάζοντας την Προληπτική Γραμμή Στήριξης (ECCL), προκειμένου να απαλλάξει τον ελληνικό λαό από την ταπεινωτική επιτροπεία, προτού ο ΣΥΡΙΖΑ γκρεμίσει τη χώρα στα βράχια των capital controls. Όμως, πάνω και πέρα από τα οικονομικά επιτεύγματα, το πιο σημαντικό στοιχείο της πολιτικής του οντότητας είναι η θεσμική προσήλωση. Ο Αντώνης Σαμαράς είναι ένας γνήσιος, ένθερμος και ακλόνητος υποστηρικτής της Δημοκρατίας και των θεσμών του κράτους. Διακρίνεται από μια σπάνια πολιτική αρετή: Έχει την απόλυτη ευθύνη των όσων λέει. Δεν διαπραγματεύεται τα όσα πιστεύει για μερικές μέρες παραμονής στην εξουσία.
Ο Σαμαράς δεν φοβάται να εκφραστεί ελεύθερα. Αρνείται πεισματικά να μπει στα στενά, αποπνικτικά καλούπια του πολιτικού μάρκετινγκ, του καθωσπρεπισμού και της πολιτικής ορθότητας που επιβάλλουν οι επικοινωνιολόγοι του Μαξίμου. Ακριβώς επειδή δεν μπορούν να τον ελέγξουν, τα παπαγαλάκια του Μεγάρου Μαξίμου και οι εντεταλμένοι κονδυλοφόροι, προσπαθούν απεγνωσμένα να επικοινωνήσουν στο δεξιό ακροατήριο το δόλιο αφήγημα ότι «ο Σαμαράς θέλει να κάνει νέο κόμμα για να προκαλέσει ζημιά στη Νέα Δημοκρατία».
Ας το πούμε καθαρά: Αυτό δεν είναι αλήθεια! Είναι ένα ακόμα φθηνό, απελπισμένο επικοινωνιακό τρικ του Μαξίμου, μια απέλπιδα προσπάθεια να προκαλέσουν σύγχυση στο κοινό και να στρέψουν τη βάση εναντίον του.
Ο Σαμαράς δεν θέλει να προκαλέσει καμία ζημιά στη μεγάλη, ιστορική κεντροδεξιά παράταξη. Το αντίθετο! Παλεύει να σώσει την ψυχή της, τις αξίες της και τις ιδέες της, από έναν ελιτίστικο εισοδισμό -την οργανωμένη, δηλαδή, διείσδυση στελεχών που μπήκαν σαν Δούρειος Ίππος για να αλώσουν το κόμμα εκ των έσω- που την έχει μεταλλάξει σε έναν κεντρώο, φιλελεύθερο πολτό χωρίς αρχές.
Η παρουσία του Σαμαρά στο προσκήνιο δεν διχάζει· αντιθέτως, δίνει βαθιά ανάσα σε ένα ασφυκτικό πολιτικό σκηνικό και λειτουργεί ως βαλβίδα ασφαλείας απέναντι στην παντελή ανεπάρκεια και γραφικότητα της σημερινής αντιπολίτευσης.

Αυτό που ενοχλεί βαθύτατα το σημερινό σύστημα εξουσίας είναι η κρυστάλλινη καθαρότητα του λόγου του Αντώνη Σαμαρά. Είναι ένας πολιτικός που, παρά το πέρασμά του από τα ύπατα αξιώματα, δεν αποκόπηκε ποτέ από την κοινωνία. Αφουγκράζεται τον πολίτη της διπλανής πόρτας.
Δεν έφυγε ποτέ από τη λαϊκή βάση της παράταξης. Ξέρει τι νιώθει ο συνταξιούχος, ο αγρότης, ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας. Και ακριβώς επειδή πατάει γερά στη γη, λέει την αλήθεια ωμά, στα ίσια, και δεν φοβάται τίποτα και κανέναν.
Τον ακούς να μιλάει στη Βουλή, να στηλιτεύει την εθνική υποχώρηση, να υπερασπίζεται τα δίκαια του έθνους χωρίς υποσημειώσεις, και λες αυθόρμητα, με όλη τη δύναμη της ψυχής σου «Να αγιάσει το στόμα σου, Πρόεδρε».
Διότι σε εποχές γενικευμένου ψεύδους και καθεστωτικής προπαγάνδας, το να λες την αλήθεια δεν είναι απλώς επαναστατική πράξη. Είναι η υπέρτατη υπηρεσία προς την Πατρίδα. Και η πραγματική Ελλάδα, η Ελλάδα που αγωνιά, ξέρει πολύ καλά να ξεχωρίζει τη φθηνή βιτρίνα από τη στιβαρή, πατριωτική ηγεσία. Η ώρα της σοβαρότητας έχει ήδη σημάνει.
(*) Η «Άγρια Μέλισσα» είναι δικηγόρος αρθρογράφος
