8 Νοεμβρίου 1923: Το αποτυχημένο «Πραξικόπημα της Μπυραρίας» που έκανε τον Χίτλερ διεστραμμένο «ημίθεο» του Ναζισμού

Η χρονοκάψουλα της «Α» πάει πίσω στον ιστορικό χρόνο και θυμάται κομβικές στιγμές και περιστατικά που σημάδεψαν όχι μόνο την Ελλάδα αλλά και ολόκληρο τον πλανήτη

Επιμέλεια: Μιχάλης Μπαρσάκης

Ο Αδόλφος Χίτλερ πριν αναλάβει την ηγεσία της Γερμανίας το 1933 και οδηγήσει την οικουμένη στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1939, ήταν ηγετίσκος ενός μικρού ρατσιστικού κόμματος με έντονα αντισημιτικά χαρακτηριστικά.

Την περίοδο του Μεσοπολέμου, καθώς η φτώχεια και η αγανάκτηση των Γερμανών πολιτών κορυφώνονταν, το ναζιστικό κόμμα του Χίτλερ κέρδιζε όλο και περισσότερο πολιτικό έδαφος.  Όταν λοιπόν ο ηγέτης αυτής της μικρής και περιθωριακής πολιτικής δύναμης διαπίστωσε ότι οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές για αυτόν, επιχείρησε να καταλάβει την εξουσία δια της βίας. Ημέρα ορόσημο για την προσπάθειά του αυτή ήταν η 8η Νοεμβρίου του 1923.

Η χρονοκάψουλα της «Α» μεταφέρεται 102 χρόνια πίσω, την περίοδο όπου η Γερμανία είχε «γονατίσει» από τις παρενέργειες της Συνθήκης των Βερσαλλιών, που την καθιστούσε υπεύθυνη για τα αποτελέσματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η ήδη καταρρέουσα οικονομία έκανε την κοινωνία επιρρεπή σε ανορθολογικές φωνές. Ήταν η περίοδος όπου ο εθνικοσοσιαλισμός μετασχηματιζόταν σε σωτήρια δύναμη, στα πρότυπα της φασιστικής Ιταλίας.  Όπως λοιπόν οι φασίστες του Μπενίτο Μουσολίνι κατέλαβαν την εξουσία, κάνοντας μια τεράστια πορεία προς τη Ρώμη και απαιτώντας να τους δοθούν τα ηνία μιας παρηκμασμένης χώρας, έτσι και οι Ναζί του Χίτλερ πίστεψαν πως ήταν δυνατό να κάνουν το ίδιο.

Η Συνθήκη των Βερσαλλιών ως προάγγελος των επερχόμενων δεινών

Στις 10 Ιανουαρίου του 1920 υπεγράφη η Συνθήκη των Βερσαλλιών, η οποία έκλεισε την αυλαία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ανάμεσα στις συμμαχικές δυνάμεις της Γαλλίας, της Μεγάλης Βρετανίας, των ΗΠΑ από τη μία πλευρά και της Γερμανικής Αυτοκρατορίας από την άλλη. Η συγκεκριμένη συνθήκη προέβλεπε την αποδοχή της της ολοκληρωτικής ευθύνης της Γερμανίας για την έναρξη του πολέμου και την αποπληρωμή υπέρογκων αποζημιώσεων.

Οι πολεμικές αποζημιώσεις που επιβλήθηκαν στην ηττημένη Γερμανία ανέρχονταν στα 33 δισ. δολάρια. Αυτό ως άμεσο αποτέλεσμα την εκτίναξη του πληθωρισμού στην γερμανική οικονομία.

Η αξία του γερμανικού μάρκου κατέρρευσε, αφού μέχρι τη συνθήκη ένα δολάριο ισοδυναμούσε με 4 μάρκα ενώ μετά η ισοτιμία έφθασε το 1 δολάριο σε 75 μάρκα για να πέσει το 1922 στο 1 δολάριο σε 400 μάρκα. Η κυβέρνηση συνασπισμού του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) και των Φιλελευθέρων μη μπορώντας να ανταποκριθεί σ’ αυτές τις κοινωνικο-οικονομικές επιταγές κατέρρευσε.

Η ήδη ρευστή κοινωνική σταθερότητα της Γερμανίας επιδεινώθηκε. Η κυβέρνηση τον Ιανουάριο του 1923 αδυνατώντας να ανταποκριθεί οικονομικά στην αποπληρωμή των πολεμικών αποζημιώσεων κήρυξε στάση πληρωμών. Η συγκεκριμένη απόφαση είχε ως αποτέλεσμα την κατάληψη από γαλλικά στρατεύματα της περιοχής του Ρουρ, που έδινε το 80% χάλυβα και άνθρακα σε όλη τη Γερμανία.

Η δυσμενής οικονομική θέση της Γερμανία επιδεινώθηκε. Τον Ιούλιο του 1923 η ισοτιμία του δολαρίου απέναντι στο μάρκο έφθασε τα 160.000 μάρκα και τον Αύγουστο το 1.000.000. Τον Νοέμβριο έπεσε ακόμη πιο κάτω και αντιστοιχούσαν 4.000.000 μάρκα στο δολάριο.

Η χώρα ήταν αντιμέτωπη με το χάος. Οι αποταμιεύσεις των λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων εξανεμίστηκαν και η ανεργία εκτινάχθηκε στα ύψη.

Ένας επιπλέον επιβαρυντικός παράγοντας της ήδη καταρρέουσας γερμανικής κοινωνίας, αποτέλεσε η έντονη παρουσία του στρατού στην κοινωνική και πολιτική ζωή, έχοντας στο πλάι του τις παραστρατιωτικές ακροδεξιές δυνάμεις των Φράικορπς.

Εκείνη την περίοδο ο Αδόλφος Χίτλερ που ηγούνταν του νεοϊδρυθέντος Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος ζούσε στη Βαυαρία.

Στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι η Βαυαρία και το Μόναχο αποτέλεσαν προπύργια του Ναζισμού.Αυτό οφειλόταν σε ένα κράμα εθνικισμού και ρατσισμού που υπήρχε σε ένα σημαντικό μέρος της βαυαρικής ελίτ.

Σήμα κατατεθέν των πόλεων της Νότιας Γερμανίας, αποτελούσαν οι μπυραρίες που έκτος από χώροι κατανάλωσης ήταν και μέρη ανταλλαγής πολιτικών απόψεων αλλά και συγκεντρώσεων.

Ο Χίτλερ, ακολουθώντας αυτή την παράδοση πήγαινε στις μπυραρίες και έβγαζε πολίτικούς λόγους που απέδιδαν την ήττα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στην προδοσία των πολιτικών.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1923 ανακοίνωσε τη διεξαγωγή μαζικών διαδηλώσεων που θα έπαιρναν μέρος και άλλες εθνικιστικές οργανώσεις της Βαυαρίας.

Ο στόχος του μέσα από τις διαδηλώσεις, ήταν να καταλάβουν την εξουσία πρώτα στο Μόναχο και στη συνέχεια να προχωρήσουν προς το Βερολίνο.

Το μόνο που περίμενε ήταν πότε θα του δοθεί η κατάλληλη ευκαιρία για να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του.

 

Η νύχτα που Χίτλερ ξεκίνησε να γίνει… Χίτλερ

Το βράδυ της 8ης Νοεμβρίου 1923, μια μεγάλη μπυραρία στο κέντρο του Μονάχου, η «Μπιργκερμπροϊκέλερ», μετατράπηκε σε σκηνή ενός από τα πιο παράτολμα επεισόδια της γερμανικής ιστορίας του 20ού αιώνα. Εκεί, ο Αδόλφος Χίτλερ επιχείρησε να καταλάβει την εξουσία με τη βία.

Η επιλογή του χώρου μόνο τυχαία δεν ήταν. Εκείνο το βράδυ, ο Γκούσταβ φον Καρ, κρατικός επίτροπος της Βαυαρίας, επρόκειτο να μιλήσει μπροστά σε κυβερνητικούς αξιωματούχους. Ο Χίτλερ «άρπαξε» την ευκαιρία. Εισέβαλε στη μπυραρία με ένοπλους Ναζί, ανέβηκε στο βήμα και, υπό την απειλή όπλου, οδήγησε τον Καρ και δύο ακόμη κορυφαίους αξιωματούχους, τον στρατηγό Όττο φον Λόσοφ και τον αρχηγό της αστυνομίας Χανς Ρίτερ φον Ζάισερ, σε ένα διπλανό δωμάτιο.

Εκεί, τους ανακοίνωσε το σχέδιό του για μια «Πορεία προς το Βερολίνο». Τους προειδοποίησε ότι αν δεν συντάσσονταν μαζί του, θα τους σκότωνε και θα αυτοκτονούσε.

Σύντομα κατέφθασε και ο στρατηγός Έριχ Λούντεντορφ, θρύλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οποίος δήλωσε τη στήριξή του. Πίστευε, ωστόσο, πως θα ηγείτο εκείνος του στρατού της νέας κυβέρνησης, ενώ ο Χίτλερ είχε ήδη αυτοανακηρυχθεί «δικτάτορας της Γερμανίας».

Αργά το βράδυ, ο Χίτλερ εγκατέλειψε προσωρινά τη μπυραρία για να σταματήσει μια σύγκρουση μεταξύ μονάδων των ταγμάτων εφόδου και κυβερνητικών στρατευμάτων. Άφησε πίσω του τον Λούντεντορφ να επιτηρεί τους κρατούμενους αξιωματούχους,επρόκειτο για μια μοιραία απόφαση.

Ο Λούντεντορφ τους άφησε ελεύθερους. Ο Καρ δεν έχασε χρόνο: κινητοποίησε τον στρατό και την αστυνομία της Βαυαρίας. Ο πρόεδρος της Γερμανίας Φρίντριχ Έμπερτ έδωσε πλήρη εξουσία στον στρατηγό φον Ζεκτ, ο οποίος προειδοποίησε ότι ο στρατός θα αντιμετώπιζε σκληρά κάθε συνωμότη.

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, ο Χίτλερ συνειδητοποίησε πως το πραξικόπημα είχε καταρρεύσει προτού καν αρχίσει.

Το επόμενο πρωί, ωστόσο, ο Χίτλερ αρνήθηκε να παραδοθεί σιωπηλά. Μαζί με τον Λούντεντορφ και περίπου 3.000 οπαδούς, ξεκίνησε πορεία προς το Υπουργείο Πολέμου του Μονάχου. Καθώς πλησίαζαν τη Feldherrnhalle, στο κέντρο της πόλης, βρέθηκαν αντιμέτωποι με ισχυρή δύναμη της αστυνομίας.

Ακολούθησαν πυροβολισμοί. Η ανταλλαγή πυρών κράτησε λίγα δευτερόλεπτα, αλλά το αποτέλεσμα ήταν 14 νεκροί Ναζί και 4 αστυνομικοί. Το πραξικόπημα είχε τελειώσει.

Ο Χίτλερ διέφυγε προσωρινά και βρήκε καταφύγιο στο σπίτι του φίλου του, του πλούσιου γαιοκτήμονα Έρνστ «Πούτσι» Χανφσταενγκλ. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 11 Νοεμβρίου 1923, συνελήφθη και οδηγήθηκε στο φρούριο του Λάντσμπεργκ, όπου κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία.

Η δίκη

Η δίκη του ξεκίνησε στις 26 Φεβρουαρίου 1924 στο Λαϊκό Δικαστήριο του Μονάχου. Ο Χίτλερ φαινόταν τελειωμένος πολιτικά. Όμως, όπως θα αποδεικνυόταν, η δίκη αυτή θα τον έκανε γνωστό σε όλη τη Γερμανία  και πέρα από αυτήν.

Την 27η Μαρτίου, στην τελική του απολογία, εκφώνησε μια πύρινη ομιλία διάρκειας μίας ώρας. Κατηγόρησε τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης ότι ιδρύθηκε πάνω σε ένα «έγκλημα προδοσίας», ότι «μαχαίρωσε πισώπλατα τον γερμανικό στρατό» και ότι υποδούλωσε τη χώρα στους νικητές του πολέμου μέσω της Συνθήκης των Βερσαλλιών, την οποία χαρακτήρισε «ανηθικότητα σε 440 άρθρα».

Την 1η Απριλίου 1924, ο δικαστής Γκέοργκ Νάιτχαρντ, γνωστός για τις εθνικιστικές του πεποιθήσεις, ανακοίνωσε την απόφαση:

  • Ο Χίτλερ κρίθηκε ένοχος για εσχάτη προδοσία και καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκισης, με δυνατότητα αποφυλάκισης υπό όρους μετά από έξι μήνες.
  • Του επιβλήθηκε πρόστιμο 200 χρυσών μάρκων.
  • Ο στρατηγός Έριχ Λούντεντορφ, ντυμένος με τη στολή και τα παράσημά του, αθωώθηκε πλήρως.

Στο κελί του Λάντσμπεργκ, ο Χίτλερ θα περάσει τους επόμενους μήνες γράφοντας το “MeinKampf” – το βιβλίο που θα έθετε τα θεμέλια για το τρομακτικό μέλλον που θα ακολουθούσε.

Οι διεθνείς αντιδράσεις

Η ανακοίνωση των ποινών του Πραξικοπήματος της Μπυραρίας σόκαρε όχι μόνο τη γερμανική κοινή γνώμη, αλλά και τον διεθνή Τύπο.

Η σοσιαλδημοκρατική εφημερίδα Vorwärts, όργανο του SPD, χαρακτήρισε τη δίκη «φάρσα και παρωδία της δικαιοσύνης», σημειώνοντας ειρωνικά πως η αδικία ήταν τόσο προφανής, που ο ίδιος ο δικαστής θα έπρεπε να καθίσει στο εδώλιο.

Στο Λονδίνο, οι Times αναρωτήθηκαν αν το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας «άξιζε στ’ αλήθεια μόλις έξι μήνες φυλάκισης», ενώ οι New York Times δημοσίευσαν άρθρο που χαρακτήριζε τις ετυμηγορίες ως «ένα εξαιρετικό πρωταπριλιάτικο αστείο».

Η αποφυλάκιση

Στις 20 Δεκεμβρίου 1924, στις 12:15 το μεσημέρι, ο Χίτλερ βγήκε από τις πύλες του Λάντσμπεργκ.

Την ίδια μέρα, οι New York Times δημοσίευσαν άρθρο με τίτλο «Ο Χίτλερ δαμάστηκε από τη φυλακή». Το ρεπορτάζ ανέφερε πως ο «ημίθεος των αντιδραστικών εξτρεμιστών» έδειχνε σοφότερος και πως η συμπεριφορά του στη φυλακή είχε πείσει τις αρχές ότι δεν αποτελούσε πλέον απειλή.

«Πιστεύεται ότι θα αποσυρθεί στην ιδιωτική του ζωή και θα επιστρέψει στην Αυστρία, τη χώρα όπου γεννήθηκε», έγραφε η εφημερίδα.

Τίποτα, φυσικά, δεν απείχε περισσότερο από την αλήθεια.

Κατά τη διάρκεια της κράτησής του, ο Χίτλερ είχε αφιερώσει τον χρόνο του στην αυτοκριτική και στον ανασχεδιασμό της πολιτικής του στρατηγικής. Είχε καταλάβει πως η εξουσία δεν θα κερδιζόταν με όπλα, αλλά με ψήφους.

Κατέληξε ότι το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα χρειαζόταν ξεκάθαρη ιδεολογία, οργάνωση σε εθνικό επίπεδο και, πάνω απ’ όλα, νομιμοφανή πολιτική τακτική για να κατακτήσει την εξουσία μέσα από τις κάλπες.

Έτσι, το Πραξικόπημα της Μπυραρίας, παρά την αποτυχία του, αποδείχθηκε τελικά το σημείο μηδέν στη διαμόρφωση του Χίτλερ ως σκοτεινού πολιτικο-στρατιωτικού ηγέτη που μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία θα οδηγούσε στην άνοδο του ναζισμού και στην πιο φρικαλέα εποχή της σύγχρονης παγκόσμιας Ιστορίας.

Διαβάστε επίσης

Χρησιμοποιούμε cookies για λόγους στατιστικών & επισκεψιμότητας Συμφωνώ Περισσότερα