
Αφεντικά στο απυρόβλητο…
⏭Ο διαγκωνισμός εντιμότητας ανάμεσα σε Μητσοτάκη και Τσίπρα είναι μια καλοστημένη οφθαλμαπάτη ⏭ Πίσω από τις μεγαλόστομες διακηρύξεις, κρύβεται ένα βαθιά πελατειακό σύστημα, όπου η ηγεσία επιλέγει να μην ελέγχει τους μηχανισμούς της, παρά μόνο τους ελεγκτές της ⏭Όταν ο ανώτατος προϊστάμενος ανταλλάσσει την ασυλία με την παραμονή στην εξουσία, και οι πρόθυμοι υφιστάμενοι καλούνται να «φάνε τη σφαίρα» για να διασωθεί το αφεντικό, ο νόμος καταλήγει ένα αδειανό πουκάμισο που απλώς... «κάθεται και μας κοιτάει»
Γράφει η «Άγρια Μέλισσα» (*)

Ο Αντώνης Σαμαράς στην πρόσφατη παρέμβασή του στην εκδήλωση με θέμα «Ασφάλεια στα Πανεπιστήμια – Ώρα για απολογισμό», είπε εμφατικά ότι «Αν ο υπουργός ή ο Πρωθυπουργός πηγαίνει στο γραφείο του στις 10 το πρωί, ο από κάτω είναι επόμενο να πηγαίνει και στις 11.00». Και αν δεν υπάρχει έλεγχος, κατέληξε ο Αντώνης Σαμαράς, «έχουμε ένα νόμο ο οποίος κάθεται και μας κοιτάει».
Αυτές οι δύο διαπιστώσεις αποτελούν την πιο αδυσώπητη ακτινογραφία του τρόπου με τον οποίο ασκείται η εξουσία στη χώρα, συμπυκνώνοντας την απόλυτη αλήθεια της θεσμικής μας παρακμής: το παράδειγμα της κορυφής καθορίζει τα πάντα. Όταν το παράδειγμα αυτό απουσιάζει, όταν η τήρηση της νομιμότητας θεωρείται προαιρετική πολυτέλεια, το κράτος δικαίου ακυρώνεται στην πράξη.
Τις τελευταίες ημέρες, το πολιτικό σκηνικό κυριαρχείται από έναν σχεδόν κωμικοτραγικό διαγκωνισμό εντιμότητας ανάμεσα στον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Αλέξη Τσίπρα.
Οι δύο αυτοί τύποι ερίζουν δημοσίως προσπαθώντας να αποδείξουν ποιος διαθέτει το μεγαλύτερο ηθικό πλεονέκτημα, σε μια μάχη εντυπώσεων για το ποιος είναι τελικά πιο καθαρός. Πρόκειται, ωστόσο, για μια σύγκριση απολύτως ανούσια, μια υποκριτική φαρσοκωμωδία που προσβάλλει τη νοημοσύνη των πολιτών.
Πίσω από τις μεγαλόστομες διακηρύξεις περί κάθαρσης και θεσμικής ακεραιότητας, κρύβεται μια κοινή, βαθιά κυνική αλήθεια: κανείς από τους δύο δεν «πηγαίνει στην ώρα του» στο γραφείο και κανείς δεν ενδιαφέρεται πραγματικά αν εφαρμόζεται ο νόμος. Το μοναδικό τους μέλημα, το μοναδικό κίνητρο πίσω από κάθε επικοινωνιακή τους άμυνα, είναι το πώς οι ίδιοι δεν θα «φάνε τη σφαίρα». Πώς θα παραμείνουν δηλαδή στο απυρόβλητο, εργαλειοποιώντας τους θεσμούς και μεταθέτοντας το κόστος της συγκάλυψης σε πρόθυμους αναλώσιμους, την ώρα που ο νόμος, κυριολεκτικά, κάθεται και τους κοιτάει.
Δικαιοσύνη à la carte – Όταν ο έλεγχος γίνεται «ενοχλητικός»
Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος του θεσμικού κυνισμού, αρκεί να παρατηρήσει τη στάση του Πρωθυπουργού απέναντι στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO) για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Όταν η ευρωπαϊκή αρχή, ερευνώντας ένα οργανωμένο κύκλωμα απάτης με ευρωπαϊκές αγροτικές επιδοτήσεις για το 2021, διαπίστωσε στο πλαίσιο της έρευνάς της την εμπλοκή πολιτικών προσώπων, έπραξε το απολύτως αυτονόητο και νόμιμο. Δεδομένου ότι απαγορεύεται να κάνει η ίδια διερεύνηση για υπουργούς και βουλευτές, απέστειλε τη δικογραφία αμελητί στη Βουλή, ζητώντας την άρση ασυλίας. Έκανε, δηλαδή, ακριβώς τη δουλειά της, σεβόμενη στο ακέραιο τη θεσμική διαδικασία.

Πώς αντέδρασε ο ανώτατος προϊστάμενος της χώρας; Με μια πρωτοφανή, μετωπική επίθεση στους ελεγκτές. Αντί να δείξει τον ελάχιστο σεβασμό στον θεσμό και τις διαδικασίες, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εγκάλεσε δημόσια την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για «επιπόλαιες διαπιστώσεις που αμαυρώνουν πρόσωπα», για «επιλεκτικές διαρροές» και «ελέγχους σε δόσεις». Έφτασε μάλιστα στο σημείο να κατηγορήσει τον ανεξάρτητο ευρωπαϊκό θεσμό ότι «εμπλέκεται στον εσωτερικό κομματικό ανταγωνισμό», απαιτώντας παράλληλα “συγγνώμη” για τους «έντιμους πολιτικούς που επί βδομάδες διασύρθηκαν»!

Η ιστορία, ωστόσο, έχει εκδικητική αίσθηση του χιούμορ. Λίγο καιρό πριν, στις 3 Ιουλίου 2026, η ίδια η ελληνική Δικαιοσύνη φρόντισε να γκρεμίσει το κυβερνητικό αφήγημα περί «εντιμότητας». Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών καταδίκασε ομόφωνα τον πρώην πρόεδρο του ΟΠΕΚΕΠΕ —και υποψήφιο ευρωβουλευτή της ΝΔ το 2019— Δημήτρη Μελά, καθώς και την πρώην διευθύντρια του οργανισμού, για υπόθαλψη εγκληματία και παράβαση καθήκοντος.
Μάλιστα, το δικαστήριο αναβάθμισε την κατηγορία της υπεξαγωγής εγγράφου σε κακούργημα, καθώς αποδείχθηκε ότι οι «έντιμοι» υφιστάμενοι έκρυβαν τα πορίσματα ελέγχου της ελέγκτριας Παρασκευής Τυχεροπούλου για τις παράνομες επιδοτήσεις. Ο Πρωθυπουργός, λοιπόν, επέλεξε να διασύρει την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για να προστατεύσει ένα σύστημα που η ίδια η ελληνική δικαιοσύνη έκρινε ένοχο για κακουργήματα.

Αυτή η απέχθεια προς τον έλεγχο γίνεται εξοργιστικά υποκριτική αν τη συγκρίνουμε με τη στάση του Μεγάρου Μαξίμου στην υπόθεση των υποκλοπών. Εκεί, όταν ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αρνήθηκε να ανασύρει τη δικογραφία και το ανώτατο δικαστήριο εξέδωσε πόρισμα που περιόριζε τις ποινικές ευθύνες σε τέσσερις μόλις ιδιώτες (απαλλάσσοντας ΕΥΠ και τον ίδιο τον Μητσοτάκη ουσιαστικά, γιατί στην αποκλειστική εποπτεία του είναι η Υπηρεσία), ο Κυριάκος Μητσοτάκης φόρεσε τον μανδύα του θεματοφύλακα των θεσμών. Μίλησε για «οριστικό τέλος» και απαίτησε σεβασμό στις αποφάσεις της Δικαιοσύνης, που «οφείλουν να γίνονται σεβαστές από όλους».

Το συμπέρασμα είναι προφανές και άκρως επικίνδυνο για τη Δημοκρατία: ο Πρωθυπουργός δεν τρέφει κανέναν απολύτως σεβασμό προς τη Δικαιοσύνη ως ανεξάρτητη αξία. Σέβεται αποκλειστικά το αποτέλεσμα που εκείνη παράγει, εφόσον τον εξυπηρετεί. Αν ο δικαστικός θεσμός λειτουργεί ως ασπίδα συγκάλυψης (Άρειος Πάγος), αναγορεύεται σε ιερή «εγγύηση». Αν, αντίθετα, ο θεσμός τολμήσει να αποκαλύψει σκάνδαλα (Ευρωπαϊκή Εισαγγελία), λοιδωρείται ως εργαλείο «κομματικού ανταγωνισμού».
Εδώ ακριβώς επιβεβαιώνεται με τον πιο κυνικό τρόπο η ρήση του Αντώνη Σαμαρά. Όταν ο ανώτατος προϊστάμενος της χώρας χρησιμοποιεί τη νομιμότητα à la carte, απαξιώνοντας όποιον ελεγκτή τολμά να εφαρμόσει τον νόμο, στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα σε όλη την κρατική μηχανή. Διδάσκει στους υφισταμένους του ότι ο έλεγχος είναι εχθρός, η συγκάλυψη είναι κυβερνητική αρετή και, εν τέλει, ο νόμος υπάρχει απλώς για να «κάθεαι και να μας κοιτάει».
Όταν ο Μητσοτάκης πάει στο Μαξίμου στις 10, οι «Μαφίες» ξυπνούν στις 11
Το μήνυμα της κορυφής δεν μένει ποτέ κλειδωμένο στο Μέγαρο Μαξίμου. Διαχέεται ταχύτατα σε ολόκληρο το σώμα της κρατικής μηχανής. Όταν ο ανώτατος προϊστάμενος δείχνει ότι η ευθύνη είναι έννοια ελαστική και ο έλεγχος ανεπιθύμητος, οι «από κάτω» λαμβάνουν το σύνθημα της απόλυτης ασυδοσίας. Η φράση του Αντώνη Σαμαρά για τον προϊστάμενο που πηγαίνει στο γραφείο στις 10, εξηγεί με ανατριχιαστική ακρίβεια γιατί η χώρα οδηγήθηκε σε μια πρωτοφανή θεσμική σήψη, βλέποντας πέντε τεράστιες εγκληματικές οργανώσεις να γεννιούνται και να γιγαντώνονται μέσα στον στενό πυρήνα του Δημοσίου, αποκλειστικά μετά το 2019.

Δεν μιλάμε για μεμονωμένα περιστατικά διαφθοράς, αλλά για κανονικές, δομημένες μαφίες που διοικούσαν οι ίδιοι οι τοποτηρητές του κράτους. Στη ΔΟΥ Χαλκίδας τον Μάιο του 2024 και στη ΔΟΥ Κέρκυρας τον Οκτώβριο του 2024, οι ίδιοι οι προϊστάμενοι και υποδιευθυντές μετέτρεψαν τις εφορίες σε εκβιαστικά συνδικάτα, απαιτώντας τεράστια ποσά από επιχειρηματίες για να «παγώνουν» ελέγχους και πρόστιμα.
Στην Πολεοδομία Ρόδου, τον Μάρτιο του 2025, η προϊσταμένη συνελήφθη με μισό εκατομμύριο ευρώ κρυμμένο στο σπίτι της, έχοντας στήσει φάμπρικα τακτοποίησης αυθαιρέτων. Στον ΕΦΚΑ, τον Μάρτιο του 2026, αποκαλύφθηκε ένα δαιδαλώδες δίκτυο με εταιρείες-φαντάσματα που, εκμεταλλευόμενο την πανδημία, άρπαξε 33 εκατομμύρια ευρώ από τα δημόσια ταμεία χωρίς κανέναν απολύτως προληπτικό έλεγχο.
Το αποκορύφωμα αυτής της γάγγραινας ήρθε τον Ιούνιο του 2026 με το κύκλωμα εκβιαστών στις Πολεοδομίες της Αττικής. Εκεί, η διαφθορά άγγιξε τον πυρήνα της κυβερνητικής δομής, προκαλώντας την παραίτηση δύο Γενικών Γραμματέων: του Ευθύμιου Μπακογιάννη στο Υπουργείο Περιβάλλοντος (καθώς προφυλακίστηκαν στενά συγγενικά του πρόσωπα που εμπλέκονταν άμεσα) και του Γιώργου Διδασκάλου στο Υπουργείο Πολιτισμού. Παραιτήσεις που βαφτίστηκαν υποκριτικά «λόγοι ευθιξίας» για να μην πληγεί το κυβερνητικό προφίλ.

Η στάση του Κυριάκου Μητσοτάκη απέναντι σε αυτό το όργιο διαφθοράς αποτελεί την επιτομή της πολιτικής θρασύτητας. Κάθε φορά που εξαρθρώνεται ένα τέτοιο κύκλωμα, ο Πρωθυπουργός εμφανίζεται όχι ως ο πολιτικός προϊστάμενος του κράτους που εξέθρεψε αυτές τις μαφίες, αλλά ως ένας εξωτερικός, σχεδόν ουδέτερος παρατηρητής που χειροκροτεί την αστυνομία για την κάθαρση. Πανηγυρίζει επικοινωνιακά για την καταστολή, ακριβώς επειδή αδυνατεί να απολογηθεί για την παντελή έλλειψη πρόληψης.
Αυτή η υπερηφάνεια είναι η απόλυτη ομολογία αποτυχίας του «ωραρίου» της ηγεσίας. Αν ο προϊστάμενος δεν «πήγαινε στο γραφείο του στις 10», αλλά φρόντιζε να ελέγχει τους μηχανισμούς του, αυτές οι μαφίες δεν θα είχαν τον θεσμικό αέρα να ανασάνουν, πόσο μάλλον να δρουν ανενόχλητες επί χρόνια κάτω από τη μύτη των διορισμένων διοικήσεων.
Όταν η κορυφή αρνείται πεισματικά να αναλάβει την ευθύνη για τη γέννηση αυτών των οργανώσεων επί των ημερών της, το σύστημα καταλαβαίνει ότι η πολιτική ευθύνη είναι ανύπαρκτη. Το κράτος αναγκάζεται να θυσιάσει κάποια κομμάτια του (όπως τους Γενικούς Γραμματείς) μόνο όταν η κοινωνική πίεση γίνει αφόρητη. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, οι διεφθαρμένοι υφιστάμενοι πλουτίζουν, γνωρίζοντας πως η ηγεσία θα μετατοπίσει την ευθύνη, και ο νόμος απλώς «κάθεται και τους κοιτάει».
Predatorgate – Η ανατομία της «Σφαίρας»
Αν οι πέντε μαφίες του Δημοσίου αποτελούν την απόδειξη της διοικητικής αποσύνθεσης, το σκάνδαλο των υποκλοπών συνιστά την απόλυτη θεσμική επιβεβαίωση της ρήσης του Αντώνη Σαμαρά. Εκεί, η σχέση «προϊσταμένου-υφισταμένου» δεν αφορούσε απλώς την ανοχή στη διαφθορά, αλλά τον ίδιο τον πυρήνα του κράτους δικαίου, το οποίο μετετράπη σε σκοτεινό παρακράτος.

Όλα ξεκίνησαν τον Αύγουστο του 2022, όταν ξέσπασε το σκάνδαλο και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, υπό το βάρος των παραιτήσεων του Γρηγόρη Δημητριάδη και του διοικητή της ΕΥΠ, επιχείρησε να διασωθεί με μια δήλωση μνημειώδους πολιτικής ανευθυνότητας: «Δεν το γνώριζα και, προφανώς, δεν θα το επέτρεπα ποτέ».
Ας θυμηθούμε, όμως, ότι ο ίδιος ο Πρωθυπουργός είχε μεταφέρει την ΕΥΠ υπό την προσωπική του εποπτεία αμέσως μόλις ανέλαβε την εξουσία το 2019. Το να δηλώνει ο ανώτατος προϊστάμενος πλήρη άγνοια για τις πράξεις των πιο στενών, άμεσων υφισταμένων του σε μια υπηρεσία που ο ίδιος ελέγχει απολύτως, δεν είναι δικαιολογία· είναι η τέλεια ομολογία ότι «πήγε στο γραφείο στις 10».
Αφού ο προϊστάμενος επέλεξε να «μην βλέπει», οι υφιστάμενοι απέκτησαν το ελεύθερο να λειτουργούν ανεξέλεγκτα.
Ακολούθησε μια ενορχηστρωμένη επιχείρηση ώστε ο νόμος περί προστασίας του απορρήτου να μείνει κυριολεκτικά να «κάθεται και να μας κοιτάει». Η κυβέρνηση οχυρώθηκε πίσω από την αφαίρεση της δικογραφίας από τους Πρωτοδίκες και το βολικό πόρισμα της Αδειλίνη, της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου (Ιούλιος 2024), το οποίο περιόρισε τις ευθύνες σε τέσσερις ιδιώτες. Ο Πρωθυπουργός πανηγύρισε για το «οριστικό τέλος» και απαίτησε συγγνώμες (ξανά).
Όταν, ωστόσο, τον Απρίλιο του 2026 ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Τζαβέλλας απέρριψε την ανάσυρση της υπόθεσης (παρά την καταδίκη των ιδιωτών και τις νέες ενδείξεις), το Μαξίμου κρύφτηκε πίσω από τη «διάκριση των εξουσιών».
Και όταν, τον Ιούλιο του 2026, ο ίδιος ο Αντώνης Σαμαράς κατέθεσε αίτηση στον Άρειο Πάγο ζητώντας την πλήρη διερεύνηση της παρακολούθησής του, ο θεσμικός σεβασμός πήγε περίπατο: ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, επιστράτευσε το ειρωνικό του ύφος, παρομοιάζοντας τις κινήσεις του πρώην πρωθυπουργού με επαναλήψεις του τηλεοπτικού «Ρετιρέ»!
Όμως η πραγματικότητα είναι αμείλικτη και ξεπερνά κάθε κυβερνητικό σίριαλ. Στα μέσα Ιουλίου 2026, το κυβερνητικό αφήγημα δέχθηκε ένα συντριπτικό χτύπημα από το εξωτερικό: αγωγή του Ταλ Ντίλιαν (ιδιοκτήτη της Intellexa) στο Ισραήλ περιλάμβανε την έγγραφη, επίσημη παραδοχή ότι πούλησε το Predator στις ελληνικές κρατικές αρχές.
Το τελειωτικό χτύπημα, ωστόσο, η απόλυτη κυνική ομολογία της θεσμικής σήψης, ήρθε εκ των έσω. Σε συνέντευξή του στον Θανάση Λάλα, ο πρώην Γενικός Γραμματέας του πρωθυπουργού και ανιψιός του, Γρηγόρης Δημητριάδης, αναφερόμενος στην παραίτησή του δήλωσε ευθαρσώς: «Έπρεπε να φάω τη σφαίρα για να μείνει πάνω το αφεντικό»!

Αυτή η ανατριχιαστική φράση, βγαλμένη από λεξιλόγιο σκοτεινών οργανώσεων και όχι ευρωπαϊκού κράτους δικαίου, γκρεμίζει κάθε ψευδαίσθηση. Αποδεικνύει ότι οι υφιστάμενοι δεν είναι απλώς απείθαρχοι υπάλληλοι, αλλά λειτουργούν ως θεσμικοί «κυματοθραύστες» πολιτικών και ποινικών ευθυνών. Η δουλειά τους είναι να θυσιάζονται ως αναλώσιμοι, λειτουργώντας ως ασπίδα προκειμένου το «αφεντικό» να διατηρείται στο απυρόβλητο της εξουσίας. Όταν η κορυφή νομιμοποιεί τη λειτουργία ενός παρακράτους και χρησιμοποιεί τους ανθρώπους της για να «τρώνε τις σφαίρες», η έννοια της δημοκρατικής ευθύνης έχει ήδη πεθάνει.
Ποιος την έχει πιο μεγάλη; (…την εντιμότητα;)
Η κυνική ομολογία περί της «σφαίρας» που έφαγε ο υφιστάμενος για χάρη του αφεντικού, αποτελεί τον απόλυτο καθρέφτη του ζοφερού διαγκωνισμού εντιμότητας που παρακολουθούμε να κορυφώνεται σήμερα ανάμεσα στον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Αλέξη Τσίπρα. Οι δύο βασικοί διεκδικητές της εξουσίας των τελευταίων 12 ετών παλεύουν λυσσαλέα για το ποιος είναι τελικά «πιο έντιμος», μετατρέποντας την ηθικολογία σε προσωπική ασπίδα, με μοναδικό σκοπό να αποκρύψουν ότι τα κρατικά μοντέλα που διοίκησαν παρήγαγαν συστηματικά σήψη και διαφθορά.
Από τη μία πλευρά, ο Μητσοτάκης διεκδικεί το φωτοστέφανο του ακέραιου, θεσμικού ηγέτη που διώκει το έγκλημα, την ώρα που το δικό του «επιτελικό κράτος» αποδείχθηκε θερμοκοιτίδα πρωτοφανούς ανομίας. Χωρίς να χρειάζεται να επαναλάβουμε τις λεπτομέρειες, η συνολική εικόνα της θητείας του μιλάει από μόνη της: υπό τη δική του «άγρυπνη» πολιτική φρούρηση, ο στενός πυρήνας του Δημοσίου αλώθηκε από μαφίες υπαλλήλων που έκλεβαν ανενόχλητες εκατομμύρια ευρώ, ευρωπαϊκά αγροτικά κονδύλια κατέληγαν σε μαύρες τρύπες με τις ευλογίες «έντιμων» κομματικών στελεχών που αλλοίωναν πορίσματα, και το κράτος δικαίου υποκαταστάθηκε από ένα σκιώδες παρακράτος υποκλοπών που παρακολουθούσε τους πάντες. Η δική του εκδοχή εντιμότητας εξαντλείται στην επικοινωνιακή συγκάλυψη, στο άλλοθι της άγνοιας και στην αλαζονική επίθεση εναντίον οποιουδήποτε ελεγκτή τολμά να φωτίσει τα πεπραγμένα του.

Απέναντι σε αυτό το θεσμικό ναυάγιο, ο Τσίπρας βρήκε την ευκαιρία να φορέσει την τήβεννο του αδέκαστου τιμητή της κάθαρσης. Εμφανίζεται με όψιμη αυτοκριτική διάθεση, κουνώντας αυστηρά το δάχτυλο για τις υποκλοπές, τα κυκλώματα και τη Δικαιοσύνη, προτάσσοντας το δικό του, υποτίθεται, «καθαρό μέτωπο».
Η ιστορική μνήμη, όμως, δεν διαγράφεται επειδή το απαιτεί το τρέχον πολιτικό αφήγημα. Αυτή η στάση του, παραβλέπει βολικά ότι και το δικό του «παράδειγμα προϊσταμένου» ήταν βουτηγμένο στις ίδιες ακριβώς σκιές. Οι εργαλειακοί χειρισμοί στην πολύκροτη υπόθεση της Novartis, οι ωμές μεθοδεύσεις για τον έλεγχο του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου με τις τηλεοπτικές άδειες, μαρτυρούν την αλήθεια: οι δικοί του «από κάτω» εκπαιδεύτηκαν να λειτουργούν με τον ίδιο ακριβώς εξουσιομανή, κομματικό φανατισμό. Το μοντέλο άσκησης εξουσίας ήταν, πρακτικά, πανομοιότυπο.

Η προσπάθεια του Τσίπρα να αυτοανακηρυχθεί σε «προϊστάμενο της κάθαρσης» είναι μία στυγνή εργαλειοποίηση της σημερινής σήψης. Η αλήθεια είναι ότι η περίφημη μάχη εντιμότητας μεταξύ Τσίπρα και Μητσοτάκη είναι μια θλιβερή οφθαλμαπάτη. Και οι δύο έχτισαν συστήματα εξουσίας που τρέφονται από τους «Δημητριάδες» και τους «Παππάδες».
Βασίστηκαν σε αυλικούς, σε πιστούς στρατιώτες και αναλώσιμους υφισταμένους (από υπουργούς μέχρι γενικούς γραμματείς), των οποίων η άρρητη περιγραφή θέσης ήταν εξαρχής μία: να ξέρουν πότε να «πέσουν στο σπαθί τους». Ο ρόλος τους ήταν και παραμένει να απορροφούν τη δημόσια κατακραυγή, να «τρώνε τη σφαίρα», ώστε ο εκάστοτε ένοικος του Μεγάρου Μαξίμου να βγαίνει πάντα αλώβητος στη μαρκίζα, διακηρύσσοντας την αθωότητά του.

Το «ωράριο» που δεν αλλάζει και η ευθύνη της ηγεσίας
Είτε το «αφεντικό» ονομάζεται Μητσοτάκης, είτε ονομάζεται Τσίπρας, ο παλμός του «κρατικού» ρολογιού φαίνεται να χτυπάει ακριβώς στον ίδιο, φθαρμένο ρυθμό. Στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα, η επιλογή του εκάστοτε Πρωθυπουργού να «πηγαίνει αργά στο γραφείο» δεν αποτελεί διοικητική αδυναμία· είναι μια βαθιά συνειδητή τακτική. Δεν ελέγχουν τους κρατικούς μηχανισμούς, γιατί πολύ απλά δεν θέλουν να τους ελέγξουν.
Γνωρίζουν άριστα πως αν επιβάλουν την αυστηρή νομιμότητα, θα δυσαρεστήσουν τους πρόθυμους «υποτελείς» τους, και η δυσαρέσκεια αυτού του πελατειακού στρατού μεταφράζεται άμεσα σε απώλεια ψήφων.
Άλλωστε, αν αποφάσιζαν να ελέγξουν πραγματικά τον κρατικό μηχανισμό, θα αναγκάζονταν νομοτελειακά να ελέγξουν και τους ίδιους τους εαυτούς τους. Έτσι, επιλέγουν τη σιωπηρή, προσοδοφόρα συνενοχή, αφήνοντας τον νόμο να καταντά ένα «πουκάμισο αδειανό».
Αντί, λοιπόν, να ελέγχουν την τήρηση της νομιμότητας, διοχετεύουν όλη την πολιτική τους ενέργεια στο πώς θα ελέγξουν αυτούς που ελέγχουν τους μηχανισμούς. Υπό αυτό το πρίσμα, τα πάντα φωτίζονται με απόλυτη διαύγεια.
Έτσι εξηγείται το παρακράτος των υποκλοπών του Κυριάκου Μητσοτάκη: ήταν το απόλυτο εργαλείο για να ελέγχει τους πάντες. Έτσι εξηγούνται οι βολικές αρχειοθετήσεις από την ηγεσία του Αρείου Πάγου, την οποία ο ίδιος διόρισε.
Έτσι εξηγείται η λυσσαλέα επίθεση στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ακριβώς επειδή είναι ένας θεσμός που το Μαξίμου είναι αδύνατον να ελέγξει.
Έτσι εξηγείται η πλήρης αποθράσυνση των μαφιών του Δημοσίου.
Και από την άλλη πλευρά, με την ίδια ακριβώς καθεστωτική λογική εξηγούνται τα πεπραγμένα του Αλέξη Τσίπρα: οι μεθοδεύσεις στην υπόθεση Novartis και ο διαγωνισμός για τις τηλεοπτικές άδειες δεν ήταν παρά η δική του απόφαση να ελέγξει τους αρμούς της εξουσίας, να καθορίσει το τι λέγεται και τι επικοινωνείται στον λαό.
Μέσα σε αυτό το τοπίο γενικευμένης υποκρισίας, η παρέμβαση του Αντώνη Σαμαρά αποκτά μια εντελώς διαφορετική βαρύτητα. Ο πρώην πρωθυπουργός δεν περιέγραψε απλώς το πρόβλημα· αποδεικνύει για ακόμα μία φορά ότι αντιλαμβάνεται πλήρως τι πραγματικά πρέπει να γίνει για να σωθεί η λειτουργία του κράτους.

Διέγνωσε την ασθένεια ακριβώς στον πυρήνα της: χωρίς το αυστηρό, προσωπικό παράδειγμα της ίδιας της ηγεσίας και χωρίς την αμείλικτη απαίτηση για έλεγχο, καμία μεταρρύθμιση και καμία επικοινωνιακή «κάθαρση» δεν πρόκειται να φέρει αποτέλεσμα.
Ο Σαμαράς ανέδειξε το αυτονόητο που οι σημερινοί διεκδικητές της εξουσίας τρέμουν να αναλάβουν: η ευθύνη δεν εκχωρείται, δεν τεμαχίζεται και δεν μεταβιβάζεται σε αναλώσιμους για να διασωθεί το εκάστοτε «αφεντικό».
Αν η κορυφή δεν απαιτήσει η ίδια την εφαρμογή του νόμου —ξεκινώντας πρώτα από το δικό της γραφείο— η κρατική μηχανή θα συνεχίσει να γεννά σκάνδαλα και μαφίες.
Όσο ο πολιτικός διαγκωνισμός αναλώνεται στο ποιος θα βρει τον πιο πρόθυμο υφιστάμενο για να «φάει τη σφαίρα» προκειμένου να διασωθεί το αφεντικό, η κατρακύλα της χώρας δεν θα έχει σταματημό.
Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από αυτούς, που χτίζουν στρατούς υποτελών, μοιράζοντας ασυλία με αντάλλαγμα την παραμονή στην εξουσία. Δεν έχει ανάγκη από αυτούς, που διαγωνίζονται στο ποιος θα κρυφτεί καλύτερα πίσω από την επόμενη δικαστική απόφαση που τυχαίνει να τον βολεύει.
Έχει ανάγκη από μια ηγεσία που «θα φτάσει πρώτη στο γραφείο», θα κόψει τον ομφάλιο λώρο της πελατειακής διαφθοράς και θα αναγκάσει, επιτέλους, να γεμίσει με περιεχόμενο αυτός ο νόμος που, εδώ και τόσα χρόνια, απλώς «κάθεται και μας κοιτάει».
(*) Η «Άγρια Μέλισσα» είναι δικηγόρος αρθρογράφος