ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

Η λάμψη της τέχνης στο μεγαλείο του νεοκλασικού αριστουργήματος

Το ημερολόγιο δείχνει 9 Απριλίου του 1895. Η ελληνική αλλά και η διεθνής πολιτιστική κοινότητα παρίσταται με απέριττο θαυμασμό στα εγκαίνια αυτού του νεοκλασικού αριστουργήματος που στέκεται στις πύλες του λιμανιού του Πειραιά, δώδεκα χρόνια μετά την περιπετειώδη θεμελίωσή του, στις 24 Ιουνίου του 1884.

Η αλήθεια είναι ότι η απόφαση για την ανέγερση του Δημοτικού Θεάτρου του Πειραιά πάρθηκε επί δημάρχου Τρύφωνα Μουτζόπουλου, ο οποίος το 1882, εγγράφει ένα ιδιαίτερα σημαντικό κονδύλι 200 χιλιάδων δραχμών «δι’ ανέγερσιν θεάτρου», σε σύνολο δαπανών για τα δημοτικά έργα 315 χιλιάδων δραχμών.

Επίσης αλήθεια είναι ότι οι κάτοικοι τότε του Πειραιά δεν ξεπερνούσαν τις 27.000 ψυχές, και εξ αυτών οι μορφωμένοι δεν ήταν περισσότεροι από 200 και άλλοι τόσοι γνώριζαν απλώς γραφή και ανάγνωση.

Επομένως, προκαλεί πράγματι θαυμασμό η απόφαση του τότε δημάρχου Πειραιά να κατασκευάσει ένα τόσο πολυδάπανο έργο στην καρδιά μιας φτωχής και αναλφάβητης πόλης.

Η ιστορία ωστόσο απέδειξε ότι είχε δίκιο.

Την επόμενη χρονιά της αναγγελίας, στις δημοτικές εκλογές δήμαρχος αναδεικνύεται ο Αριστείδης Σκυλίτσης, ο οποίος παίρνει θερμά την ανέγερση του θεάτρου. Στις 23 Οκτωβρίου του 1883 οι αθηναϊκές εφημερίδες αναδημοσιεύουν σχόλιο της πειραϊκής εφημερίδας «Σφαίρα», η οποία σε αποκλειστικό της δημοσίευμα κοινοποίησε περιγραφή του εγκριθέντος τελικά σχεδίου του «αναγερθησομένου δημοτικού θεάτρου» του Πειραιά. Σύμφωνα με αυτήν, «το μήκος του θέλει είναι 45 μέτρων, 34 δε το πλάτος και 30 το ύψος, διηρημένον ανά 10 μέτρα εις την σκηνήν τον υπ’ αυτήν χώρον και τον υπέρ την σκηνήν. Θα περιέχη τρεις σειράς θεωρείων, εκάστην ανά 23 και υπερώον μετά τριών σειρών βαθμίδων, αμφιθεατρικώς. Ούτω θα δύναται να εμπεριλάβη ανέτως 1.154, εν ανάγκη 1.400 θεατάς. Έχει επτά εν συνόλω εξόδους, δύο δια τους εν τη σκηνή και πέντε δια τους εν πλατεία και τοις θεωρείοις. Η κεντρική δε του θεάτρου είσοδος έσται ευρεία και πολυτελής. Η θέρμανση αυτού θέλει γίνεσθαι κατά το σύστημα όπερ εφήρμοσαν εν θεάτρω της Βιέννης. Εν τω ισοπέδω της πλατείας θέλουσιν είναι, εις την διάθεσιν των θεατών, δύο ευρύχωρα καφενεία, υπεράνω δε αυτών, διά τους εν τοις θεωρείοις, δύο όμοιαι αίθουσαι. Έξωθεν επί των παροδίων του θεάτρου θέλουσι κατασκευασθή οκτώ αποθήκαι διατιθέμεναι υπό του Δήμου επί ενοικίω. Υπολογίζονται τα υπέρ αυτού κατά μέσον όρον ετησίως έσοδα εις 42.000 δραχμές, περίπου, το ποσόν δε τούτο προς 7% ανταποκρίνεται εις κεφάλαιον 600.000 δραχμών».

Έτσι ξεκίνησε η κατασκευή του Θεάτρου, στην πλατεία Κοραή, «έναντι του Δημοτικού Παρθεναγωγείου», σε σχέδια που εκπόνησε ο Πειραιώτης αρχιτέκτονας Ι. Λαζαρίμος, καθηγητής του Πολυτεχνείου, τον οποίο πολλοί εκθειάζουν για την αρχιτεκτονική του, τοποθετώντας τον δίπλα στον άλλο σπουδαίο Ερνέστο Τσίλλερ.

Οι εκσκαφές ξεκίνησαν τον Απρίλιο του 1884, φέρνοντας στο φως σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα, τα οποία δίχασαν την τότε επιστημονική κοινότητα. Σύμφωνα με τον Ιάκωβο Δραγάτση, επρόκειτο για τμήματα του αρχαίου ναού του Διονύσου, ενώ ο συγγραφέας Γεώργιος Ζαννέτος υποστήριξε ότι ήταν μία από τις πέντε στοές που υπήρχαν κατά την αρχαιότητα στον Πειραιά.

Παρ’ όλα αυτά, οι ανασκαφές συνεχίστηκαν, το έργο θεμελιώθηκε στις  24 Ιουνίου του 1884, για να εγκαινιασθεί δώδεκα χρόνια αργότερα, στις 9 Απριλίου του 1895, επί δημαρχίας Θεοδώρου Ρετσίνα, «μετά περισσής λαμπρότητος».

Η αρχιτεκτονική του

Το Δημοτικό Θέατρο εκπροσωπεί την αμιγή κλασικιστική παράδοση και είναι επηρεασμένο από τη γερμανική σχολή που εκπροσωπούσε ο Ερνέστος Τσίλλερ. Το κτίριο του θεάτρου είναι ορθογώνιου σχήματος, με διαστάσεις 34Χ45 μ. Η ήρεμη, και σχετικά συντηρητική αισθητική της όψης του τονίζεται από το πρόπυλο της κύριας εισόδου του, το οποίο αποτελείται από τέσσερις κορινθιακούς κίονες και αέτωμα. Στη στέγη του κτιρίου υπάρχει δώμα με στέγη, επίσης με αέτωμα στην πρόσοψη.

Στο εσωτερικό, η πεταλόσχημη αίθουσα κοινού, με πλατεία, θεωρεία και εξώστες σε τέσσερα επίπεδα, έχει χωρητικότητα περίπου 1.300 θέσεων. Την αίθουσα φώτιζε τεράστιος πολυέλαιος, που σώζεται και σήμερα και τότε λειτουργούσε με γκάζι. Για τους ηθοποιούς είχαν προβλεφθεί άνετα καμαρίνια και ένα πολυτελές καθιστικό. Η σκηνή του θεάτρου διασώζεται σχεδόν αλώβητη: θεωρείται ένα από τα ελάχιστα ανάλογα σωζόμενα δείγματα της εποχής μπαρόκ στην Ευρώπη. Έχει διαστάσεις 20Χ14 μ. και διαθέτει προσκήνιο και χώρο ορχήστρας. Γύρω από το πέταλο της αίθουσας βρίσκεται το διώροφο φουαγιέ, στο οποίο αρχικά δίνονταν χοροεσπερίδες φιλανθρωπικών συλλόγων και διάφορες εκθέσεις σπουδαίων ζωγράφων. Επίσης, το θέατρο φιλοξένησε για μεγάλο χρονικό διάστημα τη Δημοτική Βιβλιοθήκη και τη Δημοτική Πινακοθήκη του Πειραιά.

Το Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά θεωρείται το κορυφαίο σωζόμενο ελληνικό θεατρικό κτήριο του 19ου αι.

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν πραγματοποιήθηκε ο αποκλεισμός του Πειραιά από τις δυνάμεις του Αντάντ, το Θέατρο αλλά και ο χώρος γύρω απ’ αυτό κατελήφθησαν από τους Γάλλους στρατιώτες. Κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή για δύο χρόνια φιλοξένησε Μικρασιάτες πρόσφυγες, ενώ ο βομβαρδισμός του  Πειραιά από τους συμμάχους στις 11 Ιανουαρίου του ’44 έπληξε μεγάλο μέρος του οικοδομήματος.

Οι συχνές και διαφορετικές χρήσεις του θεάτρου προκάλεσαν σημαντικές φθορές, με κορωνίδα τους καταστροφικούς σεισμούς του 1981 και του 1999.

Τον Ιανουάριο του 2006, το έργο της συνολικής αποκατάστασης εντάχθηκε στο Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, υπό την εποπτεία του υπουργείου Πολιτισμού. Κατά την επισκευή του θεάτρου εντοπίστηκαν παλαιότερα στοιχεία, όπως και η αρχική ξύλινη σκηνή, μία εντυπωσιακή κατασκευή από τις λίγες σωζόμενες στην Ευρώπη, καθώς και τα εντυπωσιακού ανοίγματος ξύλινα ζευκτά της στέγης. Οι εργασίες αποκατάστασης άρχισαν το 2008 και το έργο παραδόθηκε τον Οκτώβριο του 2013.

Οι πρώτες παραστάσεις

Αμέσως μετά τα εγκαίνια του 1895, η Δημοτική Αρχή του Πειραιά παραχώρησε το θέατρο στους δύο θιάσους Δ. Αλεξιάδη και Ταβουλάρη, για αξιοπρεπή παρουσίαση θεατρικών έργων. Έτσι, τα πρώτα έργα που ανεβάστηκαν με σπουδαία επιτυχία ήταν τα: «Μαρία Δοξαπατρή» του Δ. Βερναδάκη, «Προμηθεύς» του Ι. Καλοστύπη, «Κρίσπος» του Αντωνιάδη, «Βασίλειος Βουλγαροκτόνος» του Γ. Στρατήγη, «Ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας» του Δ. Κορομηλά κ.ά.

Στη συνέχεια ανέλαβε ο θίασος του Κ. Χρηστομάνου με εξαιρετικές επίσης παραστάσεις.

Σημαντικοί σκηνοθέτες όπως ο Δημήτρης Ροντήρης, ο Γκίκας Μπινιάρης, ο Στέφανος Νικολαΐδης, ο Μιχάλης Κουνελάκης, καθώς και σπουδαίοι ηθοποιοί όπως ο Αιμίλιος Βεάκης, ο Γιάννης Πρινέας, ο Ζάχος Θάνος, ο Αδαμάντιος Λεμός, ο Δημήτης Χορν, ο Μίμης Φωτόπουλος, ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, ο Μάνος Κατράκης, η Κυβέλη, η Ασπασία Παπαθανασίου και άλλοι πολλοί ακόμη μοιράστηκαν πολύτιμες στιγμές της πορείας τους με το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Επίσης, στο φουαγιέ του θεάτρου το κοινό απόλαυσε τα έργα σπουδαίων συνθετών, όπως ο Μενέλαος Παλλάντιος, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Μίκης Θεοδωράκης, κ.ά.

Διαβάστε επίσης