
Αγάπησαν την… μαγειρική τέχνη οι δημοσκόποι
Σε υπερόπλο προπαγάνδας εξελίσσεται η εκτίμηση ψήφου των δημοσκοπικών εταιρειών σε συνδυασμό με τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ που διαμορφώνουν μία επίπλαστη εικόνα
Από την ημέρα που ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας οι δημοσκοπήσεις από εργαλείο σφυγμομέτρησης της κοινής γνώμης έχει μετατραπεί σε ένα υπερόπλο προπαγάνδας. Δεν μιλάμε μόνο για τον τρόπο που οι δημοσκόποι παρουσιάζουν τα ευρήματα τους, αλλά πολύ περισσότερο ότι διοργανώνουν δημοσκοπήσεις σχεδόν κάθε εβδομάδα.
Του Μιχάλη Κωτσάκου
Η συχνότητα με την οποία τα ΜΜΕ παρουσιάζουν τις δημοσκοπήσεις μοιάζει με ριπή πολυβόλου όπλου. Πριν καλά-καλά οι πολιτικοί αναλυτές εξηγήσουν τι είδαν στην πρώτη δημοσκόπηση, είναι αναγκασμένοι να κοιτάζουν μία δεύτερη και μία τρίτη. Δεν περνά εβδομάδα χωρίς τη δημοσίευση μίας ή και περισσότερων δημοσκοπήσεων. Η συχνότητά τους έχει γίνει τέτοια ώστε εύλογα μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι δίπλα στην κοινοβουλευτική, ή την προεδρευόμενη δημοκρατία έχει παγιωθεί – άτυπα αλλά ουσιαστικά – μια ακόμη μορφή πολιτικής έκφρασης, η «δημοσκοπική δημοκρατία», όπως έχει επισημάνει πολύ εύστοχα σε άρθρο του ο καθηγητής στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Στέλιος Παπαθανασόπουλος.
Και όπως τονίζουν οι λεγόμενες παλιές καραβάνες της πολιτικής ζωής του τόπου «καταναλώνουμε πολύ περισσότερες δημοσκοπήσεις από όσες αντέχουμε». Και είναι πολύ λογικό αυτό εάν δούμε τι συμβαίνει σε όλο τον υπόλοιπο πολιτισμένο κόσμο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι ΗΠΑ, οι οποίες το Νοέμβριο έχουν μπροστά τους τις λεγόμενες ενδιάμεσες εκλογές, όπου διακυβεύεται σε μεγάλο βαθμό η άνεση που θα έχει ο Ντόναλντ Τραμπ στα νομοθετικά σώματα για να εφαρμόσει χωρίς δυσκολίες το κυβερνητικό του έργο. Στις εκλογές του Νοεμβρίου του 2024 ο Ντόναλντ Τραμπ εκτός από τη νίκη του επί της Κάμαλα Χάρις κέρδισε και την πλειοψηφία των Ρεπουμπλικάνων σε Γερουσία και Κογκρέσο. Όμως τώρα δύο χρόνια αργότερα κινδυνεύει να απολέσει την πλειοψηφία και στα δύο νομοθετικά σώματα. Και παρά την κρισιμότητα των ενδιάμεσων εκλογών οι παναμερικανικές δημοσκοπήσεις διεξάγονται σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, όχι νωρίτερα από τρίμηνο. Τουναντίον είναι πιο αυξημένες στις πολιτείες που θα στηθούν κάλπες.
Κάτι ανάλογο ισχύει και σε όλα τα προηγμένα ευρωπαϊκά κράτη. Οι δημοσκοπήσεις διεξάγονται σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους και μόνο κατά την προεκλογική περίοδο διεξάγονται περισσότερες, κάτι απόλυτα φυσιολογικό.
Η καταπάτηση της δεοντολογίας
Στην Ελλάδα τα τελευταία επτά χρόνια έχει καταπατηθεί κάθε δεοντολογία εκ μέρους των δημοσκοπικών εταιρειών. Δεν είναι μόνο η συχνότητα με την οποία γίνονται οι μετρήσεις της κοινής γνώμης, αλλά οι Έλληνες… επιστήμονες της στατιστικής έχουν αναγάγει την εκτίμηση ψήφου σε ένα εργαλείο προπαγάνδας. Πάντα σε συνδυασμό με τα ΜΜΕ, που αντί να ασχοληθούν με τα ποιοτικά στοιχεία των ευρημάτων, αναλώνονται σε «κούφιες» αναλύσεις κάνοντας επί της ουσίας πρόβλεψη για το αποτέλεσμα.
Και το λέμε αυτό, διότι με την εκτίμηση ψήφου προχωρούν σε μία αυθαίρετη αναγωγή των ψηφοφόρων που δηλώνουν ότι βρίσκονται στην λεγόμενη «γκρίζα ζώνη». Δηλαδή ψηφοφόροι που δεν επιθυμούν να απαντήσουν για το τι θα ψηφίσουν, ή δηλώνουν δυσαρεστημένοι με το κόμμα που είχαν επιλέξει στις προηγούμενες εκλογές. Και η αναγωγή δεν γίνεται με το να ρωτήσουν αυτούς τους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους για ποιον λόγο εκφράζουν με αυτό τον τρόπο την δυσαρέσκεια τους και αυτοπροσδιορίζονται ως γκρίζα ζώνη. Αυθαίρετα στην εκτίμηση τους στέλνουν στο προηγούμενο κόμμα τους. Και όχι με την δέουσα αναλογικότητα της μαθηματικής επιστήμης. Έτσι στις αρχές του χρόνου, όπου το ΠΑΣΟΚ επανήλθε στην 2η θέση στην πρόθεση ψήφου, είδαμε από δημοσκοπική εταιρεία στην εκτίμηση να έχει μικρότερη εισροή της γκρίζας ζώνης από την 3η Πλεύση Ελευθερίας, η οποία σύμφωνα με τους δημοσκόπους ήταν σε πτώση.
Η αυθαίρετη ανακατανομή
Αντί να καταγράφεται η πραγματικότητα της «πρόθεσης ψήφου», όπου οι αναποφάσιστοι και η αποχή αποτελούν το πιο ζωντανό και κρίσιμο κομμάτι της κοινωνίας, γινόμαστε μάρτυρες μιας αυθαίρετης ανακατανομής που μοιάζει περισσότερο με πολιτική προφητεία παρά με στατιστική ανάλυση. Η διαδικασία της εκτίμησης ψήφου βασίζεται σε υποθέσεις εργασίας που, στην καλύτερη περίπτωση, είναι παρακινδυνευμένες και στη χειρότερη, καθαρά αντιεπιστημονικές. Κι όπως είπαμε θυμίζουν περισσότερο πρόβλεψη. Στο ποδοσφαιρικό στοίχημα υπάρχουν ειδικοί που αναλύουν τα δεδομένα των ομάδων και προτείνουν κάποιο σημείο, το οποίο ένας τζογαδόρος πολλές φορές το ακολουθεί. Κάτι ανάλογο θυμίζει και η εκτίμηση των δημοσκόπων.
Όταν μια εταιρεία δημοσκοπήσεων αποφασίζει να «μοιράσει» την πίτα των αναποφάσιστων που σε αρκετές φορές αγγίζει το τεράστιο μέγεθος του 15-20% με βάση την προηγούμενη εκλογική τους συμπεριφορά, ή τη «γειτνίαση» των κομμάτων, ουσιαστικά προχωρά σε μια αυθαιρεσία. Παρουσιάζει μια εικόνα πλασματικής σταθερότητας, η οποία συνήθως ευνοεί το πρώτο κόμμα και την εκάστοτε κυβέρνηση, διατηρώντας την αίσθηση του αήττητου και της «παράστασης νίκης». Αυτό το τεχνητό φούσκωμα των ποσοστών δεν αντανακλά την τρέχουσα δυναμική, αλλά μια επιθυμητή κατάσταση που στοχεύει να αποθαρρύνει τις φωνές διαμαρτυρίας και να εγκλωβίσει τους αναποφάσιστους. Ειδικά στην Ελλάδα, όπου σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις έχουμε δει ένα μεγάλο μέρος του εκλογικούσώματος που την προηγούμενη φορά είχε ψηφίσει Νέα Δημοκρατία να μεταφέρεται στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση στο ΠΑΣΟΚ, ή και το αντίθετο.
Το αφήγημα της πολιτικής υπεροχής
Η κυβέρνηση με την αρωγή των δημοσκοπικών εταιρειών (και των φιλικών ΜΜΕ) οι οποίες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο πάντα έχουν κάποιες δουλειές με το δημόσιο παρουσιάζεται ως αήττητη, λόγω αυτής της αυθαίρετης εκτίμησης ψήφου. Κι έτσι συντηρεί το αφήγημα της πολιτικής υπεροχής, την ώρα που η κοινωνική δυσαρέσκεια για την ακρίβεια, την ανασφάλεια και τη θεσμική υποχώρηση διογκώνεται.
Σε καμία μα καμία δημοσκόπηση δεν έχουν ερωτηθεί για ποιον λόγο οι δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι απομακρύνθηκαν από τη Νέα Δημοκρατία. Το να αγνοείς τη βουβή οργή, ή την αποστασιοποίηση ενός μεγάλου μέρους του εκλογικού σώματος και να το εντάσσεις με το ζόρι σε κομματικά κουτάκια, αποτελεί μια μορφή στατιστικής χειραγώγησης.
Επίσης σε καμία από τις δημοσκοπικές εταιρείες, που έχουν ιδιαίτερη αγάπη στην εκτίμηση ψήφου, δεν γίνεται ανάλυση για το ότι ακόμη και οι ψηφοφόροι που δηλώνουν ότι θα ψηφίσουν τη Νέα Δημοκρατία παραδέχονται ότι επί κυβέρνησης Μητσοτάκη έχει αυξηθεί η διαφθορά και δεν έχει αντιμετωπιστεί η ακρίβεια. Αναρωτήθηκαν οι επιστήμονες το πόσο σίγουροι είναι αυτοί οι ψηφοφόροι ότι θα κρατήσουν το λόγο τους και όντως στην κάλπη θα επιλέξουν Νέα Δημοκρατία; Διότι δεν είναι και πολύ λογικό κάποιος να αναγνωρίζει ότι η κυβέρνηση είναι αναξιόπιστη σε όλα τα κρίσιμα ζητήματα, αλλά να τρέξει την Κυριακή των εκλογών να ψηφίσει δαγκωτό Μητσοτάκη, όπως μας αναλύουν εκλογολόγοι τύπου Ανδρέα Δρυμιώτη. Ο συγκεκριμένος στις τελευταίες δημοτικές εκλογές εξέφραζε την βεβαιότητα ότι ο Κώστας Μπακογιάννης θα επανεκλεγεί με άνεση δήμαρχος Αθηναίων, αλλά στο τέλος οι περισπούδαστες αναλύσεις-εκτιμήσεις έπεσαν στον κουβά και ο Χάρης Δούκας εξελέγη και με διαφορά πρώτος.
Για να πούμε του στραβού το δίκιο δεν κινούνται όλες οι δημοσκοπικές εταιρείες στην ίδια ρότα, της παραπληροφόρησης και της προπαγάνδας. Υπάρχουν εταιρείες που διατηρούν την επιστημονική τους αξιοπρέπεια. Υπάρχουν εταιρείες και αναλυτές που πλέον αρνούνται πεισματικά να παρουσιάσουν την εκτίμηση ψήφου, επιμένοντας στην καθαρή καταγραφή της πρόθεσης ψήφου επί των εγκύρων. Αυτή η κίνηση δεν είναι απλώς μια τεχνική επιλογή, αλλά μια πράξη σεβασμού προς τον πολίτη. Επιλέγοντας να δείξουν το πραγματικό μέγεθος της «γκρίζας ζώνης» των αναποφάσιστων, αναδεικνύουν την πραγματική εικόνα μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε αναζήτηση και δεν είναι δεδομένη για κανέναν.
Αγάπησαν την μαγειρική
Όμως από την άλλη υπάρχουν εταιρείες- με χρόνια παράδοση στο χώρο των δημοσκοπήσεων- που για πολλούς και διάφορους λόγους ξαφνικά αποφάσισαν να πάρουν την κουτάλα και να μαγειρέψουν. Είτε επειδή ξαφνικά ανακάλυψαν την αγάπη τους για την μαγειρική, ζηλεύοντας την δόξα και την δημοφιλία των σεφ, είτε επειδή αναγκάστηκαν να χορέψουν στον ρυθμό που υπαγορεύει το Μαξίμου. Λες και είναι οι σύγχρονες αρκουδίτσες και το Μαξίμου σε ρόλο αρκουδιάρη, όπως συνέβαινε στα πανηγύρια πολλές δεκαετίες πίσω. Κάποιες εταιρείες άλλαξαν ιδιοκτησία μέσα σε μία νύχτα. Κάποιες άλλες ερευνώνται για πλαστά τιμολόγια, κάποιες τρίτες θέλουν να βρίσκονται στον… αφρό για να μην μείνουν έξω από μεγάλα δημόσια μπάτζετ.
Το ζητούμενο βέβαια δεν είναι τι κάνουν οι εν λόγω εταιρείες, οι οποίες σε συνδυασμό με τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ διαμορφώνουν μία επίπλαστη εικόνα για να ωφεληθεί η κυβέρνηση. Αυτό που είναι το ζητούμενο είναι ποιος είναι ο ενορχηστρωτής όλης αυτής της χυδαίας προπαγάνδας; Όσο η εκτίμηση ψήφου χρησιμοποιείται ως εργαλείο για να κρατιέται η κυβέρνηση στην επιφάνεια της δημοσιότητας με όρους κυριαρχίας, τόσο η αξιοπιστία των δημοσκοπήσεων θα καταβαραθρώνεται.
Κατά απολύτως κατανοητό τρόπο όλες οι δημοσκοπήσεις ξεχνούν την πρόθεση ψήφου και εστιάζουν μόνο στην εκτίμηση. Μετά καλούνται σε συγκεκριμένες εκπομπές οι συγκεκριμένοι πανελίστες, που είναι βασιλικότεροι του βασιλέως Κυριάκου…
Έτσι δημοσκοπήσεις για λογαριασμό συγκεκριμένων ΜΜΕ (Παραπολιτικά, Μανιφέστο, Πρώτο Θέμα, Καθημερινή, Απογευματινή) αποτελούν κυρίαρχο θέμα ανάλυσης σε συγκριμένες τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές.
Περί δυναμικής
Ένα τεράστιο ζήτημα για το εάν οι δημοσκοπήσεις που μας κατακλύζουν είναι αξιόπιστες είναι ότι μετρούν την δυναμική κομμάτων που δεν έχουν εμφανιστεί. Για παράδειγμα στις εκτιμήσεις δίνεται μία εικόνα ότι θα κονταροχτυπηθούν για την 2η θέση το ΠΑΣΟΚ με το νέο κόμμα Τσίπρα και το νέο κόμμα Καρυστιανού. Δηλαδή συγκρίνονται ανόμοια πράγματα. Από την μία υπάρχει ένα κόμμα, παραδοσιακό, δομημένο που διεκδικεί το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Και από την άλλη υπάρχουν δύο κόμματα που ακόμη δεν έχουν ανακοινωθεί, αλλά μετριέται η δυναμική τους έναντι του ΠΑΣΟΚ. Και γίνονται αναλύσεις επί αναλύσεων για το πόσους ψήφους κινδυνεύει να χάσει το ΠΑΣΟΚ από τα δύο κόμματα που θα ιδρυθούν.
Δεν συμβαίνει το ίδιο, όμως, με το υπό ίδρυση κόμμα του Αντώνη Σαμαρά. Δεν μετριέται εκεί η δυναμική του πρώην πρωθυπουργού στην κοινωνία. Ούτε γίνεται ανάλυση πόσους ψηφοφόρους θα απολέσει η Νέα Δημοκρατία από ένα κόμμα που θα ιδρύσει η «ψυχή της παράταξης», όπως αποκαλείται από τους παραδοσιακούς δεξιούς ο Αντώνης Σαμαράς. Ποιος είναι ο λόγος που δεν μετριέται η δυναμική του κόμματος Σαμαρά σε αντίθεση με τα κόμματα Τσίπρα και Καρυστιανού; Μα πολύ απλά στο Μαξίμου θεωρούν ότι τα υπό ίδρυση κόμματα Τσίπρα και Καρυστιανού θα κόψουν ψήφους από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ενώ το κόμμα Σαμαρά θα αποτελέσει μία γροθιά στο μαλακό υπογάστριο της Νέας Δημοκρατίας του Μητσοτάκη. Και αυτό ούτε που θέλουν να το σκέφτονται οι «Επιτελικοί».
Έτσι με βάση την εκτίμηση επαναλαμβάνεται μονότονα από τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ η μεγάλη διαφορά του πρώτου από το δεύτερο κόμμα. Δηλαδή οι δημοσκοπήσεις επί της ουσίας αποτυπώνουν κραδασμούς και όχι «τάσεις». Γι’ αυτό μεγαλύτερο ενδιαφέρον προκαλούν τα λεγόμενα ποιοτικά στοιχεία, που δείχνουν τη βαθιά δυσαρέσκεια, την κρίση νομιμοποίησης της κυβέρνησης, το αίτημα αλλαγής που καταγράφεται παντού. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η ελληνική κοινωνία καταγράφει και στις δημοσκοπήσεις ότι δεν αντέχει τη σημερινή κατάσταση, ότι δεν αντέχει μια ακόμη τετραετία κυβέρνησης υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Η πολιτική δεν είναι στατική αλλά μια δυναμική διαδικασία. Όποιος πιστεύει ότι όλα κρίνονται σε ήδη διαμορφωμένες τάσεις και με βάση το πώς ήταν τα πράγματα, απλώς δεν μπορεί να αντιληφθεί τι σημαίνει ένα πολιτικό σκηνικό σε μετάβαση με μια κοινωνία που επιζητά την αλλαγή. Προφανώς γι’ αυτό και οι αναλυτές τύπου Ανδρέα Δρυμιώτη λειτουργούν ως εκπρόσωποι Τύπου του Κυριάκου Μητσοτάκη, όπως πολύ σωστά του είπε σε πολιτικό πάνελ τηλεοπτικού σταθμού το μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ, Θανάσης Γλαβίνας.
Πως μπορεί να αλλάξει αυτό το σκηνικό που περισσότερο θυμίζει σημαδεμένη τράπουλα σε χαρτοπαικτικό τραπέζι, παρά πολιτική ανάλυση; Η λύση είναι απλή. Οι δημοσκοπικές εταιρείες να θυμηθούν τον πραγματικό λόγο ύπαρξης και την επιστημοσύνη τους. Δηλαδή να κερδίσουν την αξιοπιστία τους επαναφέροντας στον δημόσιο διάλογο την πρόθεση ψήφου και όχι την αυθαίρετη εκτίμηση. Εξάλλου στο τέλος της ημέρας υπάρχουν και οι κάλπες και οι πολίτες που θα κληθούν να επιλέξουν την επόμενη κυβέρνηση. Και όπως έχει αναφερθεί κατά κόρον η πραγματικότητα έχει την τάση να εκδικείται τις κατασκευασμένες εικόνες, και οι κάλπες, όσο κι αν προσπαθούν κάποιοι να τις προεξοφλήσουν, παραμένουν ο μόνος αυθεντικός κριτής.