
ΑΚΡΙΒΕΙΑ: «Κοινωνική συμφωνία» ο Κυριάκος, στα κάγκελα οι καταναλωτές…
Κυβερνητικό φιάσκο ολκής στη σύσκεψη του Μαξίμου που βάφτισαν «κοινωνική συμφωνία» το πάγωμα των ήδη εξωφρενικών τιμών, αφήνοντας ανυπεράσπιστους τους καταναλωτές
Αντί για πραγματικά μέτρα προστασίας των πολιτών, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε τη λύση των «φιλικών συνεννοήσεων» με τους μεγαλοβιομηχάνους και τους ιδιοκτήτες των αλυσίδων λιανεμπορίου, επιστρατεύοντας το αποτυχημένο μοντέλο των «συμφωνιών κυρίων» για να καλύψει την κυβερνητική γύμνια.
Του Μιχάλη Κωτσάκου
Ο επικοινωνιακός βραχίονας του Μαξίμου, σε ένα ρεσιτάλ πολιτικής υποκρισίας, επιχείρησε να παρουσιάσει ως «επιτυχία» το γεγονός ότι δεν θα υπάρξουν νέες ανατιμήσεις μέσα στο καλοκαίρι, παγιώνοντας ουσιαστικά τις ήδη εξωφρενικές και πληθωριστικές τιμές στα ράφια. Με το πρόσχημα ότι οι τιμές του πετρελαίου διεθνώς ομαλοποιούνται, η κυβέρνηση μεταθέτει τις υποτιθέμενες «δραστικές μειώσεις» για τον Σεπτέμβριο, ποντάροντας στην καλοκαιρινή ραστώνη των πολιτών.
Στη σύσκεψη-παρωδία που στήθηκε στο Μαξίμου, υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη με τη συμμετοχή των κ.κ. Χατζηδάκη, Θεοδωρικάκου και των επικεφαλής των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων (Θεοδωρόπουλος-ΣΕΒ, Γιώτης-ΣΕΒΤ, Πεταλάς-ΕΣΕ), το μόνο που εξασφαλίστηκε ήταν η διατήρηση των παλαιών ανεπαρκών μειώσεων σε 2.000 κωδικούς. Το Μαξίμου αρνείται πεισματικά να επιβάλει μόνιμους ελέγχους και ουσιαστικά προσφέρει ένα δίμηνο ασυλίας στην επιχειρηματικότητα, την ώρα που το μέσο ελληνικό νοικοκυριό αδυνατεί να καλύψει τα βασικά αγαθά του καθημερινού τραπεζιού. Διότι την ίδια ώρα προχώρησε σε άρση του πλαφόν στο κέρδος που είχε επιβληθεί ως μέτρο αντιμετώπισης της ακρίβειας (πλήρως αποτυχημένο).
Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις, μετά το καλοκαίρι κυβέρνηση, βιομηχανία και σούπερ μάρκετ θα καθίσουν εκ νέου στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, προκειμένου να διαμορφώσουν ένα πακέτο μειώσεων σε βασικά προϊόντα. Ωστόσο, δεν υπάρχει ακόμη ούτε συγκεκριμένος στόχος, ούτε χρονοδιάγραμμα εφαρμογής, ούτε σαφής εικόνα για το εύρος των παρεμβάσεων.
Η κυβερνητική επιχειρηματολογία στηρίζεται και στην αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών του πετρελαίου μετά την ύφεση της έντασης στη Μέση Ανατολή, εκτιμώντας ότι οι μειωμένες πληθωριστικές πιέσεις θα περάσουν σταδιακά στις τιμές των προϊόντων. Παρά ταύτα, οι καταναλωτές καλούνται για ακόμη μία φορά να περιμένουν, καθώς οι εξαγγελίες για «δραστικές μειώσεις» παραπέμπονται για μετά το τέλος των καλοκαιρινών διακοπών.
Σε κάθε περίπτωση, η λήξη του πλαφόν αφήνει ανοιχτά ερωτήματα για το αν η αγορά θα συγκρατήσει τις τιμές χωρίς κρατική παρέμβαση και κατά πόσο οι νέες δεσμεύσεις της κυβέρνησης και των επιχειρήσεων θα μεταφραστούν σε πραγματική ανακούφιση για τα ελληνικά νοικοκυριά ή θα αποτελέσουν ακόμη μία υπόσχεση με ορίζοντα το φθινόπωρο.

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ
Την ίδια ώρα τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ καταρρίπτουν το αφήγημα της ισχυρής οικονομίας και της ενίσχυσης των εισοδημάτων των πολιτών. Παρά το γεγονός ότι ο τζίρος των καταστημάτων αυξήθηκε κατά 4% σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2025, ο όγκος των πωλήσεων –δηλαδή η πραγματική ποσότητα αγαθών που αγοράστηκε– υποχώρησε κατά 0,1%. Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι οι καταναλωτές πληρώνουν περισσότερα χρήματα για να αγοράσουν σχεδόν τις ίδιες, ή και μικρότερες ποσότητες προϊόντων. Με άλλα λόγια, η αύξηση του τζίρου δεν οφείλεται στην ενίσχυση της κατανάλωσης, αλλά κυρίως στις υψηλότερες τιμές, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι πληθωριστικές πιέσεις εξακολουθούν να είναι ισχυρές.
Τα είδη διατροφής
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο προέρχεται από τα τρόφιμα. Ο κύκλος εργασιών στα καταστήματα ειδών διατροφής αυξήθηκε κατά 7,1% σε ετήσια βάση, ενώ ο όγκος των πωλήσεων ενισχύθηκε μόλις κατά 4,1%. Η διαφορά των τριών ποσοστιαίων μονάδων αντανακλά ουσιαστικά την επίδραση των ανατιμήσεων στα τρόφιμα, τα οποία εξακολουθούν να επιβαρύνουν σημαντικά τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα στην κατηγορία «Τρόφιμα – Ποτά – Καπνός». Ο τζίρος αυξήθηκε κατά 6,8%, ενώ ο όγκος κατά μόλις 3,3%. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι μεγάλο μέρος της ανόδου των πωλήσεων προέρχεται από τις υψηλότερες τιμές και όχι από αυξημένη καταναλωτική ζήτηση.
Ο τζίρος στα καύσιμα
Τα στοιχεία για τα καύσιμα είναι επίσης ενδεικτικά. Ο τζίρος των πρατηρίων αυξήθηκε κατά 10,4%, όμως ο όγκος πωλήσεων μειώθηκε κατά 7,4%. Αυτό σημαίνει ότι οι καταναλωτές αγόρασαν μικρότερες ποσότητες καυσίμων, αλλά πλήρωσαν περισσότερα, εξέλιξη που συντηρεί τις πληθωριστικές πιέσεις σε ολόκληρη την οικονομία, καθώς το ενεργειακό κόστος επηρεάζει μεταφορές και παραγωγή.
Παράλληλα, η υποχώρηση του εποχικά διορθωμένου δείκτη όγκου κατά 1,4% σε σχέση με τον Μάρτιο δείχνει σημάδια κόπωσης της καταναλωτικής ζήτησης. Η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών εξακολουθεί να πιέζεται, καθώς οι μισθολογικές αυξήσεις δεν φαίνεται να αντισταθμίζουν πλήρως το αυξημένο κόστος ζωής.
Η απόλυτη επιβεβαίωση της ασύδοτης αισχροκέρδειας που συντελείται στην ελληνική αγορά καυσίμων έρχεται μέσα από τα επίσημα στοιχεία του Παρατηρητηρίου Τιμών. Σε διεθνές επίπεδο, ο δείκτης του Brent έχει υποχωρήσει κοντά στα 72 δολάρια το βαρέλι, επιστρέφοντας στα χαμηλότερα επίπεδα τεσσάρων μηνών και σβήνοντας πλήρως τις αυξήσεις που προκάλεσε το ξέσπασμα του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου 2026. Παρά τη διεθνή κατάρρευση, η μέση τιμή της αμόλυβδης στην Ελλάδα παραμένει προκλητικά «παγωμένη» στα 1,92 ευρώ το λίτρο, αποδεικνύοντας ότι τα διυλιστήρια και οι μεσάζοντες λειτουργούν χωρίς κανέναν έλεγχο, τροφοδοτώντας την ακρίβεια στις πλάτες των καταναλωτών.
Το πραγματικό χτύπημα για τα νοικοκυριά και τους επαγγελματίες ήρθε από την 1η Ιουλίου, καθώς η κυβέρνηση αποφάσισε την κατάργηση της επιδότησης στην αντλία για το πετρέλαιο κίνησης. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, θα οδηγήσει σε άμεση και κατακόρυφη αύξηση της τιμής του ντίζελ, η οποία μέχρι την τελευταία ημέρα του Ιουνίου κινείτο πέριξ τ5ου 1,60 ευρώ με τεχνικό τρόπο λόγω της κρατικής ενίσχυσης.
Μαζί με την επιδότηση, η κυβέρνηση καταργεί και το πλαφόν στα περιθώρια κέρδους των υγρών καυσίμων, αφήνοντας την αγορά εντελώς ανεξέλεγκτη στα χέρια των καρτέλ, ακριβώς τη στιγμή που ξεκινούν οι μεγάλες μετακινήσεις της θερινής περιόδου. Την ώρα που το διεθνές Brent καταρρέει στα 72 δολάρια, επιστρέφοντας στα προ πολέμου επίπεδα, η ελληνική αμόλυβδη παραμένει σκανδαλωδώς καθηλωμένη στα 1,92 ευρώ, αποδεικνύοντας ότι η κυβέρνηση λειτουργεί ως απλός θεατής της αφαίμαξης των πολιτών.