
Αναφλεξη στο φρενοκομείο της Μέσης Ανατολής: Πόλεμος-«αίνιγμα» με πολλές ατζέντες και συμφέροντα
Η σύμπλευση ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν και τα διαφορετικά «σχέδια νίκης» πίσω από τα κοινά πλήγματα >> Η ευκαιρία της Ρωσίας
Μια εβδομάδα συμπληρώνεται σήμερα Σάββατο από όταν το Ισραήλ και οι ΗΠΑ ξεκλείδωσαν την πόρτα του μεσανατολικού φρενοκομείου και οι προβλέψεις για το μέλλον της επικίνδυνης σύγκρουσης παραμένουν στον αέρα. Αν, ωστόσο, υπάρχει κάτι που μπορεί να ειπωθεί με σιγουριά, αυτό είναι η διαφοροποίηση των συμφερόντων και των επιδιώξεων που έχουν οι εμπλεκόμενοι στον πόλεμο που πλέον είναι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο πάρα πολλοί.
Του Νίκου Τσαγκατάκη
Μόλις 48 ώρες από αμερικανο-ισραηλινό «άρξατε πυρ!» στο Ιράν ο πρόεδρος των ΗΠΑ βρισκόταν στον Λευκό Οίκο. Όχι για να ασκήσει τα προεδρικά κυβερνητικά καθήκοντά του όπως κάθε άλλη μέρα. Ούτε για να βρίσκεται πάνω από το κόκκινο τηλέφωνο και να ενημερώνεται για τις εξελίξεις στο πολεμικό μέτωπο την Μέσης Ανατολής.
Εκείνη την ημέρα της 2ας Μαρτίου, ο Τραμπ έδωσε το «παρών» στην τελετή απονομής του Μεταλλίου της Τιμής του Κογκρέσου σε τρία μέλη του αμερικανικού στρατού, και εκεί βρήκε της ευκαιρία να δώσει ακόμη ένα επικοινωνιακό σόου, εν είδει διαγγέλματος, μοιράζοντας τον χρόνο ανάμεσα στις… χρυσές κουρτίνες που κοσμούν την αίθουσα χορού στον Λευκό Οίκο και στα όσα διαδραματίζονται στη Μέση Ανατολή.

Τα τελευταία, πάντως, που είναι και τα άκρως σοβαρά ο Τραμπ τα αντιμετώπισε όπως τις… κουρτίνες του. «Δεν βαριέμαι, δεν υπάρχει τίποτα βαρετό σε αυτό» ήταν η χαρακτηριστική αποστροφή του λόγου του Αμερικανού προέδρου απαντώντας σε αναλύσεις που γίνονται στα αμερικανικά ΜΜΕ και στις οποίες κυριαρχεί η εκτίμηση ότι ο πόλεμος με το Ιράν θα τερματιστεί «μετά από μια-δυο εβδομάδες» όταν ο Τραμπ «θα βαρεθεί».
Τι σημαίνει αυτό για τα τεκταινόμενα στα θέατρα του πολέμου;
α) Ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μια fast track επιχείρησης που θα λάβει τέλος σε λίγες ημέρες. Θυμίζεται ότι τις πρώτες ώρες μετά από τα πλήγματα στο Ιράν ο Τραμπ δήλωνε ότι ο πόλεμος θα διαρκούσε περίπου τέσσερις εβδομάδες, εν συνεχεία πρόσθεσε ακόμη ένα επταήμερο στις προβλέψεις του, ενώ σε ρεπορτάζ του έγκυρου περιοδικού Politico που είδε το φως της δημοσιότητας την Πέμπτη αποκαλύπτεται ότι η CENTCOM, η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ που είναι ενοποιημένη διοίκηση μάχης του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας, έχει ζητήσει από το Πεντάγωνο την αποστολή περισσότερων στρατιωτικών στο αρχηγείο της στην Τάμπα της Φλόριντα, προκειμένου να στηρίξουν τις επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν για τουλάχιστον 100 ημέρες, δίχως να αποκλείεται το ενδεχόμενο η σύγκρουση να διαρκέσει μέχρι τον Σεπτέμβριο!


β) Ότι ΗΠΑ και Ισραήλ εκμεταλλεύτηκαν τη «σημαία ευκαιρίας» που τους δόθηκε από τις μυστικές τους υπηρεσίες (CIA και Μοσάντ) να εξοντώσουν με ένα καίριο χτύπημα τον θρησκευτικό ηγέτη του Ιράν, Aγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ωστόσο πρωτίστως ο Ντόναλντ Τραμπ και δευτερευόντως ο Μπενιαμίν Νετανιάχου μοιάζουν να εγκλωβίζονται σε έναν πόλεμο φθοράς που αποκτά χαρακτήρα περιφερειακής σύγκρουσης (σ.σ. πάνω από 10 χώρες έχουν εμπλακεί μέχρι στιγμής στον πόλεμο στο Ιράν μεταξύ των οποίων τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ, το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν, το Ομάν, η Σαουδική Αραβία, η Ιορδανία, ο Λίβανος, το Ιράκ, ακόμη και το Αζερμπαϊτζάν) και δεν αφήνει περιθώρια για πισωγυρίσματα.
Μία η σκακιέρα, πολλά τα πιόνια, ακόμη περισσότερα τα συμφέροντα
Τούτων δοθέντων καθίσταται παντελώς απρόβλεπτη κάθε… πρόβλεψη για το πώς θα ξημερώσουν όχι οι επόμενες ημέρες αλλά ακόμη και κάθε ώρα που περνάει. Ποιος, άλλωστε, θα πίστευε ακόμη και μετά την έναρξη του πολέμου ότι θα φτάναμε σε σημείο να χρειαζόταν ασπίδα αντιπυραυλικής προστασίας η Κύπρος; Ουδείς κι όμως συνέβη.
Υπάρχει, ωστόσο, κάτι που μπορεί στην παρούσα φάση να ειπωθεί με σιγουριά. Κι αυτό είναι ότι στην πολεμική σκακιέρα της Μέσης Ανατολής τα αντιμαχόμενα πιόνια είναι πολλά και το καθένα από αυτά έχει ριχτεί (θέλοντας και μη…) στη μάχη με διαφορετικά συμφέροντα και επιδιώξεις, με το Ιράν να εμφανίζεται ως κοινός εχθρός.

>> Με ένα σμπάρο δύο τρυγόνια η Ουάσινγκτον: Για τον Ντόναλντ Τραμπ η στρατιωτική επιχείρηση της αστερόεσσας κατά της Τεχεράνης εγγράφεται σε ένα ευρύτερο δόγμα οικονομικής και γεω-ενεργειακής ισχύος. Επισήμως, ο στόχος αφορά την αποτροπή της φερόμενης ιρανικής πυρηνικής απειλής και της εξασφάλισης ότι το βαλλιστικό πυραυλικό οπλοστάσιο θα εξουδετερωθεί προκειμένου να διασφαλιστεί η περιφερειακή σταθερότητα στη Μέση Ανατολή.
Ανεπισήμως, όμως, αναλυτές σε αμερικανικά και βρετανικά think tanks επισημαίνουν ότι η αποδυνάμωση της ιρανικής ενεργειακής μηχανής αγγίζει τον πυρήνα μιας στρατηγικής που υπερβαίνει τον τοπικισμό της ιστορικά εύφλεκτης περιοχής.
Το Ιράν δεν είναι μόνο περιφερειακή δύναμη. Είναι μία μεγάλη πετρελαιοπαραγωγός χώρα που το υπέδαφός της δεν είναι πλούσιο μόνο από «μαύρο χρυσό» αλλά και από σπάνιες γαίες οι οποίες αποτελούν πλούτο υψηλής υπεραξίας σε έναν κόσμο τεχνολογικού ανταγωνισμού, τότε η σημερινή επιχείρηση αποκτά στρατιωτική και οικονομική διάσταση.
Αυτό τον πλούτο ορέγεται κατά βάση ο «θείος Ντόναλντ» (σ.σ. κατά τα πρότυπα του σχεδίου που τηρουμένων των αναλογιών ακολούθησε σε Βενεζουέλα και Γροιλανδία) επιδιώκοντας μακροπρόθεσμα μία καινούργια και προς όφελος της χώρας του αρχιτεκτονική ελέγχου στρατηγικών πόρων.
Κινούμενος σε αυτό το πλαίσιο, ο Αμερικανός «πλανητάρχης» θεωρεί ότι το ξεδόντιασμα της μέχρι πρότινος ηγεσίας του θεοκρατικού καθεστώτος των μουλάδων δημιουργεί συνθήκες πολιτικής αλλαγής στο Ιράν και την ενδεχόμενη άνοδο στην εξουσία ενός πιο «διαλλακτικού» και… ευεπίφορου σε μπίζνες ηγέτη.
Δεν το έκρυψε, άλλωστε, ο Τραμπ πως αυτός είναι ο στόχος του δηλώνοντας σε συνέντευξή του την Πέμπτη στο Axios ότι οι Ιρανοί «χάνουν τον χρόνο τους» επιλέγοντας ως διάδοχο του Χαμενεΐ τον γιο του Μοτζτάμπα και ότι πρέπει να συμμετάσχει ο ίδιος στον διορισμό της νέας ιρανικής ηγεσίας «όπως έγινε με την Ντέλσι [Ροντρίγκες] στη Βενεζουέλα».
Το δεύτερο τρυγόνι που χτύπησε ο αμερικανικός σμπάρος στο Ιράν ήταν ο ενεργειακός στραγγαλισμός του top-1 γεωπολιτικού και στρατιωτικού των ΗΠΑ, της Κίνας. Ως γνωστόν το Ιράν είναι ο βασικός ενεργειακός τροφοδότης της Κίνας, με τους Σίνες να έχουν αγοράσει το 2025 περίπου το 17% των συνολικών ποσοτήτων πετρελαίου από το Ιράν και τη Βενεζουέλα.
Υπό αυτό το πρίσμα, μια παρατεταμένη αποσταθεροποίηση της εξαγωγικής δραστηριότητας του Ιράν σε πετρέλαιο θα επηρεάσει άμεσα τις κινεζικές ενεργειακές ροές, άρα και την οικονομική αντοχή του βασικού γεωπολιτικού αντιπάλου της Ουάσιγκτον ειδικά σε μία χρονική συγκυρία σαν τη σημερινή όπου οι ρυθμοί ανάπτυξης της κινεζικής οικονομίας επιβραδύνονται και ο δείκτης ανταγωνιστικότητας του βιομηχανικού κλάδου της Κίνας δέχεται πιέσεις.

>> Η υπαρξιακή αρχομανία του Τελ Αβίβ: Στον αντίποδα, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου φαίνεται να κινείται με πιο άμεσο και υπαρξιακό ορίζοντα. Για το Ισραήλ, το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και η περιφερειακή δικτύωση της Τεχεράνης μέσω συμμαχιών και χρηματοδοτήσεων ένοπλων τρομοκρατικών οργανώσεων (βλ. Χαμάς, Χεζμπολάχ, Χούθι) συνιστούν διαχρονική απειλή.
Η λογική του Τελ Αβίβ δεν είναι απλώς να πλήξει υποδομές, αλλά να «κοντύνει» στρατηγικά το Ιράν, δηλαδή να περιορίσει την εμβέλεια, την επιρροή και το αποτύπωμά του. Σε αυτό το πλαίσιο, μια ευρύτερη αποδυνάμωση της Τεχεράνης θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Το Ισραήλ θα βρισκόταν τότε σε θέση σχεδόν αδιαμφισβήτητου στρατηγικού υπερέχοντος, ιδίως εάν οι αραβικές χώρες επιλέξουν την ουδετερότητα ή περιοριστούν σε ρητορικές αντιδράσεις.
Ας κρατάμε, τέλος, στο πίσω μέρος του κεφαλιού μας ότι αν ο Νετανιάχου καταφέρει να σβήσει οριστικά από τον χάρτη τη Χαμάς και υποτάξει τους Πέρσες θα παίξει ως μπαλαντέρ το χαρτί του σωτήρα του έθνους τους προκειμένου να κερδίσει την δικαστική παρτίδα που τον περιμένει άμα τη λήξει του πολέμου, δεδομένου ότι ο πρωθυπουργός του Ισραήλ κατηγορείται για διαφθορά σε τρεις υποθέσεις και τον περασμένο Δεκέμβριο αφού από τον Ισραηλινό πρόεδρο, Ισαάκ Χέρτσογκ, να του απονείμει χάρη.

>> Το παράθυρο ευκαιρίας για τον Πούτιν: Όπως έγραψε προ ημερών η «Α» στην ηλεκτρονική έκδοσή της iapopsi.gr ο ένας εκ των δύο ισχυρότερων συμμάχων του Ιράν, η Ρωσία (σ.σ. η άλλη είναι η Κίνα) περιόρισε τη στήριξή της στην Τεχεράνη με ρητορικά σχήματα και με ευχολόγια περί τερματισμού των στρατιωτικών ενεργειών των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν.
Αυτό δεν έγινε τυχαία. Με το δικό της πολεμικό μέτωπο στην Ουκρανία να παραμένει ακόμη ανοιχτό και έχοντας χρυσό χορηγό τον Ντόναλντ Τραμπ στην προσπάθειά της να νομιμοποιήσει τα τετελεσμένα της εισβολής, ο Βλαντιμίρ Πούτιν παρακολουθεί τη φωτιά στη Μέση Ανατολή από την απόσταση ασφαλείας που ορίζει το γνωμικό του Έλληνα κυνικού φιλοσόφου Διογένης: ούτε πολύ κοντά για να μην καεί, ούτε πολύ μακριά για να μην ξεπαγιάσει.
Η παραπάνω στάση του «τσάρου» έγινε σαφής σχεδόν από την έναρξη των εχθροπραξιών. Συγκεκριμένα το μεσημέρι της περασμένης Δευτέρας (2/3), το Κρεμλίνο απέκλεισε το ενδεχόμενο η ομάδα των BRICS (σ.σ. Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Νότια Αφρική, Αίγυπτος, Αιθιοπία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Σαουδική Αραβία αλλά και… Ιράν!!!) να βοηθήσει την Ισλαμική Δημοκρατία στη σύγκρουσή της με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ.
Σαν να μην έφτανε αυτό, την Πέμπτη ήρθε η επιβεβαίωση-βόμβα δια χειλέων του ίδιου του Πούτιν. Ο ηγέτης της Ρωσίας «σκέφτηκε φωναχτά» όπως είπε χαρακτηριστικά ότι «τώρα ανοίγουν και άλλες αγορές και ίσως θα ήταν πιο κερδοφόρο για εμάς να σταματήσουμε να προμηθεύουμε την ευρωπαϊκή αγορά τώρα».
Δεν χρειάζεται να έχει κάποιος διδακτορικό στη διπλωματία και τις πολιτικές επιστήμες για να καταλάβει ότι ο Πούτιν νιώθει ότι εξελίξεις που γεννά η κρίση στη Μέση Ανατολή τον ευνοούν και ότι μπορεί πλέον να κάνει ενεργειακό παιχνίδι με τις Βρυξέλλες υπό άλλους όρους. Ας μην πεταχτεί στη… θάλασσα και το εξής: οι προαναφερθείσες δηλώσεις Πούτιν έγιναν την ίδια ημέρα που τη Μόσχα επισκεπτόταν ο επικεφαλής της ουγγρικής διπλωματίας, Πέτερ Σιγιάρτο, έχοντας πρώτο-πρώτο στην ατζέντα των συζητήσεων με τον Ρώσο ομόλογό του, Σεργκέι Λαβρόφ, το θέμα της απρόσκοπτης παροχής ενέργειας από τη Ρωσία στην Ουγγαρία.
Όλα αυτά συμβαίνουν, δε, μόλις ένα μήνα από τη διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών στην Ουγγαρία και με την Κομισιόν να προγραμματίζει στις 15 Απριλίου την υποβολή της νομικής πρότασής της για την οριστική απαγόρευση των εισαγωγών ρωσικού πετρελαίου.
Το απονενοημένο διάβημα μια χερσαίας εμπλοκής
Η αμερικανική εξωτερική πολιτική, ιδίως μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, επένδυσε στην υπόθεση ότι η στρατιωτική υπεροχή μπορεί να μεταφραστεί σε πολιτικό αποτέλεσμα. Όμως η ιστορία έδειξε ότι η κατοχή εδάφους δεν ισοδυναμεί με έλεγχο κοινωνιών.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Ιράκ μετά το 2003. Η επιχείρηση «Shock and Awe», γνωστό στα… μέρη μας ως «Σοκ και Δέος», ανέτρεψε τον Σαντάμ Χουσεΐν σε λίγες εβδομάδες. Η μεταπολεμική διαχείριση, όμως, με τη διάλυση του στρατού και των κρατικών δομών, δημιούργησε κενό εξουσίας.
Το αποτέλεσμα αυτή της στρατηγικής είναι ιστορικά καταγεγραμμένο και δείχνουν σεχταριστική βία, εμφύλια σύγκρουση και τελικά η ανάδυση του Ισλαμικού Κράτους, με τις ΗΠΑ να παραμένουν για χρόνια σε ένα χάος που κόστισε σε ζωές (οι αμερικανικές απώλειες ξεπέρασαν του 4.400 στρατιώτες), σε χρήματα (σ.σ. το μακροπρόθεσμο οικονομικό βάρος για τους πολέμους των ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτεμβρίου υπολογίζεται σε 5,8 τρισ. δολάρια), ενώ το πολιτικό κεφάλαιο και η διεθνής αξιοπιστία που έχασε η Ουάσινγκτον είναι ανυπολόγιστη.
Ανάλογη τροχιά είχε το Αφγανιστάν. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η Ουάσιγκτον ανέτρεψε τους Ταλιμπάν γρήγορα. Είκοσι χρόνια μετά, αποχώρησε, και οι ίδιοι επέστρεψαν στην εξουσία το 2021. Η στρατιωτική νίκη δεν μετατράπηκε ποτέ σε βιώσιμο κράτος. Η οικοδόμηση θεσμών δεν είναι υπόθεση drones.
Ακόμη κι αν γυρίσουμε πίσω στο συλλογικό αμερικανικό τραύμα που λέγεται Βιετνάμ θα διαπιστώσουμε ότι και τότε οι ΗΠΑ υπέκυψε στον πειρασμό της υπερ-επέκτασης ππυ κατέληξε σε Βατερλό. Μια σύγκρουση που ξεκίνησε με λογική «αναχαίτισης» κατέληξε σε πολυετή φθορά, βαθύ κοινωνικό τραύμα στις ΗΠΑ και τελικά στρατηγική ήττα.
Κοινός παρονομαστής όλων των παραπάνω δεν είναι άλλος από την υπερεκτίμηση της στρατιωτικής ισχύος και την υποτίμηση της τοπικής κοινωνικής δυναμικής. Τα χερσαία δόγματα λειτουργούν σε πεδία μάχης, όχι απαραίτητα σε σύνθετες κοινωνίες με ιστορικά, θρησκευτικά και φυλετικά ρήγματα.
Θα παρασυρθεί, άραγε, ο Ντόναλντ Τραμπ να κάνει στην τελευταία προεδρική θητεία του το απονενοημένο διάβημα και να τολμήσει το απονενοημένο διάβημα της χερσαίας επίθεση στο αχανές ανάγλυφο του Ιράν των 90 εκατομμυρίων ψυχών;
Η απάντηση θα δοθεί στα «προσεχώς» δεδομένου μάλιστα ότι αιωρείται και το «υπέροχο» κατά τον Τραμπ σενάριο να μπουν στο Ιράν οι Κούρδοι του Ιράκ. Αλλά το κοντέρ της χασούρας για την αμερικανική επιχείρηση «Επική Οργή» είχε καταγράψει μέχρι το μεσημέρι της Πέμπτης –δηλαδή σε 6 ημέρες πολέμου– 6 νεκρούς και 18 τραυματίες Αμερικανούς, καθώς μια οικονομική αιμορραγία που υπολογίζεται σε περίπου 780 εκατ. δολάρια.