
Από τις σκληρές μάχες του 80 στα ρεκόρ ψήφων Στεφανόπουλου-Παπούλια
Το παρασκήνιο πίσω από τις εκλογές Προέδρων της Δημοκρατίας από το 1974 μέχρι σήμερα και οι προσπάθειες των κομμάτων να εργαλειοποιήσουν τον θεσμό
Μπορεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να μην έχει μεγάλες αρμοδιότητες, αλλά πάντα η εκλογή του προκαλεί αναταράξεις στο πολιτικό σκηνικό, καθώς παραδοσιακά από την μεταπολίτευση τα κόμματα κάνουν ότι μπορούν για να εργαλειοποιήσουν την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Του Μιχάλη Κωτσάκου

Την πραγματική εικόνα για το τι ακριβώς ισχύει στην προεδρική εκλογή περιέγραψε το μακρινό 1974 ο Γεώργιος Μαύρος, ηγέτης της αξιωματικής αντιπολίτευσης με την Ένωση Κέντρου, όπου κατά τη συζήτηση για τις προεδρικές αρμοδιότητες στην Βουλή είχε πει στον Κωνσταντίνο Καραμανλή «ο Πρόεδρος έχει μόνο τη δυνατότητα να μεταβεί εις την δοξολογίαν της Μητροπόλεως την 1ην Ιανουαρίου και εις την παρέλασιν της 25ης Μαρτίου». Ο Γεώργιος Μαύρος αναφερόταν στον υπηρεσιακό Πρόεδρο της Δημοκρατίας Μιχαήλ Στασινόπουλο, ο οποίος ήταν ο πρώτος προσωρινός Πρόεδρος της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο Στασινόπουλος, αντιχουντικός δικαστής και λογοτέχνης είχε αναδειχθεί βουλευτής με το ψηφοδέλτιο Επικρατείας της Ν.Δ. το 1974 και γνώριζε ότι θα ήταν διακοσμητικός αντικαθιστώντας τον χουντικό Πρόεδρο Φαίδων Γκιζίκη. Το 1975 δεν προτάθηκε, αλλά ούτε και ο ίδιος το επεδίωξε. Ο Στασινόπουλος προέκυψε μετά την άρνηση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Οι ιστορικοί αναφέρουν ότι κατ’ αρχάς ο Κανελλόπουλος αποδέχθηκε την πρόταση, αλλά όταν επέστρεψε στο σπίτι του τηλεφώνησε στον Καραμανλή αρνούμενος τελικά.
Σύμφωνα με μαρτυρίες από πρωταγωνιστές της τότε εποχής, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής σκόπευε να διαδεχτεί αμέσως τον Στασινόπουλο, αλλά μετά την ψήφιση του Συντάγματος του 1975, άλλαξε την απόφαση του. Κι αυτό διότι το Σύνταγμα έδινε αυξημένες αρμοδιότητες στον πρωθυπουργό, που λειτουργούσε ως παντοδύναμος. Κατόπιν τούτου έπρεπε να βρεθεί ένα πρόσωπο της απολύτου εμπιστοσύνης του. Έπρεπε αφενός να μην ασκεί τις αυξημένες προεδρικές αρμοδιότητες, αφετέρου να ταυτίζεται ταυτόχρονα απολύτως με τον πρωθυπουργό και την κυβέρνησή του. Αυτό ήταν και το βασικό κριτήριο για την επιλογή του Κωνσταντίνου Τσάτσου, ο οποίος τότε είχε εκλεγεί βουλευτής με το ψηφοδέλτιο Επικρατείας της Ν.Δ. Ο καθηγητής και ακαδημαϊκός εκλέχτηκε αποκλειστικά με τις ψήφους της πανίσχυρης κοινοβουλευτικά Ν.Δ. (210 ναι), ενώ η αντιπολίτευση ψήφισε τον Π. Κανελλόπουλο που προτάθηκε από την Ένωση Κέντρου κι έλαβε 65 ψήφους. Το ΠΑΣΟΚ και η Αριστερά ψήφισαν λευκό. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος παραδέχθηκε προς το τέλος της θητείας του ότι: «Με είπαν τοποτηρητή, ότι ο ρόλος μου ήταν να ζεστάνω την καρέκλα που προοριζόταν γι΄ αυτόν (τον Καραμανλή). Δέχομαι την κατηγορία».


Η ώρα του Καραμανλή
Έχοντας η χώρα εισέλθει στην ΕΟΚ, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής αποφάσισε να μεταπηδήσει στην Προεδρία. Τα κουκιά ήταν ξεκάθαρα και η εκλογή του οριακή. Μετά την πρώτη ψηφοφορία έλαβε 179 ψήφους, ο Γιώργος Μυλωνάς (ΚΟΔΗΣΟ) έλαβε 4 ψήφους, ο Λεωνίδας Κύρκος(ΚΚΕ Εσωτερικού) μία ψήφο, ο Φαίδων Βεγλερής (Ενιαία Αριστερά) μία ψήφο, ο Νικήτας Βενιζέλος (Ενιαία Αριστερά) τρεις ψήφους και ο Ηλίας Ηλιού (Ενιαία Αριστερά) μία ψήφο. Στην δεύτερη ψηφοφορία αποσύρθηκαν οι Βενιζέλος και Ηλιού, ενώ εμφανίστηκε ως υποψήφιος ο Στέλιος Παπαθεμελής λαμβάνοντας μία ψήφο. Στην δεύτερη ψηφοφορία τον Καραμανλή ψήφισαν 181 βουλευτές, αλλά απαιτείτο εκλογή με 200 ψήφους. Πριν από την 3η ψηφοφορία υπήρξε έντονο παρασκήνιο και πιέσεις προς κεντρώους βουλευτές, ενώ αποσύρθηκε ο Παπαθεμελής. Παρά το γεγονός ότι στην 3η ψηφοφορία υπέβαλλε υποψηφιότητα ο Ιωάννης Ζίγδης σε μία προσπάθεια να μην πιάσει το όριο των 180 ψήφων Καραμανλής, εν τούτοις εξελέγη με 183 ψήφους. Η μία ψήφος ήταν του ίδιου του Καραμανλή, ο οποίος στις δύο πρώτες ψηφοφορίες δεν είχε ψηφίσει. Ο Ζίγδης έλαβε 4 ψήφους, ο Μυλωνάς 3 και οι Κύρκος, Βελεγρής από μία. Το ΠΑΣΟΚ ως αξιωματική αντιπολίτευση αρκέστηκε στο παρών.

Ο Σαρτζετάκης μέσω… Αυριανής
Πριν από τις εκλογές του 1985 υπήρξε πολύ παρασκήνιο. Ο Ανδρέας Παπανδρέου σκεφτόταν την ανανέωση της θητείας του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Όμως διαφωνούσε το βαθύ ΠΑΣΟΚ. Με επικεφαλής τον Μένιο Κουτσόγιωργα, ο οποίος θεωρείτο το Νο2 της κυβέρνησης Ανδρέα Παπανδρέου έκανε τα πάντα για να αλλάξει γνώμη στον τότε πρωθυπουργό. Σε αυτό βοήθησε και ο παντοδύναμος εκδότης της Αυριανής Γιώργος Κουρής που ξεκίνησε εκστρατεία κατά της υποψηφιότητας Καραμανλή, προφανώς σε πλήρη συνεννόηση με τον καλό του φίλο Μένιο Κουτσόγιωργα (ήταν κολλητοί). Η Αυριανή τότε πουλούσε κοντά στις 300.000 φύλλα σε καθημερινή βάση. Ένα πρωί ένα μικρό βαν πάρκαρε έξω από το Μαξίμου. Από πίσω με το γνωστό βεσπάκι ο Γιώργος Κουρής. Ο εκδότης που είχε ραντεβού με τον Ανδρέα μπήκε στο Μαξίμου με τουλάχιστον 20 σάκους σκουπιδιών (μεγάλους) γεμάτους από επιστολές αναγνωστών της Αυριανής που υποτίθεται πως έλεγαν ότι εάν προταθεί εκ νέου ο Καραμανλής δεν θα ξαναψηφίσουν ΠΑΣΟΚ. Ο Ανδρέας πείστηκε να μην προτείνει τον Καραμανλή, ενώ ο αστικός μύθος της εποχής αναφέρει ότι ο ίδιος ο Κουρής έγραψε από μόνος του εκατοντάδες επιστολές, ενώ τον βοήθησαν και συνεργάτες του Κουτσόγιωργα, οι οποίοι έγραφαν επί τουλάχιστον για δύο μήνες σε οκτάωρη βάση. Η πρόταση του Ανδρέα Παπανδρέου για τον Χρήστο Σαρτζετάκη, τον εμβληματικό ανακριτή της δολοφονίας Λαμπράκη ακούστηκε ως μελωδία στα αυτά των σκληρών ΠΑΣΟΚτζήδων. Ο δε Κουρής στην προμετωπίδα της Αυριανής προσέθεσε την φράση «Η εφημερίδα που γκρέμισε τον Καραμανλισμό». Στις 9 Μαρτίου ο Ανδρέας Παπανδρέου ανακοίνωσε την επιλογή του Σαρτζετάκη, αφού προηγουμένως είχε λάβει την διαβεβαίωση από τον Χαρίλαο Φλωράκη, ότι το ΚΚΕ θα τον ψηφίσει για Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ήταν η πρώτη και μοναδική φορά που το ΚΚΕ μετείχε ενεργά σε εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας.
Με την ανακοίνωση της επιλογής Σαρτζετάκη, παραιτήθηκε άμεσα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και τον αντικατέστησε μέχρι την εκλογή του νέου Προέδρου ο τότε πρόεδρος της Βουλής, Ιωάννης Αλευράς.
Στην πρώτη ψηφοφορία ο Σαρτζετάκης έλαβε 178 ψήφους, ενώ στην 2η έφτασε τους 180. Η 2Η ψηφοφορία σημαδεύτηκε από την αρπαγή της κάλπης απ’ τον Βουλευτή Ιωαννίνων της Νέας Δημοκρατίας, Ελευθέριο Καλογιάννη, ή όπως αποκλήθηκε από τον Τύπο της εποχής, «Καλπογιάννης». Στην 3η ψηφοφορία απαιτούνταν 180 ψήφους και επιστρατεύθηκαν τα έγχρωμα ψηφοδέλτια για να μην υπάρξει κάποια διαρροή από κάποιον δυσαρεστημένο του ΠΑΣΟΚ, ενώ η Ν.Δ. ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών επειδή ψήφισε και ο Ιωάννης Αλευράς, που εκτελούσε χρέη προσωρινού Προέδρου της Δημοκρατίας. Τελικά ο Σαρτζετάκης έλαβε 180 ψήφους και ήταν ο 4ος Πρόεδρος της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας. Η Νέα Δημοκρατία αρκέστηκε στο παρών. Λίγους μήνες αργότερα με την δυναμική της επιλογής Σαρτζετάκη το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εκλογές με πέντε ποσοστιαίες μονάδες διαφορά από τη Ν.Δ. (45,8%-40,8%). Επίσης ο Ανδρέας με τις αλλαγές στο Σύνταγμα ψαλλίδισε ακόμη περισσότερο τις αρμοδιότητες του Προέδρου.
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ποτέ δεν συγχώρησε στον Ανδρέα αυτό το άδειασμα και στα «Αρχεία» του ανέφερε: «Όταν το πρωί της 9ης Μαρτίου πληροφορήθηκα τα διατρέξαντα… αισθάνθηκα βαθιά ανησυχία για το μέλλον αυτού του τόπου, όταν διαπίστωσα ότι ημπορούσε ένας πρωθυπουργός να συμπεριφέρεται ως κοινός απατεώνας».
Επιστροφή Καραμανλή με εργαλειοποίηση Μητσοτάκη
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επέστρεψε στο Προεδρικό Μέγαρο πέντε χρόνια αργότερα με επεισοδιακό τρόπο και αφού προηγουμένως η Νέα Δημοκρατία και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης εργαλειοποίησε την εκλογή του. Η θητεία του Σαρτζετάκη έληγε το Μάρτιο του 1990 και οι διαδικασίες ξεκίνησαν στις 19 Φεβρουαρίου με μοναδικό υποψήφιο τον Χρήστο Σαρτζετάκη που έλαβε 151 ψήφους (ΠΑΣΟΚ και Συνασπισμός). Στην 2η ψηφοφορία (25 Φεβρουαρίου 1990) το ΠΑΣΟΚ άλλαξε απόφαση και στήριξε τον Γιάννη Αλευρά, ο οποίος έλαβε 127 ψήφους και ο Σαρτζετακης (Συνασπισμός) 21. Στην 3η ψηφοφορία ο Αλευράς έλαβε 128 ψήφους και ο Σαρτζετάκης 21. Και στις τρεις ψηφοφορίες η Ν.Δ. που ήταν η μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη της εποχής επέλεξε και να μην υποδείξει υποψήφιο, αλλά και το «παρών σε όλες τις ψηφοφορίες, προκειμένου η χώρα να οδηγηθεί σε εκλογές για να κερδίσει την αυτοδυναμία που αναζητούσε από τον Μάιο του 1989.
Στις 8 Απριλίου του 1990 διεξήχθησαν οι εθνικές εκλογές με τη Ν.Δ. να τις κερδίζει, αλλά δεν έπιασε το μαγικό 151 που χρειαζόταν για την αυτοδυναμία, αλλά έμεινε στους 150 βουλευτές. Στην πρώτη (4η) ψηφοφορία (30 Απριλίου)) μετά τις εθνικές εκλογές η Νέα Δημοκρατία πρότεινε ως υποψήφιο τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο οποίος έλαβε 149, ο Γιάννης Αλευράς από το ΠΑΣΟΚ 123 και ο Κώστας Δεσποτόπουλος (από τον ΣΥΡΙΖΑ) 21. Ο Θόδωρος Κατσίκης αφήνει την ΔΗΑΝΑ με την οποία εξελέγη και προσχωρεί στη Ν.Δ. οπότε φτάνουν οι 151 ψήφοι που χρειάζονταν για την εκλογή Καραμανλή. Τελικά τον Καραμανλή ψηφίζουν και οι δύο ανεξάρτητοι μουσουλμάνοι βουλευτές (Σαδίκ και Φαίκογλου) και φτάνει τους 153. Ο Γιάννης Αλευράς έλαβε 125 και ο Κ. Δεσποτόπουλος 21.
Ο Κωστής Στεφανόπουλος με πρόταση Σαμαρά
Μετά από δύο ταραχώδεις εκλογές Προέδρων το 1995 τα πράγματα εξελίχθησαν πολύ πιο ήρεμα. Το 1995 η Νέα Δημοκρατία υπό τον Μιλτιάδη Έβερτ πόνταρε στην εκλογή Προέδρου θέλοντας να εκμεταλλευτεί τα μπες-βγες του Ανδρέα Παπανδρέου στα νοσοκομεία. Τα η λύση έδωσε ο Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος ως πρόεδρος της Πολιτικής Άνοιξης πρότεινε τον Κωστή Στεφανόπουλο. Υπήρξαν αντιδράσεις από το εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ, καθώς αρκετοί υπενθύμιζαν στον Παπανδρέου ότι ο Στεφανόπουλος είχε ψηφίσει υπέρ της παραπομπής του στο Ειδικό Δικαστήριο. Τελικά ο Παπανδρέου αποδέχθηκε την πρόταση του Σαμαρά και ο Κωστής Στεφανόπουλος εκλέχθηκε στις 8 Μαρτίου του 1995 με 181 ψήφους έναντι 109 του Αθανάσιου Τσαλδάρη που ήταν η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας. Το ΚΚΕ και Μιχάλης Παπακωνσταντίνου ψήφισαν παρών.
Ο Κωστής Στεφανόπουλος δεν έμελλε να συνεργαστεί πολύ με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Τουναντίον ανέπτυξε χημεία με τον διάδοχο του, Κώστα Σημίτη. Έτσι το 2000 ο Κωστής Στεφανόπουλος επανεξελέγη με 269 ψήφους (ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ.) από την πρώτη ψηφοφορία, καθώς ο Λεωνίδας Κύρκος που προτάθηκε από τον Συνασπισμό έλαβε 10 ψήφους. Οι 19 βουλευτές του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος και του ΔΗΚΚΙ (Τσοβόλας) ψήφισαν παρών.
Η δεκαετία Παπούλια
Το ρεκόρ Στεφανόπουλου (269 ψήφους) καταρρίφθηκε το 2005. Ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής πρότεινε τον Κάρολο Παπούλια (εμβληματικό υπουργό Εξωτερικών των κυβερνήσεων Ανδρέα Παπανδρέου) που εξελέγη με 279 ψήφους, ενώ ΚΚΕ και Συνασπισμός παρέμειναν στο παρών.
Η προεδρική εκλογή του 2010 ξεκίνησε ένα χρόνο νωρίτερα, τον Μάρτιο του 2009. Ο Γιώργος Παπανδρέου ως πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ με το μόλις το κόμμα του πέρασε πρώτο στις δημοσκοπήσεις ανακοίνωσε ότι δεν θα ψηφίσει υπέρ του Παπούλια το 2010 για να προκαλέσει εθνικές εκλογές. Και μετά τη νίκη του ΠΑΣΟΚ θα προτείνει τον Κάρολο Παπούλια. Πολλοί γέλασαν με την δήλωση Παπανδρέου, όμως μετά τις ευρωεκλογές του Ιουνίου του 2009, όπου το ΠΑΣΟΚ τις κέρδισε, το όλον κόμμα τάχθηκε με την στρατηγική Παπανδρέου. Ο Κώστας Καραμανλής προσέφυγε σε πρόωρες εκλογές τον Οκτώβριο του 2009, τις οποίες κέρδισε με 10 ποσοστιαίες μονάδες διαφορά. Έτσι ο Γιώργος Παπανδρέου πρότεινε τον Κάρολο Παπούλια, ο οποίος στις 3 Φεβρουαρίου επανεξελέγη με 266 ψήφους, καθώς τον υποστήριξαν ΠΑΣΟΚ, Νέα Δημοκρατία και ΛΑΟΣ. Αντίθετα τα κόμματα της αριστεράς προτίμησαν το παρών.

Πρώτη πτώση κυβέρνησης
Η προεδρική εκλογή του 2015 ξεκίνησε πολύ νωρίτερα. Τον Δεκέμβριο του 2014 η κυβέρνηση Σαμαρά αποφάσισε να επισπεύσει την προεδρική εκλογή, προτείνοντας τον Σταύρο Δήμα. Στην πρώτη ψηφοφορία έλαβε 160 ψήφους. Στις δύο επόμενες ο κ. Δήμας έφτασε τις 168 ψήφους (23 και 29 Δεκεμβρίου). Οπότε διαλύθηκε η Βουλή και η χώρα οδηγήθηκε σε πρόωρες εκλογές στις 25 Ιανουαρίου του 2015. Τι εκλογές τις κέρδισε ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο Αλέξης Τσίπρας απέρριψε την συνεργασία στην κυβέρνηση με ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι, προτιμώντας τους ΑΝΕΛ του Πάνου Καμμένου. Στις 18 Φεβρουαρίου διεξήχθη η 4η ψηφοφορία με τον Αλέξη Τσίπρα να προτείνει τον Προκόπη Παυλόπουλο. Η Νέα Δημοκρατία αποδέχθηκε την πρόταση κι έτσι ο κ. Παυλόπουλος εξελέγη με 233 ψήφους.
Το Ποτάμι δεν συμφώνησε με την πρόταση Τσίπρα θεωρώντας τον Παυλόπουλο ως έναν από τους πρωταγωνιστές της χρεοκοπίας της χώρας, προτείνοντας τον συνταγματολόγο Νίκο Αλιβιζάτο. Με το Ποτάμι συντάχθηκε και το ΠΑΣΟΚ και ο κ. Αλιβιζάτος έλαβε 30 ψήφους. Το ΚΚΕ και η Χρυσή Αυγή επέλεξαν το «παρών». Να σημειωθεί ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης διαφοροποιήθηκε με τη γραμμή της Ν.Δ. και απείχε από την ψηφοφορία, υποστηρίζοντας ότι ο κ. Παυλόπουλος έφερε μεγάλη ευθύνη στην εκτίναξη χρέους κι ελλείμματος με τον περιβόητο νόμο του για τια θρόες προσλήψεις στο δημόσιο.

Με την πρώτη η Σακελλαροπούλου
Στις 22 Ιανουαρίου 2020 εξελέγη η Κατερίνα Σακελλαροπούλου (πρόεδρος του ΣτΕ) με 261 ψήφους, που ήταν η πρόταση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Η κυβερνητική πρόταση έφερε σε αμηχανία την τότε αξιωματική αντιπολίτευση, τον ΣΥΡΙΖΑ. Από την Κουμουνδούρου διέρρεαν ότι θα στηρίξουν εκ νέου τον Προκόπη Παυλόπουλου. Τελικά μετά την ανακοίνωση Μητσοτάκη ψήφισαν την Σακελλαροπούλου, όπως έκανε και το ΠΑΣΟΚ υπό την Φώφη Γεννηματά. Το ΚΚΕ δήλωσε πως δεν αντιτίθεται στο πρόσωπο αλλά στον θεσμό του Προέδρου και ψήφισε παρών. Το ίδιο και η Ελληνική Λύση. Το ΜέΡΑ 25 (Βαρουφάκης) πρότεινε τη Μάγδα Φύσσα, μητέρα του δολοφονημένου ράπερ Παύλου Φύσσα. Όμως η κ. Φύσσα δηλώνοντας ότι δεν είχε ενημερωθεί απέρριψε την υποψηφιότητα. Απών από την ψηφοφορία ήταν και ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, όπως και τέσσερις βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ.


