ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ – Κυριάκος Κυτούδης: «Νιώθω ευλογημένος…»

Ο Κυριάκος Κυτούδης, με το έργο του «Ελιαμιάδα», υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2019

Μιλήσαμε μαζί του πριν από περίπου τέσσερις μήνες (25/8/2018), σε μια συνέντευξη κατά την οποία μας εκμυστηρεύτηκε τις τιτάνιες προσπάθειές του, προκειμένου να βάλει το δικό του λιθαράκι στον τεράστιο ελληνικό πολιτισμό. Και το όνομα αυτού: «Ελιαμιάδα», το δεύτερο μεγαλύτερο έργο, μετά την «Ιλιάδα» του Ομήρου. Περήφανος για αυτό το έργο του, που απαρτίζεται από 12.138 ομοιοκατάληκτους στίχους σε δακτυλικό εξάμετρο (Ομηρικό μέτρο), που χωρίζεται σε εννέα ραψωδίες, και που του πήρε σαράντα χρόνια προετοιμασίας στη συνολική γνώση για να καταλήξει στην υλοποίησή του, απευθύνθηκε και πάλι σε μας, βαθιά συγκινημένος, για να μας ανακοινώσει το αποτέλεσμα των προσπαθειών του με την «Ελιαμιάδα» του, που είναι η υποψηφιότητά του για το  Νόμπελ Λογοτεχνίας 2019 – διάκριση που, είτε την κερδίσει είτε όχι από τη Σουηδική Ακαδημία, θα παραμείνει τόσο μα τόσο τιμητική και για τον ίδιο αλλά, και προπάντων, για τη χώρα μας και τον αέναο πολιτισμό της…

Ιχνηλατώντας… με την Καίτη Νικολοπούλου

 Κύριε Κυτούδη, ξεκινώντας αυτήν τη συζήτηση, θα ήθελα να σας συγχαρώ γι’ αυτήν την τόσο σπουδαία επιτυχία σας να τεθεί το έργο σας «Ελιαμιάδα» υποψήφιο για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 2019 και να σας ρωτήσω: Πώς αισθάνεσθε;

«Τι να πρωτοπώ, από τη μία, ευλογημένος και περήφανος, και από την άλλη, πολύ-πολύ μικρότερος από το έργο μου».

Θυμάμαι στη συνέντευξη που είχατε την καλοσύνη να μου παραχωρήσετε για την εφημερίδα μου, πριν από τέσσερις περίπου μήνες, με πόση θέρμη μιλούσατε για το «Ελιαμικό Έπος», όπως το έχετε αποκαλέσει. Πιστεύατε όμως ότι θα χτυπούσατε την κορφή του… Ολύμπου;

«Φυσικά και όχι. Όταν το έγραφα, η υποψηφιότητα δεν υπήρχε σαν ιδέα. Από τότε που τελείωσε όμως, το διαβάσανε αρκετοί στον κόσμο και η προτροπή τους ήτανε ότι, το λιγότερο σαν παγκόσμιο έργο, αξίζει και θα πρέπει να είναι υποψήφιο για Νόμπελ».

Είτε το πάρετε είτε όχι το Νόμπελ Λογοτεχνίας –όχι πως δεν σας αξίζει, το αντίθετο ισχύει– και μόνο η υποψηφιότητά σας είναι πολύ τιμητική για τη χώρα μας. Πώς σας αντιμετώπισαν διάφοροι κρατικοί ή μη παράγοντες, όταν τους ανακοινώσατε ότι με την «Ελιαμιάδα» στοχεύετε τόσο ψηλά;

«Όπως είναι φυσικό, η Ελλάδα συνεχίζει να τρώει τα παιδιά της. Έως και σήμερα, το έργο απαξιώθηκε. Λυπάμαι που το λέω, αλλά αυτή είναι η αλήθεια και δεν μπορώ να την αλλάξω. Ένα παγκόσμιο έργο, όμως, μοιραία παίρνει τη θέση που του αξίζει. Άλλωστε, ο δρόμος είναι για μένα πλέον ένας πολύ γνώριμος δρόμος, σύμφωνα και με τον Γκάντι ο οποίος είπε: “Στην αρχή αδιαφορούν, μετά σε λοιδορούν και σε απαξιώνουν, μετά σε πολεμούν, και στο τέλος νικάς”. Συνεπώς, δεν έχω καμία έκπληξη, όλα γίνονται όπως ακριβώς το περίμενα».

Η βράβευση του πρώτου Έλληνα νομπελίστα, του Γιώργου Σεφέρη, σημαδεύτηκε από τη μοναξιά του στην πατρίδα του, σε αντίθεση με την περίπτωση του δεύτερου νομπελίστα μας, του Οδυσσέα Ελύτη. Θέλω να πω, δηλαδή, πόσο δεκτικοί είναι οι Έλληνες κάθε τάξης σε αυτές τις διακρίσεις, τόσο πριν όσο και μετά;  

«Η αντιμετώπιση των όποιων διακρίσεων διαμορφώνεται πάντοτε τόσο από τις ιστορικές συγκυρίες, όσο και από την εκάστοτε ψυχολογία των Ελλήνων στο σύνολό της. Όπως και να έχει όμως, ιδίως μετά από μια τέτοια διάκριση, κανείς δεν μπορεί πλέον να είναι ο ίδιος. Είναι η ευθύνη και το φορτίο τεράστιο, και δη, για τη νέα γενιά, για τη συνέχιση του πολιτισμού μας, για να συνεχίσουν τα μικρά παιδιά να κάνουν μεγάλα όνειρα, για να αγαπήσουν από την αρχή τη γλώσσα μας, την ιστορία μας και για να μάθουν ότι τίποτε τελικά δεν είναι δύσκολο, η δυσκολία πάντοτε βρίσκεται και μόνον στην απλότητα. Αρκεί κανείς να μην παραιτηθεί ποτέ, μα ποτέ από τα όνειρά του, τα οποία όμως προϋποθέτουν την ηθική. Για όλα τα πράγματα που κάνει κανείς, θα πρέπει να υπάρχει πάντοτε και ένας ηθικός λόγος. Έτσι, λοιπόν, τίποτε δεν είναι ανέφικτο, και κατά τον Ηράκλειτο, “Εάν μη έλπηται ανέλπιστον, ουκ εξευρήσει”».

Περιγράψτε μας λίγο την «Ελιαμιάδα».

«Η “Ελιαμιάδα” είναι κατά βάση αλληγορικό έργο. Έχει έναν κεντρικό ήρωα, ο οποίος αναζητά τον σκοπό του ξεκινώντας ένα απόκρυφο ταξίδι, πρώτα στον άνθρωπο και στη φύση, και αργότερα οι συνθήκες τον οδηγούν σε μια περιπλάνηση όπου συναντά ανθρώπους και πολιτισμούς σε διαφορετικά περιβάλλοντα και ιδιαίτερες συνθήκες. Ο ρόλος του στη ζωή αυτών των ανθρώπων είναι καταλυτικός αλλάζοντας τον ρου της ιστορίας τους, κάποιες φορές με τρόπο ανατρεπτικό, διαμορφώνοντας ταυτόχρονα και το δικό του πεπρωμένο. Μέσα από μυήσεις του πρωταγωνιστή και περιπέτειες, προάγονται τα μεγάλα ιδανικά, αξίες και ιδεώδη του ανθρώπου. Όλα τα παραπάνω, εμπλουτίζονται με στοιχεία μυθολογίας, φιλοσοφίας, μαθηματικών, ιατρικής, βοτανικής κ.ά. Αξίζει να σημειωθεί ότι όλα τα ονόματα προσώπων, χωρών, βασιλείων και άλλων που υπάρχουν στο έπος, καθώς και ο ίδιος ο τίτλος, είναι γεννήσεις νέων λέξεων και λεξιπλασίες όπου έχουν συγκεκριμένη αξία και σημασία, δίδοντας στον αναγνώστη την αντιληπτική δυνατότητα των αλληγοριών του έργου. Ακόμη, κάποια από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο έργο είναι υπαρκτά από την ήδη υφιστάμενη επιστημονική ομάδα του Ινστιτούτου. Σημειωτέον, να πω ότι για να μπορέσω να γράψω αυτό το έργο, μου πήρε 40 χρόνια συνολικής γνώσης και φυσικά, πρωτίστως των τεχνών της ποιήσεως».

Ποιο είναι εκείνο το στοιχείο που κάνει το έργο σας να ξεχωρίζει τόσο ώστε να πάρει την πρόκριση στη Σουηδική Ακαδημία;

«Τα στοιχεία και τα κριτήρια που το κάνουν να ξεχωρίζει, είναι ότι παρόμοιο έργο έχει να γραφτεί από την εποχή του Ομήρου. Η “Ελιαμιάδα” είναι ένα ποιητικό έπος με 12.138 και για πρώτη φορά παγκόσμια ομοιοκατάληκτους στίχους, με εννέα ραψωδίες, μεγαλύτερο της Οδύσσειας του Ομήρου και γραμμένο με βάση τη νεοελληνική, σε 77 συνολικά διαλέκτους και γλωσσικά ιδιώματα. Ακόμη, το γεγονός ότι το έργο στο σύνολό του συνάδει απόλυτα με τις επιταγές του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας, που είναι να έχει μια ιδεατή, ιδεαλιστική παγκόσμια κατεύθυνση. Προς το παρόν, όμως, είναι πέραν του δέοντος τιμητική και μόνο η υποψηφιότητα την οποία, υπογράφουν Καθηγητές Πανεπιστημίων, Ακαδημαϊκοί, Επιστήμονες και άλλοι».

Ποια θα είναι τα επόμενα βήματά σας, ύστερα από αυτήν την τόσο σημαντική εξέλιξη;

«Το πρώτο βήμα, είναι η μετάφραση του έργου, όπου φυσικά είναι αρκετά δύσκολο παρ’ ότι ολόκληρο το έργο το έχω ξαναγράψει από την αρχή στην απόλυτη νεοελληνική για να μπορεί να μεταφραστεί σε οποιαδήποτε γλώσσα. Το δεύτερο βήμα, είναι η ευρεία κυκλοφορία πλέον του έργου από τις εκδόσεις “Έλξευσις” – κι ελπίζω να πραγματοποιηθούν σύντομα και τα δύο».

Κλείνοντας, δεχθείτε τα συγχαρητήριά μας για αυτήν τη σπουδαία υποψηφιότητα και τις ευχές μας να ευοδωθούν οι στόχοι σας, να μιλάμε πλέον στον τόπο μας για τον τρίτο Έλληνα Νομπελίστα Λογοτεχνίας… το έχουμε ανάγκη στα πέτρινα χρόνια που βιώνουμε…

«Σας ευχαριστώ πολύ, και, φυσικά, πρώτα για την Ελλάδα…»

Την προηγούμενη συνέντευξη του κ. Κυριάκου Κυτούδη θα τη βρείτε εδώ:

Διαβάστε επίσης