
Αυτοί είναι οι «πρωταθλητές» της φοροδιαφυγής – Στο 29,7% ο δείκτης το 2025
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ η υψηλότερη παραβατικότητα παρουσιάζεται στα συνεργεία (61%) και στις μεταφορές (58,1%)
Η εικόνα της φοροδιαφυγής στην ελληνική οικονομία παραμένει ανθεκτική, παρά τη σημαντική ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών, την αξιοποίηση νέων ψηφιακών εργαλείων –όπως το ψηφιακό πελατολόγιο– και τη σταδιακή ενσωμάτωση εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης στη φορολογική διοίκηση.
Τα επίσημα απολογιστικά δεδομένα της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων για το 2025 καταδεικνύουν ότι το πρόβλημα όχι μόνο δεν περιορίστηκε, αλλά παρουσίασε περαιτέρω διόγκωση.
Συγκεκριμένα, το μέσο ποσοστό παραβατικότητας διαμορφώθηκε στο 29,7%, σημειώνοντας άνοδο κατά τουλάχιστον 2,5 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 27,1% που είχε καταγραφεί το 2024. Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει ότι, παρά την αυξημένη επιτήρηση, σημαντικοί τομείς της αγοράς εξακολουθούν να εμφανίζουν υψηλή φορολογική ασυνέπεια.
Στην κορυφή της λίστας με τα υψηλότερα ποσοστά παραβάσεων βρέθηκε ο κλάδος του χονδρικού και λιανικού εμπορίου που συνδέεται με την επισκευή οχημάτων και μοτοσικλετών, όπου η παραβατικότητα εκτινάχθηκε στο 61%. Ακολούθησαν οι χερσαίες μεταφορές και οι μεταφορές μέσω αγωγών με ποσοστό 58,1%, ενώ ιδιαίτερα υψηλές επιδόσεις καταγράφηκαν και στις δραστηριότητες ενοικίασης (56,2%) και στον τομέα της υγείας (54%). Πάνω από το όριο του 50% κινήθηκαν επίσης οι λοιπές προσωπικές υπηρεσίες, ενώ σημαντικά ποσοστά εμφανίζουν η αγροτική παραγωγή (40,8%), το χονδρικό εμπόριο (33,9%), η εστίαση (32,4%), τα καταλύματα (31,6%) και το λιανεμπόριο (29,3%). Σε χαμηλότερα επίπεδα, αλλά πάντως αξιοσημείωτα, καταγράφηκε η βιομηχανία τροφίμων (28,8%), με τους υπόλοιπους κλάδους να διαμορφώνονται στο 19,1%.
Σε ό,τι αφορά την ένταση των ελέγχων, το 2025 πραγματοποιήθηκαν 47.602 μερικοί επιτόπιοι έλεγχοι πρόληψης από τις αρμόδιες φορολογικές υπηρεσίες, υπερβαίνοντας σημαντικά τον αρχικό στόχο των 25.400. Ωστόσο, ο αριθμός αυτός ήταν μειωμένος σε σχέση με το 2024, όταν είχαν διενεργηθεί 56.654 έλεγχοι. Παρά τη μείωση αυτή, η αύξηση της παραβατικότητας αποτυπώνει ότι η ποιότητα και η στόχευση των ελέγχων παραμένουν κρίσιμο ζητούμενο.
Από το σύνολο των ελέγχων, σε 11.146 περιπτώσεις διαπιστώθηκαν παραβάσεις, με τον συνολικό αριθμό παραβατικών ενεργειών να φθάνει τις 178.718. Η γεωγραφική και λειτουργική κατανομή των ελέγχων δείχνει ότι 37.493 πραγματοποιήθηκαν συνολικά, εκ των οποίων 11.695 εντός έδρας και 25.798 εκτός, με τα ποσοστά παραβατικότητας να ανέρχονται σε 25,31% και 31,77% αντίστοιχα – στοιχείο που αναδεικνύει αυξημένη παραβατική συμπεριφορά εκτός της άμεσης ελεγκτικής εμβέλειας.
Σε επίπεδο περιφερειών, η Θεσσαλονίκη συγκέντρωσε τον μεγαλύτερο αριθμό ελέγχων, ενώ οι περιοχές της Πάτρας και του Πειραιά κατέγραψαν τα υψηλότερα ποσοστά παραβατικότητας, ιδίως σε ελέγχους εκτός τοπικής αρμοδιότητας, με ποσοστά 36,27% και 34,93% αντίστοιχα. Ιδιαίτερα υψηλή παραβατικότητα εντοπίστηκε στη Δυτική Ελλάδα (39,9% σε 3.246 ελέγχους), στην Πελοπόννησο (39,6% σε 3.680 ελέγχους) και στη Θεσσαλία (38,2% σε 2.976 ελέγχους). Αντίθετα, η χαμηλότερη επίδοση καταγράφηκε στη Δυτική Μακεδονία, όπου το ποσοστό περιορίστηκε στο 24,9% σε 1.339 ελέγχους.
Κλαδικά, το μεγαλύτερο βάρος των ελέγχων δόθηκε στην εστίαση, με 22.020 επιτόπιους ελέγχους και μέση παραβατικότητα 32,4%, ενώ ακολούθησε το λιανεμπόριο –εξαιρουμένου του τομέα οχημάτων– με 11.149 ελέγχους και ποσοστό 29,3%.
Στο πεδίο των κυρώσεων, η φορολογική διοίκηση προχώρησε στην επιβολή σημαντικών ποινών. Πέραν των φόρων και προστίμων που ανήλθαν συνολικά σε 3,1 δισ. ευρώ, επιβλήθηκε αναστολή λειτουργίας σε 680 επαγγελματικές εγκαταστάσεις, ενώ 293 επιχειρήσεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με ειδικές χρηματικές κυρώσεις. Το μεγαλύτερο ποσοστό των λουκέτων εντοπίζεται στον κλάδο της εστίασης (40,44%), ακολουθούμενο από την αγροτική παραγωγή (33,68%) και το λιανεμπόριο (9%), με τους υπόλοιπους κλάδους να συγκεντρώνουν το 16%.
Οι ελεγκτικές παρεμβάσεις για το 2025 εστίασαν σε κρίσιμους τομείς υψηλού κινδύνου, όπως τα κυκλώματα εικονικών τιμολογίων, ο τουρισμός και οι βραχυχρόνιες μισθώσεις, τα τεχνικά επαγγέλματα και οι κατασκευές, καθώς και το ηλεκτρονικό εμπόριο και οι διαδικτυακές πωλήσεις. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε επίσης στην εστίαση και τις ηλεκτρονικές παραγγελίες, στα πρατήρια καυσίμων, στις πλατφόρμες κρατήσεων και στις συναλλαγές με κάρτες.
Παράλληλα, οι αρχές ενίσχυσαν τους ελέγχους για τη χρήση παραποιημένου λογισμικού έκδοσης φορολογικών στοιχείων, στο χονδρικό εμπόριο βασικών αγαθών, αλλά και σε κλάδους με υψηλή συμβολή στο λεγόμενο «κενό ΦΠΑ». Στο μικροσκόπιο βρέθηκαν ακόμη τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για τον εντοπισμό αδήλωτων εισοδημάτων, καθώς και περιπτώσεις προσαύξησης περιουσίας που δεν δικαιολογούνται από τα δηλωθέντα εισοδήματα.
Η συνολική εικόνα αποτυπώνει μια επίμονη και πολυεπίπεδη πρόκληση για τη φορολογική διοίκηση, η οποία καλείται να μετατρέψει την τεχνολογική ενίσχυση και την αυξημένη ελεγκτική δραστηριότητα σε ουσιαστική μείωση της φοροδιαφυγής.