ΑΥΞΗΣΗ ΚΑΤΩΤΑΤΟΥ ΜΙΣΘΟΥ Έδωσαν (λίγα) με την Αχτσιόγλου, τα παίρνουν πίσω με τον Τσακαλώτο

Μπορεί ο Αλέξης Τσίπρας όποτε του δοθεί η ευκαιρία να υπενθυμίζει ότι έχει διαβάσει Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν, προκειμένου να αποδείξει το πόσο αριστερός είναι. Μάλιστα, προ ημερών από του βήματος του Κοινοβουλίου κόμπαζε για το πόσο μελετηρός ήταν κι επέπληττε το ΚΚΕ που δεν συμφωνούσε μαζί του.

Του Μιχάλη Κωτσάκου

Όμως στην κυβερνητική του θητεία ουδέποτε έκανε πράξη όλα όσα είχε διαβάσει από Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν. Τουναντίον ακολουθεί με θρησκευτική ευλάβεια τη ρήση του Μάο Τσε Τουνγκ, το «Μεγάλη αναταραχή, θαυμάσια κατάσταση». Κάτι που είπε ο Κινέζος ηγέτης, όταν επέβαλε τη δεκαετή πολιτιστική επανάσταση (1966-1976), με την οποία σηματοδοτήθηκε η επιστροφή του στην εξουσία. Δεδηλωμένος στόχος της επανάστασης ήταν να παταχθούν τα «τέσσερα παλαιά»: Οι παλαιές ιδέες, ο παλαιός πολιτισμός, οι παλαιές συνήθειες και οι παλαιές παραδόσεις.

Ο Αλέξης Τσίπρας στην κυβερνητική του πορεία αποδείχθηκε μετρ στο να προκαλεί αναταραχή, απολαμβάνοντας την κατάσταση. Αυτό έκανε και στις διαπραγματεύσεις με τους Ευρωπαίους που οδήγησε στο δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015, στα capital controls και στο 3ο μνημόνιο. Αυτό έκανε και στο θέμα της συνταγματικής αναθεώρησης, αυτή την τακτική ακολούθησε και στο εθνικό θέμα με τα Σκόπια και τη συμφωνία των Πρεσπών. Αυτό κάνει και τώρα, με την αύξηση του κατώτατου μισθού και την κατάργηση του υποκατώτατου.

Δυστυχώς, όλα γίνονται έτσι, δίχως πρόγραμμα, με το Μαξίμου απλά να προκαλεί αναταραχές, να κατασκευάζει νέους εχθρούς ανά περίσταση κι εν τέλει να αναζητά επικοινωνιακά οφέλη ακόμη και σε πράγματα που θα μπορούσαν να είχαν υλοποιηθεί πολύ νωρίτερα εάν υπήρχαν ψήγματα συνεννόησης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων.

 

Αναμφίβολα η αύξηση του κατώτατου μισθού είναι καλοδεχούμενη. Όχι μόνο για όσους εργάζονται κανονικό ωράριο και αμείβονται με τον υποκατώτατο μισθό, ο οποίος από χθες θεωρητικά ανήκει στο χρονοντούλαπο. Η διαφορά, όμως, αυτής της κυβερνητικής απόφασης είναι ότι ένα τόσο σοβαρό μέτρο, που αλλάζει τα δεδομένα στην αγορά εργασίας, δεν μπορεί να είναι αποσπασματικό. Δηλαδή, να επιβάλλεται από μόνο του. Διότι τότε ελλοχεύει ο κίνδυνος, αντί να αυξηθεί το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων, να οδηγηθούμε σε νέα αύξηση της ανεργίας, κλείσιμο επιχειρήσεων που βιώνουν το μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και παλεύουν να μείνουν όρθιες, αλλά και της αδήλωτης εργασίας, που αποτελεί τον υπ’ αριθμό ένα εχθρό των ασφαλιστικών ταμείων και του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας.

 Οι τεράστιες διαφορές     

Ήδη με την αύξηση του 10,9% που αποφάσισε η κυβέρνηση στον κατώτατο μισθό είναι αντίθετη η τρόικα, η οποία αντιπρότεινε ένα 5% κι αυτό όχι από τώρα. Διότι οι δανειστές επιθυμούν πρώτα να ισχυροποιηθούν τα θεμέλια της ελληνικής οικονομίας και εν συνεχεία να υπάρξουν αυξήσεις.

Μάλιστα, οι θεσμοί φέρνουν ως παράδειγμα την Πορτογαλία. Μία χώρα στο ίδιο μπόι με την Ελλάδα, που πέρασε από μνημονιακή περίοδο κι έχει κι εκεί αριστερή κυβέρνηση. Η Πορτογαλία, λοιπόν, βγήκε από το πρόγραμμα το 2014 και ανέβασε σταδιακά τον μέσο μηνιαίο κατώτατο μισθό στα 700 ευρώ από τις αρχές του 2019. Τουναντίον, η Ελλάδα βγήκε από το 3ο μνημόνιο τον Αύγουστο του 2018 και από χθες έχει κατώτατο μισθό στον ιδιωτικό τομέα τα 758,3 ευρώ, ξεπερνώντας την Πορτογαλία. Κι όμως η Ελλάδα βγήκε στις αγορές για πρώτη φορά προ ολίγων 24ώρων, πολύ δειλά, με πενταετές ομόλογο, όταν η Πορτογαλία μετέχει κανονικά των αγορών, δίχως παρατράγουδα, εδώ και τέσσερα τουλάχιστον έτη.

Ένας άλλος παράγοντας είναι ότι η Ελλάδα έχει επίσημο ποσοστό ανεργίας στο 19%, ενώ στην Πορτογαλία το ποσοστό ανεργίας είναι λίγο πιο κάτω από το 7%, με βάση τα επίσημα στοιχεία που αποδέχθηκε και η Eurostat. Η Ελλάδα έχει επίσης την πρωτιά στο ποσοστό ανεργίας των νέων κάτω των 25 ετών με 36,5% περίπου, έναντι 20% περίπου στην Πορτογαλία. Με τους Ίβηρες να πλησιάζουν τον μέσο όρο της ευρωζώνης που είναι στο 15%.

Σε αντίθεση με την Πορτογαλία, η ελληνική κυβέρνηση λειτούργησε όχι με βάση το συμφέρον της οικονομίας, αλλά το πώς θα δείξει στους ψηφοφόρους ότι η οικονομία ανακάμπτει, ειδικά έχοντας εισέλθει σε μία εκλογική χρονιά με σειρά εκλογικών αναμετρήσεων σε όλα τα επίπεδα. Θα ήταν πολύ ευχάριστο αν ο κατώτατος μισθός μπορούσε να αυξηθεί πολύ περισσότερο, π.χ. κατά 30% ή και 50%, χωρίς να υπάρχουν επιπτώσεις στην απασχόληση και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Όμως, κάτι τέτοιο δεν είναι ρεαλιστικό, ακόμη και για τα ελληνικά πολιτικά στάνταρ, που απέχουν παρασάγγας από την κοινή λογική.

Έχοντας λάβει όλα αυτά υπόψη, εξάγεται το συμπέρασμα ότι μοιάζει με ένα ρεσάλτο στο κενό ο ελληνικός κατώτατος μισθός να είναι πιο υψηλός από της Πορτογαλίας, η οποία όχι μόνο έχει μονοψήφιο ποσοστό ανεργίας, αλλά το σημαντικότερο –όπως αναφέρουν σε όλες τους τις εκθέσεις οι αναλυτές– έχει αρκετά καλές μακροοικονομικές επιδόσεις.

 Στον αέρα χωρίς εξορθολογισμό

Οι εργοδοτικές οργανώσεις δεν τάχθηκαν κατά της αύξησης του κατώτατου μισθού, όμως υπογραμμίζουν με έμφαση την αναγκαιότητα να μειωθεί η φορολογία της εργασίας και να μειωθούν οι εισφορές, ενώ ΣΕΒ και ΣΕΤΕ ζήτησαν να αποσυνδεθεί η αύξηση του κατώτατου μισθού από τον μέσο μισθό, με τον εξορθολογισμό της υποχρεωτικής διαιτησίας.

Σύμφωνα με υπολογισμούς των εργοδοτών, το κόστος εργασίας με τους νέους μισθούς θα αυξηθεί κατά 2% και από το 25% θα φθάσει στο 27%. Δηλαδή, ο εργαζόμενος από την 1η Φεβρουαρίου 2019  λαμβάνει 650 ευρώ μεικτά, 546 ευρώ καθαρά, ενώ ο εργοδότης θα επιβαρυνθεί με 812,89 ευρώ. Στα ταμεία θα καταβληθούν εισφορές 266 ευρώ. Στην περίπτωση έγγαμου με προϋπηρεσία 6 ετών, ο νέος μισθός διαμορφώνεται στα 844,95 ευρώ μεικτά, 689,33 ευρώ καθαρά. Το συνολικό κόστος για την επιχείρηση θα είναι 1.056,69 ευρώ. Στο ασφαλιστικό σύστημα θα καταβληθούν εισφορές της τάξης των 346,93 ευρώ, ενώ στο Δημόσιο θα καταβληθεί φόρος 20,43 ευρώ.
Οι εργοδότες επισημαίνουν ότι η αύξησή δεν θα είναι αποτελεσματική για την αναθέρμανση της οικονομίας, αν μεγάλο μέρος της εισπράττει το κράτος και δεν μένει διαθέσιμο εισόδημα στο πορτοφόλι του μισθωτού το οποίο θα επιστραφεί στην κατανάλωση.

Με την αύξηση του κατώτατου μισθού θα επηρεαστούν και 24 επιδόματα του ΟΑΕΔ, με συνέπεια ο οργανισμός να επιβαρυνθεί με επιπλέον 110 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Αντίθετα, αρνητικά θα επηρεάσει η αύξηση του κατώτατου μισθού τις κατώτατες εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών, οι οποίες θα επιβαρυνθούν, καθιστώντας ανώφελη την πρόσφατη έκπτωση που θεσπίστηκε. Σήμερα οι κατώτατες εισφορές ανέρχονται σε 165,69 ευρώ, ενώ από την 1η Φεβρουαρίου θα αυξηθούν κατά 16,98 ευρώ, φθάνοντας τα 182,67 ευρώ τον μήνα (ετήσια αύξηση κατά 203,76 ευρώ).

Ένας από τους προβληματισμούς που διατυπώνεται έντονα είναι αν στην προσπάθεια να συγκρατήσουν την αύξηση του μισθολογικού κόστους, οδηγηθούν είτε σε απολύσεις, είτε σε μετατροπές συμβάσεων από πλήρους σε μερικής απασχόλησης, είτε ακόμη να ανθίσει εκ νέου η μαύρη εργασία, που σύμφωνα με τους αρμόδιους υπουργούς τώρα με τον ΣΥΡΙΖΑ έχει παταχθεί. Άραγε η κα Αχτσιόγλου, ο κ. Πετρόπουλος και η κα Φωτίου γνωρίζουν το άλλο ανέκδοτο με τον Τοτό;

 Το αφορολόγητο

Βέβαια, τα οφέλη από την αύξηση του κατώτατου μισθού θα είναι προσωρινά. Κι αυτό διότι από την 1η Ιανουαρίου του 2020 μειώνεται το αφορολόγητο, με συνέπεια όσοι δουν αύξηση τώρα στον μισθό τους θα αλλάξουν φορολογική κλίμακα, οπότε το κράτος θα είναι ο μοναδικός κερδισμένος από αυτή την απόφαση.  Σύμφωνα με τη νομοθεσία, από τον Ιανουάριο του 2020 μειώνεται το αφορολόγητο όριο από τις 8.636 ευρώ στις 5.685 ευρώ (η έκπτωση φόρου μειώνεται από τα 1.900 ευρώ στα 1.250 ευρώ), επιβαρύνοντας εκατομμύρια φορολογουμένους, ενώ ταυτόχρονα ο πρώτος φορολογικός συντελεστής θα περιοριστεί στο 20% από 22% που είναι σήμερα. Ας δούμε κάποια παραδείγματα:

Άγαμος χωρίς προϋπηρεσία: Από την Παρασκευή 1η Φεβρουαρίου ο καθαρός μισθός ανήλθε στα 546 ευρώ από 492 ευρώ. Το ετήσιο όφελος που θα έχει φθάνει στα 751 ευρώ, ή διαφορετικά στα 54 ευρώ μηνιαίως. Το 2020 με τη μείωση του αφορολόγητου ορίου το όφελος περιορίζεται 472 ευρώ ή διαφορετικά στα 33,75 ευρώ τον μήνα. Τα υπόλοιπα χρήματα (279 ευρώ) αποτελούν τον φόρο που πρέπει να καταβάλλει μέσω της μηνιαίας παρακράτησης στο Δημόσιο. Δηλαδή, χάνει το 37,5% από την αύξηση.

Άγαμος με 3 χρόνια προϋπηρεσίας: Από τα 541,5 ευρώ καθαρά θα φθάσει στα 600,57 ευρώ. Δηλαδή, το ετήσιο όφελος ανέρχεται στα 826,42 ευρώ. Ωστόσο, μετά τη μείωση του αφορολόγητου ορίου ο εν λόγω φορολογούμενος θα πρέπει να πληρώσει φόρο ύψους 431,59 ευρώ, με αποτέλεσμα το όφελος να περιοριστεί στα 316,59 ευρώ. Σε αυτήν την περίπτωση ο εργαζόμενος χάνει το 52,2% της αύξησης.

Άγαμος με 6 χρόνια προϋπηρεσίας: Από τα 590,77 ευρώ πάει στα 655,16 ευρώ. Το 2020 ο ανωτέρω εργαζόμενος θα κληθεί να πληρώσει φόρο 584,44 ευρώ, ενώ μέχρι πρότινος δεν πλήρωνε. Το τελικό όφελος περιορίζεται στα 316,59 ευρώ. Δηλαδή, χάνει το 60% της αρχικής αύξησης που έδωσε η κυβέρνηση.

Άγαμος με 9 χρόνια προϋπηρεσίας: Το καθαρό ποσό που λάμβανε ανερχόταν στα 634,92 ευρώ, ενώ μετά τις αυξήσεις στον κατώτατο μισθό οι απολαβές του θα φθάσουν στα 689,33 ευρώ. Το 2020 θα δει τα καθαρά του έσοδα να μειώνονται στα 657,1 ευρώ, εξαιτίας της μείωσης του αφορολόγητου ορίου. Δηλαδή, από τα 54 ευρώ που ήταν η αύξηση μηνιαίως το 2019, «πέφτει» στα 22,17 ευρώ το 2020.

 Τα μακροοικονομικά

Με βάση τις εκτιμήσεις ειδικών, όπως για παράδειγμα του Σάββα Ρομπόλη, ομότιμου καθηγητή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, η επίπτωση στο ΑΕΠ από την αύξηση του κατώτατου μισθού εκτιμάται στο 0,6% υπό την παραδοχή ότι το 80% από την αύξηση του κατώτατου μισθού θα καταναλωθεί και το 20% θα αποταμιευτεί ή θα διοχετευτεί για πληρωμές ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων. Για να φανεί βέβαια αυτό το +0,6% στην ιδιωτική κατανάλωση και στο ΑΕΠ, θα πρέπει να μην υπάρξουν αρνητικές επιπτώσεις από την αύξηση του κατώτατου μισθού. Δηλαδή, να μην υπάρξουν απολύσεις, αναστροφή της πορείας αύξησης της απασχόλησης ή μετατροπές συμβάσεων πλήρους απασχόλησης σε μερικής απασχόλησης. Πρακτικά, το +0,6% στο ΑΕΠ μεταφράζεται σε περίπου 1 δισ. ευρώ επιπλέον στην οικονομία. Υπενθυμίζεται ότι η πρόβλεψη ανεβάζει τον πήχη της ανάπτυξης στο 2,4%-2,5%. Στον κρατικό προϋπολογισμό του 2019 έχει ενσωματωθεί πρόβλεψη για αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,5%, με την ιδιωτική κατανάλωση να συμβάλει με αύξηση της τάξεως του 1,1%.

Στον προϋπολογισμό του 2019 έχει εγγραφεί ως πρόβλεψη ότι ο δείκτης της ανεργίας θα υποχωρήσει στο 18,2% από 19,6% το 2018. Αντίστοιχα, προβλέπεται αύξηση της απασχόλησης κατά 1,4%. Χειρότερες επιδόσεις από αυτές που έχουν προβλεφθεί στον προϋπολογισμό είναι πολύ πιθανό ότι θα συνδεθούν και με την αύξηση του μισθολογικού και μη μισθολογικού κόστους με «αφετηρία» την αύξηση του κατώτατου μισθού.

Κρούει τον κώδωνα του κινδύνου η αντιπολίτευση

Οι χώρες που ήταν σε καθεστώς μνημονίου, πλην ημών, κατάφεραν να εξέλθουν, καθώς οι πολιτικές δυνάμεις διατήρησαν ένα επίπεδο συνεννόησης, με στόχο φυσικά την οικονομική ανάκαμψη και την περιβόητη επιστροφή στην κανονικότητα.

Στην Ελλάδα όπου όλα γίνονται αποσπασματικά, ειδικά από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ανακοινώθηκε η αύξηση του κατώτατου μισθού και η κατάργηση του υποκατώτατου και τα κομματικά επιτελεία ανέλαβαν δράση.

Ο τομεάρχης της Ν.Δ. και πρώην υπουργός Εργασίας,  Γιάννης Βρούτσης, επεσήμανε ότι «η αύξηση εφαρμόζεται με καθυστέρηση δύο ετών, ενώ θα έπρεπε να έχει ήδη εφαρμοστεί από την 1/1/2017 σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ.2 του Ν.4172/2013, όπως ήταν προγραμματισμένο, καθώς η έξοδος της χώρας από τον κύκλο των δημοσιονομικών δεσμεύσεων θα είχε συντελεστεί νωρίτερα το 2016. Αντ’ αυτού ο ΣΥΡΙΖΑ καταψήφισε στη Βουλή τον νόμο βαφτίζοντάς τον γαλέρα. Η αύξηση του κατώτατου μισθού βεβαίως καθυστέρησε γιατί η κυβέρνηση διέλυσε την οικονομία με την υπερφορολόγηση και την ανεύθυνη πολιτική της».

Από την πλευρά του το ΚΙΝΑΛ υποστηρίζει ότι η αύξηση θα χαθεί από τη μείωση του αφορολόγητου. Μάλιστα, το Κίνημα Αλλαγής επέκρινε τον πρωθυπουργό επειδή «υποσχέθηκε κατώτατο μισθό 751 ευρώ. Σήμερα, μετά από διετή καθυστέρηση και επώδυνα μέτρα, εξαγγέλλει μισθό 650 ευρώ».

«O κ. Τσίπρας στρώνει τον προεκλογικό του δρόμο με τα γνωστά παλιά υλικά. Υποσχέσεις, παροχές, προσλήψεις. Δημιουργία εντυπώσεων, καταστροφή θέσεων εργασίας. Σήμερα, ανακοίνωσε μονομερώς την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 650 ευρώ. Όταν η οικονομία σέρνεται, μια επιχείρηση μειώνει, αντί να αυξάνει τις θέσεις εργασίας, όσους νόμους κι αν περάσει ο κ. Τσίπρας. Όταν αυξάνεται το κόστος λειτουργίας, η επιχείρηση μειώνει και δεν αυξάνει το προσωπικό της», υποστήριξε το Ποτάμι.

Τέλος, το ΚΚΕ ισχυρίστηκε ότι η κυβέρνηση μονιμοποίησε το αντεργατικό πλαίσιο: «Αφού ο πρωθυπουργός μάζεψε τους υπουργούς, για να στήσει μια ακόμη προεκλογική φιέστα στις πλάτες των εργαζομένων, θα έπρεπε –τιμής ένεκεν– να καλέσει και τον πρώην υπ. Εργασίας της κυβέρνησης Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ, Γ. Βρούτση, απ’ τη στιγμή που τον δικό του μνημονιακό νόμο ενεργοποιεί σήμερα η κυβέρνηση».

Διαβάστε επίσης