
Bloomberg: Εντονότερη εμπορική σύγκρουση με την Κίνα σχεδιάζει η ΕΕ
Η Κομισιόν πιέζει για σκληρότερα μέτρα απέναντι στις επιδοτούμενες κινεζικές εισαγωγές- Η Γερμανία και η Ισπανία φοβούνται αντίποινα και απώλεια πρόσβασης στην κινεζική αγορά.
Σε τροχιά εμπορικής σύγκρουσης με την Κίνα φαίνεται να εισέρχεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς οι Βρυξέλλες εξετάζουν νέα περιοριστικά μέτρα απέναντι στο Πεκίνο, με στόχο να επανακαθορίσουν μια οικονομική σχέση που πλέον θεωρούν βαθιά ετεροβαρή και στρατηγικά επικίνδυνη για τη βιομηχανική και τεχνολογική αυτονομία της Ευρώπης.
Σύμφωνα με πληροφορίες του Bloomberg, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πραγματοποίησε κλειστή σύσκεψη υψηλού επιπέδου την περασμένη εβδομάδα, κατά την οποία εξετάστηκαν τα επόμενα βήματα της ευρωπαϊκής στρατηγικής έναντι της Κίνας. Στη δημόσια τοποθέτησή της η Κομισιόν υποστήριξε ότι η σημερινή μορφή των εμπορικών και επενδυτικών σχέσεων με το Πεκίνο “δεν είναι πλέον βιώσιμη” και προανήγγειλε “πιο συνεκτική και αποφασιστική απάντηση”. Πίσω από τις κλειστές πόρτες, ωστόσο, οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εμφανίζονται να αποδέχονται ότι οποιαδήποτε κλιμάκωση θα προκαλέσει αντίποινα από την κινεζική πλευρά.
Η συζήτηση στις Βρυξέλλες εντάσσεται σε ένα ευρύτερο στρατηγικό άγχος που κυριαρχεί πλέον στους ευρωπαϊκούς θεσμούς: ότι η Ευρώπη χάνει έδαφος τόσο απέναντι στις ΗΠΑ όσο και απέναντι στην Κίνα και κινδυνεύει να βρεθεί τεχνολογικά, βιομηχανικά και αμυντικά εξαρτημένη από τις δύο οικονομικές υπερδυνάμεις. Το συμπέρασμα αυτό συμμερίζονται πλέον όχι μόνο πολιτικοί και τεχνοκράτες, αλλά και σημαντικό μέρος της ευρωπαϊκής επιχειρηματικής και ακαδημαϊκής κοινότητας.
Στην κατεύθυνση αυτή, ιδιαίτερο βάρος έχουν αποκτήσει οι παρεμβάσεις του πρώην προέδρου της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι, ο οποίος έχει προειδοποιήσει ότι χωρίς ριζική ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, η Ευρώπη θα οδηγηθεί σε “αργό μαρασμό”. Ο Ντράγκι έχει προτείνει πρόσθετες επενδύσεις ύψους 700 έως 800 δισ. ευρώ ετησίως, προκειμένου να καλυφθεί το τεχνολογικό χάσμα με ΗΠΑ και Κίνα, να μειωθεί το ενεργειακό κόστος της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και να περιοριστούν οι στρατηγικές εξαρτήσεις, ειδικά σε τομείς όπως οι ημιαγωγοί και οι κρίσιμες πρώτες ύλες.
Το βασικό πρόβλημα για την ΕΕ είναι ότι η Κίνα έχει αποκτήσει δεσπόζουσα θέση σε κρίσιμες αλυσίδες παραγωγής. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Bloomberg Economics, ακόμη και μία διακοπή ενός έτους στις εξαγωγές σπάνιων γαιών και μόνιμων μαγνητών από την Κίνα θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο έως και 4,4 τρισ. δολάρια του παγκόσμιου ΑΕΠ. Η Γερμανία θεωρείται από τις πλέον εκτεθειμένες οικονομίες, καθώς η αυτοκινητοβιομηχανία και η μεταποίηση εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από κινεζικά υλικά και εξαρτήματα.
Η εξάρτηση αυτή αποτυπώθηκε πρόσφατα και στην υπόθεση της κινεζικής εταιρείας ημιαγωγών Yangzhou Yangjie Electronic Technology. Σύμφωνα με το Bloomberg, η ΕΕ εξετάζει προσωρινή άρση κυρώσεων προς την εταιρεία μετά τις προειδοποιήσεις ευρωπαϊκών αυτοκινητοβιομηχανιών ότι επίκειται σοβαρή αναστάτωση στην εφοδιαστική αλυσίδα και εξάντληση αποθεμάτων μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Παράλληλα, οι Βρυξέλλες επεξεργάζονται νέα εργαλεία εμπορικής άμυνας απέναντι στις κινεζικές κρατικές επιδοτήσεις και στην υπερπαραγωγή βιομηχανικών προϊόντων που διοχετεύονται στην ευρωπαϊκή αγορά. Η ΕΕ έχει ήδη ενισχύσει σημαντικά το οπλοστάσιο εμπορικής προστασίας την τελευταία δεκαετία, καθώς διαπιστώνει ότι η Κίνα δεν προχώρησε στο άνοιγμα της αγοράς της στον βαθμό που είχε υποσχεθεί κατά την ένταξή της στον ΠΟΕ.
Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, το Πεκίνο έχει χορηγήσει έως και οκτώ φορές μεγαλύτερη κρατική στήριξη προς εγχώριες επιχειρήσεις σε σύγκριση με τις χώρες του ΟΟΣΑ την περίοδο 2005-2024. Οι επιδοτήσεις αυτές θεωρείται ότι συνέβαλαν στην εκρηκτική ενίσχυση των κινεζικών επιχειρήσεων σε τομείς όπως η ηλιακή ενέργεια, η ναυπηγική, ο χάλυβας, το αλουμίνιο, οι τηλεπικοινωνιακοί εξοπλισμοί, οι ανεμογεννήτριες, η αεροδιαστημική και η αυτοκινητοβιομηχανία.
Ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι σχεδόν το 60% της αύξησης του παγκόσμιου μεριδίου αγοράς των κινεζικών επιχειρήσεων οφείλεται στις επιδοτήσεις. Παράλληλα προειδοποιεί ότι η πρακτική αυτή λειτουργεί στρεβλωτικά για τον ανταγωνισμό και μακροπρόθεσμα μπορεί να πλήξει την καινοτομία και την παραγωγικότητα της παγκόσμιας οικονομίας, ακόμη κι αν βραχυπρόθεσμα οι καταναλωτές επωφελούνται από χαμηλότερες τιμές.