
Δικαιοσύνη δύο ταχυτήτων
Ενώ το άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζει ρητά ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, η κυβέρνηση εισάγει την καινοφανή ερμηνεία ότι οι πολιτικοί είναι «πιο ίσοι» από τους υπόλοιπους, αφού αποκτούν το προνομιακό δικαίωμα στην ταχεία δικαστική κρίση
Γράφει η «Άγρια Μέλισσα» (*)

Καθώς ο δείκτης του ρολογιού πλησιάζει απειλητικά προς τον Ιούλιο, τον μήνα κατά τον οποίο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσιεύει την ετήσια έκθεσή της για το Κράτος Δικαίου, στην εγχώρια εκτελεστική εξουσία φαίνεται να επικρατεί ένας ιδιότυπος νομοθετικός πανικός.
Η σταθερή διολίσθηση της χώρας στους ευρωπαϊκούς δείκτες διαφάνειας δεν αντιμετωπίζεται με μεταρρυθμιστική σοβαρότητα, αλλά με θεσμικούς ακροβατισμούς που φλερτάρουν ανοιχτά πλέον με τις ευρωπαϊκές κυρώσεις και το ενδεχόμενο παγώματος κονδυλίων.
Αντί η κυβέρνηση να ενισχύσει την ανεξαρτησία των ελεγκτικών μηχανισμών για να αποφύγει τον διασυρμό, επιλέγει την ακριβώς αντίθετη, σχεδόν αυτοκτονική οδό: κατασκευάζει έναν σκανδαλώδη «VIP διάδρομο» για την ταχεία εκδίκαση υποθέσεων που αφορούν αποκλειστικά πολιτικά πρόσωπα.
Η προσπάθεια του Πρωθυπουργού να περιορίσει τον ορισμό του Κράτους Δικαίου στην απλή ταχύτητα απονομής δικαιοσύνης για τα καθημερινά προβλήματα, ακούγεται πια ως ένα κακόγουστο, κυνικό αστείο. Την ώρα που χιλιάδες υποθέσεις κοινών θνητών λιμνάζουν στα σκοτεινά συρτάρια της γραφειοκρατίας, η εξουσία σπεύδει να εξασφαλίσει μια νομοθετική λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας για τους δικούς της υπόπτους. Πρόκειται για την απόλυτη θεσμοθέτηση της ανισότητας, η οποία όχι μόνο στρώνει το χαλί για έναν ευρωπαϊκό κόλαφο το καλοκαίρι, αλλά αποδεικνύει περίτρανα ότι η ισονομία στη χώρα σταματά εκεί που ξεκινούν οι ανάγκες της κομματικής επιβίωσης.
Χάσαμε και τα προσχήματα
Αυτή η σπουδή για τη δημιουργία μιας δικαστικής λωρίδας ταχείας κυκλοφορίας δεν αποτελεί απλώς μια οργανωτική αστοχία, αλλά την πλήρη και οριστική εγκατάλειψη κάθε προσχήματος περί «καλής νομοθέτησης».
Σύμφωνα με τις βασικές αρχές του νομικού μας πολιτισμού, οι νόμοι οφείλουν αν μη τι άλλο να μην υπηρετούν συγκυριακές πολιτικές ανάγκες. Εδώ όμως, παρακολουθούμε το ακριβώς αντίθετο: μια απροκάλυπτα φωτογραφική διάταξη, η οποία «γεννιέται» με χειρουργική ακρίβεια τη στιγμή που ο κλοιός σφίγγει για δεκατρία συγκεκριμένα στελέχη της κυβερνητικής παράταξης.
Πρόκειται για έναν νόμο «κομμένο και ραμμένο» στα μέτρα της κοινοβουλευτικής ομάδας, ο οποίος μετατρέπει το Σύνταγμα σε λάστιχο. Ενώ το Άρθρο 4 ορίζει ρητά ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, η κυβέρνηση εισάγει μια καινοφανή ερμηνεία: οι πολιτικοί είναι «πιο ίσοι» από τους υπόλοιπους, αφού αποκτούν το προνομιακό δικαίωμα στην ταχεία δικαστική κρίση, την ίδια στιγμή που το στερούνται οι χιλιάδες πολίτες των οποίων οι υποθέσεις λιμνάζουν επί χρόνια. Αυτός ο θεσμικός αυτοσχεδιασμός, που δίνει προτεραιότητα στην πολιτική επιβίωση έναντι της κοινωνικής δικαιοσύνης, συνιστά μια βάναυση προσβολή προς τον μέσο πολίτη. Όταν το κράτος αποφασίζει να «καθαρίσει» τα του οίκου του με fast-track διαδικασίες, αδιαφορώντας για το 80% των υποθέσεων που παραμένουν στα αζήτητα, τότε η έννοια της ισονομίας παύει να είναι δημοκρατική κατάκτηση και μετατρέπεται σε προνόμιο των λίγων και ισχυρών.
Η δαμόκλεια σπάθη του Ιουλίου
Αυτή η ωμή παραβίαση της ισονομίας στο εσωτερικό, ωστόσο, δεν εκτυλίσσεται σε κενό αέρος, αλλά προσκρούει μετωπικά στον ευρωπαϊκό τοίχο.
Καθώς διανύουμε την τελική ευθεία για τον Ιούλιο, τον μήνα που παραδοσιακά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσιεύει την αυστηρή ετήσια έκθεσή της για το Κράτος Δικαίου, η κυβέρνηση μοιάζει να παίζει ρωσική ρουλέτα με το μέλλον και τη χρηματοδότηση της χώρας. Η δημιουργία ενός προνομιακού δικαστικού καθεστώτος αποκλειστικά για τους ελεγχόμενους βουλευτές της πλειοψηφίας δεν περνά απαρατήρητη στις Βρυξέλλες. Αντιθέτως, τροφοδοτεί απευθείας τον φάκελο της ευρωπαϊκής επιτήρησης, φέρνοντας το ενδεχόμενο επιβολής σκληρών κυρώσεων και παγώματος κοινοτικών κονδυλίων πιο κοντά από ποτέ.
Είναι πραγματικά μνημειώδες το πώς μια παράταξη που έχτισε την πολιτική της ηγεμονία πάνω στο αφήγημα της «ευρωπαϊκής κανονικότητας», εμφανίζεται τώρα διατεθειμένη να θυσιάσει την αξιοπιστία της χώρας —ακόμα και τα ευρωπαϊκά ταμεία— στον βωμό της ενδοκομματικής προστασίας. Ενώ οι ευρωπαϊκοί θεσμοί προειδοποιούν ξεκάθαρα για τη θεσμική υποβάθμιση, το Μαξίμου κωφεύει, ποντάροντας προφανώς στο ότι η εγχώρια επικοινωνιακή υπεροπλία θα μπορέσει να καμουφλάρει έναν διεθνή διασυρμό. Μόνο που στα ευρωπαϊκά φόρα τα προσχήματα δεν σώζονται με καθοδηγούμενα δελτία ειδήσεων, και η απόσταση ανάμεσα στην αυστηρή επίπληξη και τη χρεοκοπία του Κράτους Δικαίου έχει γίνει πλέον επικίνδυνα μικρή.
Ο θεσμικός αυτοσχεδιασμός της «εκλεκτής» ταχύτητας
Αυτή η χαώδης απόσταση ανάμεσα στα ευρωπαϊκά σαλόνια και την ελληνική δικαστική πραγματικότητα γίνεται ακόμα πιο προκλητική αν αναλογιστεί κανείς τον τρόπο με τον οποίο ο Πρωθυπουργός επιχειρεί να «λαϊκίσει» τον ορισμό του Κράτους Δικαίου στις δημόσιες παρεμβάσεις του. Στις 6 Απριλίου, μας εξήγησε με ύφος σχεδόν διδακτικό ότι το Κράτος Δικαίου ταυτίζεται με την ταχύτητα απονομής δικαιοσύνης για τον απλό πολίτη και την εξάλειψη των πελατειακών σχέσεων. Είναι πράγματι συγκινητική αυτή η φροντίδα για τον «απλό πολίτη», μόνο που στην πράξη μεταφράζεται σε έναν ωμό θεσμικό αυτοσχεδιασμό που τον αφήνει επιδεικτικά στο περιθώριο. Ενώ το 80% των υποθέσεων που αφορούν κοινούς θνητούς λιμνάζει επί χρόνια στα συρτάρια, η κυβέρνηση επιλέγει να μην προχωρήσει σε μια οριζόντια μεταρρύθμιση που θα ανακούφιζε το σύνολο της κοινωνίας, αλλά να κατασκευάσει μια λωρίδα εξυπηρέτησης αποκλειστικά για τους «VIP» υπόπτους της. Αυτή η επιλεκτική ευαισθησία για την ταχύτητα της δικαιοσύνης, που ενεργοποιείται μόνο όταν το πολιτικό προσωπικό βρίσκεται υπό πίεση, αποτελεί την απόλυτη κατάλυση της ισότητας. Το Σύνταγμα που ομνύει στην ισονομία μετατρέπεται σε κουρελόχαρτο μπροστά στην ανάγκη να προστατευθούν τα κυβερνητικά στελέχη από την παρατεταμένη έκθεση. Η «κανονικότητα» που επαγγέλλεται το Μαξίμου είναι, τελικά, μια κανονικότητα δύο ταχυτήτων: αναμονή δεκαετιών για τον πολίτη και «εξπρές» δικαιοσύνη για την εξουσία, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να προλάβουν τις κάλπες πριν προλάβουν οι δικογραφίες να αποκαλύψουν την αλήθεια.
Η ηθική χρεοκοπία της εξαίρεσης
Σε τελική ανάλυση, αυτή η σπουδή για την κατασκευή ενός «VIP διαδρόμου» δεν αποτελεί απλώς μια ακόμα νομική αστοχία, αλλά μια πράξη πλήρους ηθικής και θεσμικής χρεοκοπίας. Η επιλογή της κυβέρνησης να εγκαταλείψει κάθε πρόσχημα «καλής νομοθέτησης» προκειμένου να προσφέρει ένα δίχτυ προστασίας στα στελέχη της, την ώρα που η υπόλοιπη κοινωνία ασφυκτιά στα γρανάζια μιας δυσλειτουργικής δικαιοσύνης, συνιστά την απόλυτη ομολογία αδυναμίας. Καθώς ο Ιούλιος πλησιάζει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ετοιμάζει την ετυμηγορία της, η φωτογραφική αυτή διάταξη θα αποτελεί το πλέον τρανταχτό πειστήριο για τη διολίσθηση της χώρας σε ένα μοντέλο διακυβέρνησης που εχθρεύεται τον έλεγχο και λατρεύει την εξαίρεση. Το Κράτος Δικαίου δεν είναι μια έννοια που μπορεί να τεμαχίζεται και να προσφέρεται σε δόσεις ευνοιοκρατίας, ούτε μια βιτρίνα που αντέχει για πολύ το βάρος τέτοιων αυθαιρεσιών. Αν η περιβόητη «αριστεία» εξαντλείται στην επινόηση προνομιακών λωρίδων για την αποφυγή της πολιτικής ομηρίας, τότε η μόνη πραγματική ομηρία είναι αυτή της ίδιας της χώρας στις εμμονές μιας εξουσίας που αρνείται να αναμετρηθεί με την ισονομία. Το τίμημα αυτής της επιλογής θα το πληρώσουμε όλοι το καλοκαίρι, όταν τα ευρωπαϊκά κονδύλια και η εθνική αξιοπιστία θα βρεθούν αντιμέτωπα με την ωμή αλήθεια ενός κράτους που νομοθετεί για τους λίγους, περιφρονώντας επιδεικτικά τους πολλούς.
(*) Η «Άγρια Μέλισσα» είναι δικηγόρος αρθρογράφος
