
Δικογραφίες ΟΠΕΚΕΠΕ: «Κάθαρση» με… λευκαντικό την αριθμητική των εκλογών
Το Μαξίμου επιχειρεί να μαζέψει τα εσωκομματικά συντρίμμια, επαναφέρει τον Νότη Μηταράκη και ανοίγει ξανά την πόρτα των ψηφοδελτίων
Η πολυδιαφημισμένη κυβερνητική αποφασιστικότητα για «κάθαρση» στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ φαίνεται να άντεξε μέχρι τη στιγμή που στο Μέγαρο Μαξίμου άρχισαν να υπολογίζουν το εκλογικό κόστος. Τώρα, μετά την αρχειοθέτηση από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία των υποθέσεων για εννέα από τους 13 βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, η κυβέρνηση επιχειρεί να ανασυντάξει τις δυνάμεις της και να αποκαταστήσει όσους προηγουμένως είχε αφήσει πολιτικά εκτεθειμένους.
Η διαχείριση της δεύτερης δικογραφίας αποδείχθηκε ένα ακόμη κυβερνητικό αυτογκόλ. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε ζητήσει την άρση ασυλίας των «γαλάζιων» βουλευτών, προβάλλοντας την εικόνα μιας ηγεσίας που δεν διστάζει να συγκρουστεί ακόμη και με τα δικά της στελέχη. Η επίδειξη αυστηρότητας, όμως, συνοδεύτηκε από παραιτήσεις υπουργών, ανακοινώσεις αποχώρησης βουλευτών και βαθιά δυσαρέσκεια στο εσωτερικό της Κοινοβουλευτικής Ομάδας.
Σήμερα το σκηνικό αλλάζει. Η κάθαρση περνά σε δεύτερο πλάνο και τη θέση της καταλαμβάνει η επιχείρηση πολιτικής επανασυγκόλλησης. Το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον τι πήγε στραβά στον ΟΠΕΚΕΠΕ και ποιοι έχουν πολιτικές ευθύνες, αλλά πόσες ψήφους κινδυνεύει να χάσει η ΝΔ στις περιφέρειες των εμπλεκόμενων στελεχών.
Επιστροφή Μηταράκη και συγχωροχάρτια
Ενδεικτική είναι η επιστροφή του βουλευτή Χίου Νότη Μηταράκη στα καθήκοντα του Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου στη Βουλή την οποία ήδη ανακοίνωσε το Μαξίμου.
Προφανώς ο βουλευτής Χίου βγαίνει αλώβητος από την περιπέτεια του ΟΠΕΚΠΕ έπειτα από την αρχειοθέτηση της σχετικής δικογραφίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η κίνηση ωστόσο στην επιστροφής του δεν έχει μόνο την «αγαθή» οπτική της καθαρότητας αλλά αποτελεί και μία εμφανή απόπειρα να πέσουν οι τόνοι στο εσωκομματικό νεοδημοκρατικό πεδίο και να σταλεί μήνυμα συμφιλίωσης προς τους βουλευτές που θεωρούν ότι χρησιμοποιήθηκαν ως αναλώσιμοι στην επικοινωνιακή διαχείριση της υπόθεσης.
Ανάλογη στροφή καταγράφεται και στο ζήτημα των επόμενων ψηφοδελτίων. Η Κατερίνα Παπακώστα, η οποία είχε δηλώσει ότι δεν θα είναι ξανά υποψήφια, εμφανίζεται πλέον διατεθειμένη να διεκδικήσει εκ νέου την εκλογή της, παρά το γεγονός ότι σε βάρος της ασκήθηκε δίωξη.
Το Μαξίμου, μέσω του Παύλου Μαρινάκη, φρόντισε να ανοίξει τον δρόμο και για τους τέσσερις βουλευτές της ΝΔ που παραπέμφθηκαν: την Κατερίνα Παπακώστα, τον Κώστα Σκρέκα, τον Χρήστο Μπουκώρο και τον Μάξιμο Σενετάκη. Το τεκμήριο της αθωότητας, απολύτως σεβαστό σε ένα κράτος δικαίου, χρησιμοποιείται πλέον ως πολιτική ομπρέλα για να παραμείνουν άθικτες οι κομματικές ισορροπίες.
Το πρόβλημα για την κυβέρνηση δεν βρίσκεται στην επίκληση του τεκμηρίου της αθωότητας. Βρίσκεται στην εμφανή ασυνέπεια. Όταν το Μαξίμου χρειαζόταν να εμφανίσει εικόνα πυγμής, τα συγκεκριμένα στελέχη αντιμετωπίστηκαν περίπου ως βαρίδια. Όταν, όμως, οι δημοσκοπήσεις, οι τοπικοί συσχετισμοί και η αριθμητική των εκλογών μπήκαν στο τραπέζι, τα βαρίδια μετατράπηκαν ξανά σε πολύτιμες δεξαμενές ψήφων.
Ο εκλογικός πονοκέφαλος των Σερρών
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η περίπτωση του Κώστα Αχ. Καραμανλή. Ο πρώην υπουργός έχει δηλώσει ότι δεν προτίθεται να είναι ξανά υποψήφιος, όμως η κυβέρνηση αποφεύγει πλέον επιμελώς να κλείσει την πόρτα της επιστροφής του.
Ο Παύλος Μαρινάκης περιορίστηκε να δηλώσει ότι, εφόσον κάποιος έχει προβεί σε προσωπική ανακοίνωση, ο ίδιος καλείται να διευκρινίσει εάν αυτή εξακολουθεί να ισχύει. Πίσω από τη διπλωματική διατύπωση κρύβεται η ανησυχία του Μαξίμου για το ενδεχόμενο απουσίας του ονόματος Καραμανλή από το ψηφοδέλτιο των Σερρών. Ποια είναι αυτή; Ότι μια απουσία του επιθέτου ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ θα μπορούσε να στοιχίσει πολιτικά και εκλογικά στη Νέα Δημοκρατία.
Κάπως έτσι, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ καταλήγει να φωτίζει όχι την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης για διαφάνεια, αλλά τα όρια της. Όσο η «κάθαρση» εξυπηρετούσε το κυβερνητικό αφήγημα, προβαλλόταν ως αδιαπραγμάτευτη αρχή. Μόλις, όμως, άρχισε να απειλεί ψηφοδέλτια, έδρες και τοπικά κομματικά δίκτυα, προσαρμόστηκε στις ανάγκες της κάλπης.
Για το Μέγαρο Μαξίμου, όπως αποδεικνύεται, η πολιτική ευαισθησία διαθέτει ένα πολύ συγκεκριμένο όριο, το οποίο σταματάει εκεί που αρχίζει η εκλογική αριθμητική.