Δημοσιονομική αποκέντρωση ζητά από το κράτος η ΚΕΔΕ

Δημοσιονομική αποκέντρωση με μεταφορά του Φόρου Ακίνητης Περιουσίας στους δήμους και μετεξέλιξη του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων σε Δημοτική Τράπεζα, είναι οι δυο μεγάλες οικονομικές μεταρρυθμίσεις που ζητά η ΚΕΔΕ, που σε συνδυασμό με ένα Ολοκληρωμένο Τοπικό Αναπτυξιακό Πρόγραμμα φιλοδοξεί να δημιουργήσει το επενδυτικό πλαίσιο για την ανάπτυξη της πρωτοβάθμιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Όπως σημείωσαν κατά τη διάρκεια του ετήσιου συνεδρίου -παρουσιάζοντας τα στοιχεία των οικονομικών υπηρεσιών της ΚΕΔΕ, ο ΓΓ Γιάννης Μουράτογλου και ο πρόεδρος της Οικονομικής Επιτροπής Αλ. Καστρινός- οι πόροι των δήμων από τους ΚΑΠ (Κεντρικοί Αυτοτελείς Πόροι), που έχουν εγγραφεί στον Κρατικό Προϋπολογισμό 2019, ανέρχονται στο ένα τρίτο περίπου των νομοθετημένων από τον 3852/2010 πόρων. Συγκεκριμένα, ενώ οι νομοθετημένοι πόροι ανέρχονται σε 5.985 εκατ. ευρώ, στον ΚΠ 2019 έχουν εγγραφεί 1.760 εκατ. ευρώ.

Συγχρόνως, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των υπηρεσιών της ΚΕΔΕ, η διαφορά μεταξύ των παρακρατηθέντων πόρων που έπρεπε να πάρουν οι δήμοι, με βάση το Νόμο 3852/2010 και αυτών που έχουν εγγραφεί στον Κρατικό Προϋπολογισμό 2019, ανέρχεται στα 4.225 εκατομμύρια ευρώ.

Στον Κρατικό Προϋπολογισμό 2019 προβλέπεται ότι η οικονομική χρήση της ΤΑ θα είναι, για μία ακόμη φορά, πλεονασματική. Τα πλεονάσματα της ΤΑ αναμένεται να φτάσουν τα 244 εκατ. ευρώ, ποσό μεγαλύτερο ακόμα και από το αντίστοιχο του Προσχέδιου του Κρατικού Προϋπολογισμού 2019. Η απαίτηση για υπερβολικά πλεονάσματα, σημειώθηκε, είναι ένας έμμεσος τρόπος μείωσης των εσόδων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Τα συνολικά πλεονάσματα που απαιτούνται, για την περίοδο 2015-2021 από την Αυτοδιοίκηση, ανέρχονται σε 2.760 εκατ. ευρώ και είναι μεγαλύτερα από δύο ετήσιες τακτικές επιχορηγήσεις όλων των δήμων.

Την ίδια στιγμή, αν και το ΠΔΕ (Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων) στηρίζει την αναπτυξιακή πολιτική και τον εκσυγχρονισμό της χώρας, σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών το 1ο δεκάμηνο του 2018 το ΠΔΕ υστερεί έναντι του στόχου κατά 37% και 768 εκατ. ευρώ και ειδικότερα τον περασμένο Οκτώβριο, αν και στόχος του ΠΔΕ ήταν 417 εκατ. ευρώ, απορροφήθηκαν μόλις 83 εκατ. ευρώ.

Συγχρόνως, το εθνικό σκέλος του ΠΔΕ στον κρατικό προϋπολογισμό 2019 είναι κατά 20% μικρότερο από τις έκτακτες -«προεκλογικές» όπως τις αποκάλεσε ο κ. Μουράτογλου- δημοσιονομικές παρεμβάσεις. Το σύνολο των έκτακτων δημοσιονομικών παρεμβάσεων ανέρχεται σε 1.245 εκατ. ευρώ. Από αυτά τα 984 εκατ. ευρώ προέρχονται μόνο από τη μεταφορά των προνοιακών επιδομάτων από τους δήμους στον ΟΠΕΚΑ και το επιδιωκόμενο από την ΤΑ πλεόνασμα.

Είναι προφανές δηλαδή ότι κάποιος στη χώρα μας κάνει «μνημόσυνο με ξένα κόλλυβα», σημείωσε ο κ. Μουράτογλου και πρόσθεσε ότι τα επιδόματα και γενικότερα οι μεταβιβαστικές πληρωμές δεν αυξάνουν το ΑΕΠ και κατ’ επέκταση δεν βοηθούν στη μεγέθυνση της οικονομίας. Αντιθέτως, η σύγχρονη ευρωπαϊκή εμπειρία υποδεικνύει ότι, ιδιαίτερα την περίοδο της κρίσης, για να προκληθούν ιδιωτικές επενδύσεις πρέπει πρώτα να πραγματοποιηθούν δημόσιες επενδύσεις.

Ειδικότερα, από τις δημόσιες επενδύσεις αυτές που είναι πιο αποτελεσματικές και δημιουργούν μεγαλύτερα πολλαπλασιαστικά οφέλη, είναι αυτές που αμβλύνουν τις περιφερειακές ανισότητες και δημιουργούν προϋποθέσεις για να βελτιώσουν την ελκυστικότητα μιας περιοχής ή του συνόλου της χώρας. Πρόκειται για τις τοπικές δημόσιες επενδύσεις, οι οποίες λόγω του μεγέθους τους, παρουσιάζουν ευελιξία, μεγάλο βαθμό απορροφητικότητας, έχουν άμεσα αποτελέσματα στην αύξηση της απασχόλησης και συμβάλλουν στην άμβλυνση των περιφερειακών ανισοτήτων.

«Δεν είναι τυχαίο, κατά τη γνώμη μου, ότι πάνω από το 50% του συνόλου των δημοσίων επενδύσεων, πραγματοποιούνται, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, από την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Το ποσοστό αυτό στη χώρα μας ξέρετε πόσο είναι; 18,5%. Πώς είναι δυνατόν με αυτό το συγκεντρωτισμό να οδηγηθούμε στην ανάπτυξη;

Για το λόγο αυτό εμείς λέμε: Γενναία αύξηση του ΠΔΕ που θα κατανεμηθεί κατά κύριο λόγο στους δήμους. Αυτό δεν είναι ένα διεκδικητικό αίτημα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Αυτός είναι ένας αναπτυξιακός στόχος. Προϋπόθεση για να συγκλίνουμε με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο».

Διαβάστε επίσης