ΑΦΙΕΡΩΜΑ: «Εδώ Πολυτεχνείο!»

Η μεγάλη εξέγερση των φοιτητών το 1973, που σηματοδότησε το τέλος της δικτατορίας των συνταγματαρχών

«Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο». Δεν ήταν αυτός ο αρχικός τίτλος του, όπως δεν ήταν ίδια και η έδρα του. Η αρχική του ονομασία ήταν «Τεχνικό Σχολείο», που ιδρύθηκε το 1837, με βασιλικό διάταγμα «περί εκπαιδεύσεως εις την αρχιτεκτονικήν», με την έδρα του στην οδό Πειραιώς (εκεί που αργότερα στεγάστηκε το Ωδείο Αθηνών), και λειτουργία αρχικά μόνο τις Κυριακές και τις αργίες.

Ιχνηλατώντας… με την Καίτη Νικολοπούλου

Μόνο που ο χώρος θεωρήθηκε μη επαρκής για την πληθώρα των φοιτητών τότε. Έτσι, το 1871 αρχίζει η μετεγκατάσταση του Σχολείου σε καινούργια κτήρια, επί της οδού Πατησίων. Iστορικά κτήρια που πρώτος οραματίσθηκε ο Νικόλαος Στουρνάρης («με τα υπόλοιπα χρήματα της καταστάσεώς μου», έγραφε το 1852 στη διαθήκη του, «να κτισθή εις Αθήνας εν λαμπρόν Πολυτεχνείον…»), οδηγώντας και τους συγγενείς και συμπολίτες του από το Μέτσοβο, Μιχαήλ Τοσίτσα, Ελένη Τοσίτσα και Γεώργιο Αβέρωφ, να ενστερνισθούν την ιδέα του και να ακολουθήσουν το παράδειγμά του.

Το 1887 με τη θεσμοθέτηση των τετραετούς φοίτησης σχολών «πολιτικών μηχανικών» και «μηχανουργών» (μετέπειτα μηχανολόγων) το Πολυτεχνικό Σχολείο ή Μετσόβιο Πολυτεχνείο, όπως γίνεται ευρύτερα γνωστό, «καταρτίζει άνδρες ανώτατης τεχνικής μόρφωσης για τη δημόσια υπηρεσία, τη βιομηχανία και την οικοδομή» εφάμιλλους «προς τους αποφοιτούντας εκ των μεγάλων τεχνικών της Ευρώπης σχολών» και με νόμο του 1914 το Ίδρυμα καθιερώνεται ως «Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο» (Ε.Μ.Π.) και αποτελείτο από 4 σχολές: Πολιτικών Μηχανικών, Μηχανολόγων Μηχανικών, Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Τηλεγραφομηχανικών.

Το 1917 ολοκληρώνεται η τελευταία του μεγάλη μεταρρύθμιση όταν με ειδικό νόμο αποκτά πέντε Ανώτατες Σχολές: Πολιτικών Μηχανικών, Μηχανολόγων-Ηλεκτρολόγων, Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Χημικών Μηχανικών και Τοπογράφων Μηχανικών. Αρκετά αργότερα ιδρύθηκε η σχολή μηχανικών μεταλλείων – μεταλλουργών και η σχολή ναυπηγών μηχανικών. Τέλος, στο ακαδημαϊκό έτος 1999-2000 ξεκίνησε η λειτουργία της σχολής εφαρμοσμένων μαθηματικών και φυσικών επιστημών.

Τα τελευταία χρόνια το Πολυτεχνείο περιλαμβάνεται μεταξύ των πρώτων 100 πανεπιστημίων στον κόσμο και των 30 της Ευρώπης.

Η μεγάλη εξέγερση του 1973

Η εξέγερση των φοιτητών τον Νοέμβριο του 1973 και τα συγκλονιστικά γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στα προαύλια και στις αίθουσες διδασκαλίας του Πολυτεχνείου αποτέλεσαν την κορυφαία στιγμή της πορείας του φοιτητικού κινήματος, μια ώριμη και μαζική πολιτική σύγκρουση με τη δικτατορία και τα στηρίγματά της.

Πέρα από την ιστορική της διάσταση και τον ρόλο της στην εδραίωση της Δημοκρατίας, η εξέγερση του Πολυτεχνείου ενέπνευσε και κινητοποίησε ολόκληρη την κοινωνία στη διεκδίκηση κοινών αιτημάτων και έφερε μια νέα ηθική στην κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου.

Οι αναταραχές ξεκίνησαν λίγο νωρίτερα, στις 5 Φεβρουαρίου, όταν οι φοιτητές του Πολυτεχνείου αποφάσισαν αποχή από τα μαθήματά τους. Στις 13 Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκε διαδήλωση μέσα στο Πολυτεχνείο και η χούντα παραβίασε το πανεπιστημιακό άσυλο, δίνοντας εντολή στην αστυνομία να επέμβει. Έντεκα φοιτητές συνελήφθησαν και παραπέμφθηκαν σε δίκη. Με αφορμή αυτά τα γεγονότα, στις 21 Φεβρουαρίου, περίπου τρεις με τέσσερις χιλιάδες φοιτητές της Νομικής κατέλαβαν το κτίριο της σχολής στο κέντρο της Αθήνας επί της οδού Σόλωνος, ζητώντας ανάκληση του νόμου 1347 που επέβαλε τη στράτευση «αντιδραστικών νέων», καθώς 88 συμφοιτητές τους είχαν ήδη στρατολογηθεί με τη βία. Από την ταράτσα του κτιρίου απαγγέλλουν τον ακόλουθο όρκο: «Εμείς οι φοιτηταί των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ορκιζόμαστε στο όνομα της ελευθερίας να αγωνισθούμε μέχρι τέλους για την κατοχύρωση: α) των ακαδημαϊκών ελευθεριών, β) του πανεπιστημιακού ασύλου, γ) της ανακλήσεως όλων των καταπιεστικών νόμων και διαταγμάτων». Τα γεγονότα στη Νομική αναφέρονται συχνά ως προάγγελος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.

Στις 14 Νοεμβρίου 1973 φοιτητές του Πολυτεχνείου αποφάσισαν αποχή από τα μαθήματα και ξεκίνησαν διαδηλώσεις εναντίον του βάναυσου στρατιωτικού καθεστώτος. Οι φοιτητές, που αυτοαποκαλούνταν «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», οχυρώθηκαν μέσα στο κτίριο της σχολής επί της οδού Πατησίων και ξεκίνησαν τη λειτουργία του ανεξάρτητου ραδιοφωνικού σταθμού του Πολυτεχνείου. Ο πομπός κατασκευάστηκε μέσα σε λίγες ώρες στα εργαστήρια της σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών από τον Γιώργο Κυρλάκη. Το πλέον ιστορικό μήνυμά τους ήταν: «Εδώ Πολυτεχνείο! Λαέ της Ελλάδας το Πολυτεχνείο είναι σημαιοφόρος του αγώνα μας, του αγώνα σας, του κοινού αγώνα μας ενάντια στη δικτατορία και για την Δημοκρατία». Εκφωνητές του σταθμού ήταν η Μαρία Δαμανάκη, ο Δημήτρης Παπαχρήστος και ο Μίλτος Χαραλαμπίδης.

Οι διαδηλώσεις, τα συλλαλητήρια και οι εκδηλώσεις ενάντια στο καθεστώς της Χούντας αυξήθηκαν. Κυρίως στην Αθήνα αλλά και σε σημεία της επαρχίας δημιουργήθηκαν συνθήκες εξέγερσης. Από τις 14 Νοεμβρίου μέχρι και τις 17 Νοεμβρίου (και πιο περιορισμένα μέχρι τις 18 Νοεμβρίου) στήθηκαν οδοφράγματα και διεξήχθησαν οδομαχίες μεταξύ εξεγερμένων και αστυνομίας.

Στις 3 π.μ. της 17ης Νοεμβρίου, και ενώ οι διαπραγματεύσεις για ασφαλή αποχώρηση των φοιτητών από τον χώρο του Πολυτεχνείου βρίσκονταν σε εξέλιξη, αποφασίστηκε από τη μεταβατική κυβέρνηση η επέμβαση του στρατού και ένα από τα τρία άρματα που είχαν παραταχθεί έξω από τη σχολή γκρέμισε την κεντρική πύλη. Κατά την είσοδο του άρματος συνθλίβονται 2-3 φοιτητές που βρίσκονται πίσω από την πύλη (γεγονός «λίαν πιθανό αλλά ανεπιβεβαίωτο», σύμφωνα με το πόρισμα του εισαγγελέα Τσεβά). Επίσης, από τα συντρίμμια τραυματίστηκε σοβαρά, με συντριπτικά κατάγματα στα πόδια, η φοιτήτρια Πέπη Ρηγοπούλου. Ο σταθμός του Πολυτεχνείου έκανε εκκλήσεις στους στρατιώτες να αψηφήσουν τις εντολές των ανωτέρων τους και στη συνέχεια ο εκφωνητής απήγγειλε τον Ελληνικό Εθνικό Ύμνο. Η μετάδοση συνεχίστηκε ακόμα και μετά την είσοδο του άρματος στον χώρο της σχολής. Οι φοιτητές που είχαν παραμείνει στο Πολυτεχνείο, μαζεύτηκαν στο κεντρικό προαύλιο, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο. Πολλοί βρήκαν καταφύγιο σε γειτονικές πολυκατοικίες. Ελεύθεροι σκοπευτές της αστυνομίας άνοιξαν πυρ από γειτονικές ταράτσες, ενώ άνδρες της ΚΥΠ καταδίωξαν τους εξεγερθέντες. Οι εκφωνητές του σταθμού του Πολυτεχνείου παρέμειναν στο πόστο τους και συνέχισαν να εκπέμπουν για 40 λεπτά μετά την έξοδο, οπότε και συνελήφθησαν.

Οι νεκροί του Πολυτεχνείου

Στρατιώτες και αστυνομικοί έβαλαν με πραγματικά πυρά κατά πολιτών μέχρι και την επόμενη μέρα, με συνέπεια αρκετούς θανάτους στον χώρο γύρω από το Πολυτεχνείο, αλλά και στην υπόλοιπη Αθήνα. Η πρώτη επίσημη καταγραφή τον Οκτώβριο του 1974, από τον εισαγγελέα Δημήτρη Τσεβά, εντόπισε 18 επίσημους ή πλήρως βεβαιωθέντες νεκρούς και 16 άγνωστους «βασίμως προκύπτοντες». Ένα χρόνο αργότερα ο αντιεισαγγελέας εφετών Ιωάννης Ζαγκίνης έκανε λόγο για 23 νεκρούς, ενώ κατά τη διάρκεια της δίκης που ακολούθησε προστέθηκε ακόμη ένας. Οι πρώτες δημοσιογραφικές προσπάθειες για την καταγραφή των γεγονότων μιλούσαν για 59 νεκρούς ή και 79 θύματα, με βάση τον κατάλογο Γεωργούλα. Σύμφωνα με έρευνα του Διευθυντή Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Λεωνίδα Καλλιβρετάκη το 2003, ο αριθμός των επωνύμων νεκρών ανέρχονταν σε 24, ενώ αυτός των νεκρών αγνώστων στοιχείων σε 16.

Ο Χρήστος Λάζος υποστήριξε ότι οι νεκροί είναι 83 και ίσως περισσότεροι. Ανάμεσά τους ο 19χρονος Μιχάλης Μυρογιάννης, ο μαθητής λυκείου Διομήδης Κομνηνός, καθώς και ένα πεντάχρονο αγόρι που σκοτώθηκε από πυροβόλο όπλο στρατιώτη στην περιοχή του Ζωγράφου. Κατά τη δίκη των υπευθύνων της χούντας υπήρξαν μαρτυρίες για τον θάνατο πολλών πολιτών κατά τη διάρκεια της εξέγερσης. Τέλος, χιλιάδες σύμφωνα με εκτιμήσεις ήταν οι τραυματίες πολίτες. [Πηγή: Wikipedia]

Δεν ήταν η πρώτη φορά

Ωστόσο, δεν ήταν η πρώτη φορά που τα τανκς γκρέμιζαν την πύλη του Πολυτεχνείου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, όπως διαβάζουμε στη «Μηχανή του Χρόνου».

Ήταν τότε με τα Δεκεμβριανά, τα οποία ξέσπασαν στις 5 Δεκεμβρίου του 1944. Ήταν τότε που ο Τσώρτσιλ και ο Στάλιν είχαν μοιράσει την κατεστραμμένη από τους Ναζί Ευρώπη σε ζώνες επιρροής τους. Η συμφωνία προέβλεπε ότι η Αγγλία θα κρατούσε στην επιρροή της την Ελλάδα κατά 90%. Ήταν τότε που ο Βρετανός πρωθυπουργός Γουίνστον Τσώρτσιλ, βλέποντας τον ΕΛΑΣ να αντιδρά σε αυτήν τη συμφωνία, και φοβούμενος ότι τελικά θα χάσει την Ελλάδα από την επιρροή του, τηλεγράφησε στον στρατηγό Σκόμπι, διατάσσοντάς τον: «Μη διστάσεις να ενεργήσεις σαν να ήσουν σε κατακτημένη πόλη, όπου γίνεται μία τοπική εξέγερση».

Η Αθήνα, λοιπόν, κατά τους Άγγλους, μετά την ήττα των χιτλερικών, παρέμενε κατακτημένη πόλη…

Έτσι, το απόγευμα της 5ης Δεκεμβρίου, με τον ΕΛΑΣ να ελέγχει μεγάλο τμήμα της Αθήνας, και τον Γρηγόρη Φαράκο, φοιτητή του Πολυτεχνείου, επικεφαλής του λόχου που έδρευε στην περιοχή του πανεπιστημιακού ιδρύματος, οι Βρετανοί με επίλεκτα τμήματα του στρατού τους και αλεξιπτωτιστές μπήκαν στο πανεπιστημιακό ίδρυμα και γάζωσαν τους ΕΛΑΣίτες.

Ο τρόπος ήταν ίδιος με εκείνον που χρησιμοποίησε η δικτατορία των συνταγματαρχών. Ένα τανκ όρμησε στην κεντρική πύλη του Πολυτεχνείου και την ισοπέδωσε. Οι Άγγλοι έτσι είχαν στον έλεγχό τους τον προαύλιο χώρο του κτιρίου και σκότωσαν τους νεαρούς ΕΛΑΣίτες, ενώ δεν έδειξαν οίκτο ούτε στους τραυματίες που τους εκτέλεσαν όλους, μη παίρνοντας μαζί τους ούτε έναν αιχμάλωτο.

Ήταν η αρχή των Δεκεμβριανών, με χιλιάδες θύματα στη συνέχεια. Ήταν όμως και το τέλος της επιρροής των Άγγλων στην Ελλάδα, καθώς έχασαν σε αυτό το επίπεδο και τη θέση τους πήραν οι Αμερικανοί…

 «Ένα παιδί αφηγείται»

Κι εδώ, αγαπημένοι αναγνώστες μου, θα μου επιτρέψετε να θυμηθώ μαζί σας ένα σχετικό ποίημα του αγαπημένου μέντορά μου, Δημήτρη Ραβάνη-Ρεντή, που δυστυχώς έφυγε από τη ζωή, με τίτλο «Ένα παιδί αφηγείται», από την ποιητική συλλογή του «Ρεπορτάζ από ένα ζεστό Νοέβρη», καθώς ο ίδιος ήταν παρών στην εξέγερση του Πολυτεχνείου τον Νοέμβρη του 1973 και τα ποιήματα που περιλαμβάνει η αυτή η ποιητική συλλογή τα έγραψε εν θερμώ εκείνες τις μέρες. Η συλλογή κυκλοφόρησε σε καμιά δεκαριά χειρόγραφα αντίτυπα χέρι με χέρι, παράνομα, αμέσως μετά την καταστολή της εξέγερσης. Μετά τη μεταπολίτευση εκδόθηκε σε κανονικό βιβλίο από τον Κέδρο και σε δεύτερη έκδοση το 1983 από τη Σύγχρονη Εποχή:

Ναι, έρχομαι από ΕΚΕΙ.
Τι μέρα είναι σήμερα;
Απ’ την Τετάρτη μπήκα μέσα.
Τι να σας πω;
Κόσμος πολύς στα κάγκελα, στο δρόμο, στην αυλή,
στα κάγκελα δεμένα χέρια,
χέρια, πλακάτ, κεφάλια, όπλα,
τι να σας πω;
Και βέβαια είχε αίμα.
Μήπως έχετε ένα τσιγάρο;
Τ’ αφήσαμε ΕΚΕΙ τα τσιγάρα,
πολλά τσιγάρα
κι ένα ταψί με κριθαράκι που μας έφερε η γριά.
Μήπως έχετε ένα ηρεμιστικό;
Ή, καλύτερα, ένα τσιγάρο.
Μα, ναι… Ήμουνα ΕΚΕΙ.
Τι να σας πω;
Δυο χιλιάδες; Τρεις χιλιάδες;
κι άσε τους έξω…
Όχι, το αίμα δεν είναι δικό μου.
Βέβαια, ήμουνα ΕΚΕΙ
απ’ την Τετάρτη… ή την Τρίτη;
Στα κάγκελα δεμένα χέρια, πρόσωπα, πλακάτ,
με το φορείο φέραν μια κοπέλα.
Όχι, δεν ξέρω πόσων χρονών.
Όχι, δε φαινότανε το πρόσωπό της.
Όχι, σας λέω, το αίμα δεν είναι δικό μου…
Τι σας έλεγα; Για την κοπέλα.
Όχι, δεν ξέρω πώς τη λένε.
Ναι, ήμουνα ΕΚΕΙ.
Κανείς δεν ήθελε να φύγει.
Τα τανκς στεκόντουσαν στην πόρτα,
έξω απ’ τα κάγκελα,
όχι, μέσα απ’ τα κάγκελα,
όχι… έξω…
Μα, βέβαια, ήμουνα ΕΚΕΙ.
Τι να σας πω;
Όχι, δεν θέλω επίδεσμο, το αίμα δεν είναι από μένα..,
Δύο φαντάροι μ’ έκρυψαν σ’ ένα σκουπιδοτενεκέ,
Χέρια δεμένα στις ερπύστριες,
μάτια, μαλλιά,
τα μάτια στα κάγκελα,
ανάμεσα στα κάγκελα…
Μόνο να ξημερώσει, λέγαμε…
Και βέβαια, ήμουνα ΕΚΕΙ.
Πώς να τα πω με τη σειρά;
Πέρασαν κι άλλοι από ’δώ;
Κάτι κορίτσια, κάτι αγόρια…
Και βέβαια είχαμε νεκρούς.
Τι θα πει «πόσους;»
Όχι, το αίμα δεν είναι δικό μου,
δε θέλω επίδεσμο…
Με συγχωρείτε, πρέπει να πηγαίνω,
η μάνα μου θ’ ανησυχεί.
Τι να σας πω;
Δεν ξέρω…
Μα ναι…
ήμουνα ΕΚΕΙ…

Διαβάστε επίσης