
Εφαρμόζεται και στον πρωτογενή τομέα το σχέδιο Πισσαρίδη;
Οι διαφορετικοί «δρόμοι» που διάλεξαν Ελλάδα και Κύπρος για τη σωτηρία του ζωικού κεφαλαίου από τον αφθώδη πυρετό
Πρίν από περίπου δύο μήνες και συγκεκριμένα στις 15 Μαρτίου εντοπίστηκε σε κτηνοτροφική μονάδα της περιοχής του Μανταμάδου στη Λέσβο το πρώτο κρούσμα αφθώδους πυρετού, έκτοτε η ζωονόσος πήρε σταδιακά μεγάλες προεκτάσεις, πλήττοντας τον κτηνοτροφικό κλάδο του νησιού.
Η ηγεσία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης πήρε μια σειρά μέτρων για την αντιμετώπιση της νόσου, με αποτέλεσμα να «γονατίσουν» οικονομικά τους ντόπιους παραγωγούς και εν τέλει να βλάψει την τοπική οικονομία της Λέσβου.
Μεταξύ των μέτρων που αποτελούν «αγκάθι» για την ντόπια παραγωγή είναι η μαζική θανάτωση κοπαδιών, μετά τον εντοπισμό έστω και ενός κρούσματος, καθώς και η απαγόρευση εξαγωγής ζωικών προϊόντων όπως κρέατος, γάλακτος, τυριού κλπ.
Χαρακτηριστικές ήταν και οι εικόνες διαμαρτυρίας στα μέσα Απριλίου των κτηνοτρόφων στο λιμάνι της Μυτιλήνης, των οποίων ένα από τα πάγια αιτήματά τους προς την ηγεσία του υπουργείου ήταν –και συνεχίζει να είναι– η εφαρμογή του προγράμματος εμβολιασμού για τα κοπάδια, με εκπροσώπους της κυβέρνησης να δηλώνουν από τα τηλεοπτικά πάνελ ότι αυτή η προοπτική είναι αντεπιστημονική. Όμως η περίπτωση της Κύπρου που αντιμετωπίζει αντίστοιχο πρόβλημα έρχεται να διαψεύσει την επιχειρηματολογία της Κυβέρνησης.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ της «Καθημερινής» από την Τρίτη (5/5), οι κυπριακές αρχές ως προς την αντιμετώπιση του αφθώδους πυρετού πήραν μια σειρά μέτρων, ναι μεν αντίστοιχα με αυτά της Ελλάδος, αλλά εμφανώς διαφοροποιημένα σε ορισμένα ζητήματα ζωτικής σημασίας για τον κτηνοτροφικό κλάδο.
Πιο αναλυτικά, εφαρμόστηκαν και στην Κύπρο, έλεγχοι, ζώνες περιορισμού, απαγόρευση μετακινήσεων ζώων, δειγματοληψία και θανατώσεις σε μολυσματικές μονάδες.
Ένα χαρακτηριστικό σημείο διαφοροποίησης, σύμφωνα με το δημοσίευμα, είναι ότι οι κτηνιατρικές υπηρεσίες Κύπρου έλαβαν την απόφαση να προχωρήσουν σε μαζικούς εμβολιασμούς με εμβόλια που προμηθεύτηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωσή.
Όπως αναφέρει το ίδιο ρεπορτάζ στην Κύπρο έχει εμβολιαστεί το 81% των βοοειδών και το 64% των αιγοπροβάτων, με τους ειδικούς να επισημαίνουν ότι το εμβόλιο συμβάλει δραστικά στην αντιμετώπιση της ζωονόσου.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, άλλη μια εξίσου σημαντική διαφοροποίηση που θίγει άμεσα το ζήτημα της οικονομικής επιβίωσης του κτηνοτροφικού κλάδου, και ειδικότερα του βιοτικού επιπέδου των ίδιων των παραγωγών είναι ότι στην Μεγαλόνησο η εξαγωγή του χαλουμιού επιτρέπεται κανονικά, σε αντίθεση με την περίπτωση της Λέσβου, όπου μεγάλες ποσότητες φέτας και γραβιέρας που παρασκευάστηκαν στις αρχές του 2026 παραμένουν στα ψυγεία των τυροκομικών επιχειρήσεων και των συνεταιρισμών του νησιού, ως αποτέλεσμα της απαγόρευσης εξαγωγών που επέβαλε το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης.
Με βάση όλα τα παραπάνω, προκύπτει μια σειρά καίριων ερωτημάτων, με βασικότερο όλων γιατί υπάρχει διαφορετική αντιμετώπιση της συγκεκριμένης ζωονόσου από το ένα κράτος στο άλλο.
Επίσης ένα άλλο εξίσου σημαντικό ερώτημα είναι γιατί ενώ οι ίδιοι οι κτηνοτρόφοι της Λέσβου ζητούν τον εμβολιασμό, η κυβέρνηση αρνείται πεισματικά.
Πρόκειται απλώς για μια διαφορετική προσέγγιση του συγκεκριμένου ζητήματος ή για μια μεθοδευμένη προσπάθεια εξόντωσης του πρωτογενούς τομέα και των μικρών παραγωγών, στο ευρύτερο πλαίσιο του σχεδίου Πισσαρίδη –προκειμένου να ευνοηθούν οι μεγάλες βιομηχανίες τροφίμων– ενισχύοντας τα μονοπώλια στην παραγωγή τροφίμων.
Με άλλα λόγια, ή οι κυπριακές αρχές κάνουν κάτι λάθος ή οι ελληνικές.