Εκλογές σε Ουγγαρία και Βουλγαρία: Το ελληνικό μονοπάτι σε μία Ευρώπη που αλλάζει… χτες!

Τα δεδομένα παύουν να θεωρούνται δεδομένα και η ισχύς δεν καθορίζεται από ταμπέλες, αλλά από τη δυνατότητα διαχείρισης σχέσεων και συμφερόντων

Γράφει ο Νίκος Τσαγκατάκης  

Οι εκλογικές αναμετρήσεις σε Βουλγαρία και Ουγγαρία τις τελευταίες εβδομάδες δεν επιβεβαίωσαν τα στερεότυπα που έσπευσαν να υιοθετήσουν αρκετοί ευρωπαϊκοί κύκλοι. Αντίθετα, ανέδειξαν μια πιο σύνθετη πραγματικότητα, η οποία λέει ότι οι κοινωνίες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης δεν ψήφισαν με όρους γεωπολιτικής ευθυγράμμισης, αλλά με όρους κόπωσης απέναντι στο παλαιό πολιτικό σύστημα.

Στη Βουλγαρία, η εκρηκτική πολιτική άνοδος ενός προσωποκεντρικού σχήματος με μπροστάρη τον Ρούμεν Ράντεφ που μέσα σε λίγες εβδομάδες κατάφερε να κατακτήσει την εκλογική πρωτιά, θυμίζει έντονα το γαλλικό προηγούμενο του 2017 με τη νίκη του Εμανουέλ Μακρόν. Πρόκειται για μια ψήφο αποδόμησης, που διαπερνά ιδεολογικά σύνορα και απορροφά τόσο την παραδοσιακή αριστερά όσο και τη δεξιά. Η ταμπέλα του «φιλορώσου» ηγέτη που κολλήθηκε στον Ράντεφ επειδή έχει εκφράσει επανειλημμένα στο πρόσφατο παρελθόν τις επιφυλάξεις του για τη στρατιωτική στήριξη που προσφέρει η Δύση στην Ουκρανία, αποδεικνύεται ανεπαρκής «κατηγορία» –κάποιοι έκαναν λόγο για έναν «νέο Όρμπαν»–, τουλάχιστον για έναν πολιτικό που έχει λάβει δυτική στρατιωτική εκπαίδευση, μοιάζει να αντιλαμβάνεται τα γεωπολιτικά τεκταινόμενα (και τις συνέπειές τους) με κυνικό ρεαλισμό, δείχνει να έχει σαφή επίγνωση των ισορροπιών ισχύος.

Στην Ουγγαρία, η αποδυνάμωση του μέχρι πρότινος κυρίαρχου μοντέλου εξουσίας που είχε εγκαθιδρύσει τα τελευταία 16 χρόνια ο Βίκτωρ Όρμπαν από τον «πατροκτόνο επαναστάτη» (σ.σ. έτσι τον χαρακτήρισε ο Guardian) Πέτερ Μάγιαρ, δεν οδηγεί αυτομάτως σε μια «επιστροφή» στην ευρωπαϊκή κανονικότητα εξ ου και δεν (θα έπρεπε να) δικαιολογεί τις βιαστικές… χαρούλες του Κυριακού Μητσοτάκη. Η νέα πολιτική ηγεσία εμφανίζεται εξίσου απρόβλεπτη, υιοθετώντας ρητορική θεσμικής σύγκρουσης που, αν και στρέφεται κατά του παλαιού καθεστώτος (βλ. πάταξη διαφθοράς, μεταναστευτικό, οικονομία) δεν ταυτίζεται πλήρως με το φιλελεύθερο ευρωπαϊκό πρότυπο.  Οι αιχμηρές τοποθετήσεις σε ζητήματα διεθνούς πολιτικής καταδεικνύουν ότι η νέα εποχή δεν θα είναι απαραίτητα πιο προβλέψιμη.

Δεδομένου, λοιπόν, ότι οι ηγεσίες Μάγιαρ και Ράντεφ που αναδύθηκαν απρόσμενα και με πολλά ντεσιμπέλ σε Ουγγαρία και Βουλγαρία αντίστοιχα κινούνται στρατηγικά και εν πολλοίς συμφεροντολογικά αλλά σίγουρα όχι «ταγμένα» μεταξύ Δύσης και Ανατολής, η Ελλάδα δεν μπορεί και δεν πρέπει να αναγνώσει την εξέλιξη με όρους «φίλων» και «αντιπάλων». Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: πόσο σταθερές και προβλέψιμες θα είναι οι νέες κυβερνήσεις και κατά πόσο θα παραμείνουν ενταγμένες στο δυτικό σύστημα ασφάλειας. Η περίπτωση της Βουλγαρίας είναι ενδεικτική. Παρά τη ρητορική αμφισημία, η διμερής σχέση με την Ελλάδα έχει ήδη αποκτήσει στρατηγικό βάθος, τόσο στον τομέα της ενέργειας όσο και στην άμυνα. Η διασύνδεση των ενεργειακών καναλιών (βλ. αγωγός IGB), η επιχειρησιακή συνεργασία –το παράδειγμα της πρόσφατης αποστολή Patriot είναι ενδεικτικό– και η κοινή συμμετοχή σε ΝΑΤΟϊκές δομές δημιουργούν ένα πλέγμα δεσμεύσεων μεταξύ Αθήνα και Σόφιας που δύσκολα ανατρέπεται από εκλογικούς κύκλους.

Σε κάθε περίπτωση, το συμπέρασμα  που αφορά τη βαλκανική γειτονιά μας αλλά και ευρύτερα είναι σαφές και λέει ότι τα δεδομένα παύουν να θεωρούνται δεδομένα και ότι η ισχύς δεν καθορίζεται από ταμπέλες, αλλά από τη δυνατότητα διαχείρισης σχέσεων και συμφερόντων. Σε αυτό το νέο τοπίο όπου η Ευρώπη αλλάζει… χτες, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια της παθητικής παρατήρησης. Όποιος επενδύει σε πραγματικές διασυνδέσεις, ενεργειακές, αμυντικές, οικονομικές, αποκτά ρόλο. Οι υπόλοιποι περιορίζονται σε… υποκλίσεις και μένουν στο τέλος να ερμηνεύουν εξελίξεις που έχουν διαμορφωθεί για αυτούς χωρίς αυτούς.

 

 

Διαβάστε επίσης

Χρησιμοποιούμε cookies για λόγους στατιστικών & επισκεψιμότητας Συμφωνώ Περισσότερα