
Ελληνο-γαλλική συμφωνία για το καλώδιο: Θα ποντιστεί χωρίς τσαμπουκάδες;
⏭ Ερωτηματικό η στάση των Τούρκων που ως γνωστόν όταν «δίνουν» κάτι, παίρνουν πίσω το 10πλάσιο ⏭ «Τρελό» παιχνίδι ισχύος και συμφερόντων σε Μέση Ανατολή και Ανατολική Μεσόγειο
Μία εβδομάδα τώρα έχουν περισσέψει οι ιαχές της κυβέρνησης Μητσοτάκη για την είσοδο του γαλλικού επενδυτικού ομίλου Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου στον Great Sea Interconnector, δηλαδή στο περιβόητο έργο της υποβρύχιας ηλεκτρικής διασύνδεσης της Ελλάδας με την Κύπρο. Ό,τι όμως λάμπει –και μάλιστα με πολλά… ταρατατζούμ– σπάνια είναι χρυσός.
Του Νίκου Τσαγκατάκη
Για «ξεπάγωμα του έργου», για «ολική επαναφορά του μεγάλου ενεργειακού πρότζεκτ» που έχει και τη σφραγίδα της Ε..Ε., αλλά και για «γαλλική ασπίδα» στους τουρκικές προκλήσεις, έγραψαν στην πλειοψηφία τους και με πηχυαίους τίτλους τα φίλια προς το Μαξίμου ΜΜΕ, αποδελτιώνοντας όλες τις προηγούμενες ημέρες τη συμφωνία της 5ης Αυγούστου. Πρόκειται για την ημέρα που στο πρωθυπουργικό μέγαρο και υπό το βλέμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη έπεσαν οι υπογραφές στη συμφωνία για το επενδυτικό «μπάσιμο» των Γάλλων της Meridiam στην εταιρεία ειδικού σκοπού GSI.
Επισήμως δεν ανακοινώθηκε το ακριβές ποσοστό ούτε το τίμημα, αν συγκλίνουσες πληροφορίες τοποθετούν τη γαλλική συμμετοχή στο 66% και τη συμμετοχή του ΑΔΜΗΕ στο 34%. Ο ΑΔΜΗΕ παραμένει στρατηγικός μέτοχος, διατηρεί την τεχνική «πρωτοκαθεδρία» και θα αναλάβει τη λειτουργία της διασύνδεσης μετά από την ολοκλήρωσή της. Παράλληλα, ΑΔΜΗΕ, GSI και Nexans υπέγραψαν τριμερή συμφωνία για την επιτάχυνση των ερευνών του θαλάσσιου πυθμένα. Πρόκειται για το καθοριστικό στάδιο στο οποίο το έργο είχε εμποδιστεί το καλοκαίρι του 2024 στα νότια της Κάσου και της Καρπάθου από αρματωμένα πλοία του τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού.

Τα παρασύνθημα, εδώ, είναι ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχειρεί να «μετοχοποιήσει» τον γεωπολιτικό κίνδυνο, μετατρέποντας ένα έργο που η Άγκυρα αντιμετώπιζε κυρίως ως ελληνοκυπριακή πρωτοβουλία σε επένδυση με ισχυρή γαλλική και ευρωπαϊκή παρουσία. Μια νέα τουρκική παρεμπόδιση δεν θα θίγει πλέον μόνο την Ελλάδα και την Κύπρο, αλλά κεφάλαια, εταιρείες και στρατηγικά συμφέροντα χώρας με ιδιαίτερο βάρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Σε κάθε περίπτωση, το πού θα κάτσει η μπίλια του έργου δεν θα κριθεί στις τελετές και στις ελληνογαλλικές χαιρετούρες που ανταλλάχτηκαν στο Μαξίμου. Θα κριθεί στη θάλασσα, εκεί δηλαδή που θα ποντιστεί το καλώδιο, με την ελπίδα ότι δεν θα πιεί… θάλασσα η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Το αμυντικό(;) τρίγωνο της Μέκκας
Δύο 24ωρα αργότερα από το… σουαρέ του Μαξίμου και περίπου 2.500 μίλια μακριά από την Αθήνα, υπογραφόταν μία άλλη συμφωνία που έχει λοκαριστεί στα ελληνικά (γεω)πολιτικά ραντάρ. Ο λόγος για τη Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας στο πλαίσιο της οποίας Τουρκία, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν συνομολόγησαν ότι οποιαδήποτε ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη, θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων. Τη συνθήκη φέρουν περί πολλού στην Άγκυρα, με τον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, να συγκρίνει τη ρήτρα αμυντικής συνδρομής με τα αντίστοιχα προβλεπόμενα στο Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ και παράλληλα να προαναγγέλλει υπουργική επιτροπή και μόνιμη γραμματεία στη Σαουδική Αραβία. Αυτό, ωστόσο, είναι το τουρκικό αφήγημα όπως πλασάρεται μπροστά από τα φώτα της δημοσιότητα.

Πίσω από τις λέξεις κρύβεται κάτι μεγαλύτερο που είναι το γεγονός ότι το deal της Μέκκας συνδέει την οικονομική και ενεργειακή ισχύ της Σαουδικής Αραβίας, με τις στρατιωτικές και βιομηχανικές δυνατότητες της Τουρκίας, καθώς και τη στρατηγική βαρύτητα ενός πυρηνικά εξοπλισμένου Πακιστάν. Κι αν για την Αθήνα κείτονται μακράν η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν, μόνο αδιάφορα δεν μπορεί να παρακολουθεί τη γείτονα Τουρκία να αναβαθμίζεται σε ρόλο περιφερειακού παρόχου ασφάλειας και επίδοξου οργανωτή ενός νέου σουνιτικού πόλου με μικρότερη εξάρτηση από την Ουάσιγκτον. Οι αντιθέσεις των τριγώνων Ελλάδα-Κύπρος-Γαλλία και Τουρκία–Σ. Αραβία–Πακιστάν είναι ευδιάκριτες αλλά παράλληλα και… μελαγχολικές, δεδομένου ότι την ώρα που το καθεστώς Ερντογάν οικοδομεί εθνικό στρατηγικό βάθος αναλαμβάνοντας τον ρόλο του εγγυητή, η κυβέρνηση Μητσοτάκη αναζητεί… εγγυητές για να ασκήσει δικαιώματα στη θάλασσα που είναι δικά της.
Σχοινοβασία στον κατευνασμό
Μέσα σε αυτή τη γεωπολιτική δίνη της ευρύτερης γειτονιάς μας, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι το καλώδιο παύει να είναι απλώς μία ενεργειακή υποδομή που θα διασυνδέσει ενεργειακά την Ευρώπη, την Ελλάδα, την Κύπρο και μελλοντικά το Ισραήλ. Θα γίνει θέλοντας και μη για το Μαξίμου ο καθρέφτης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στον οποίο τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα ελληνοτουρκικά αντανακλάται παγιωμένα πια το δόγμα του κατευνασμού και των «ήρεμων νερών». Από αυτή τη σκοπιά, ούτε η γαλλική επένδυση, ούτε το ισραηλινό ενδιαφέρον απαλλάσσουν την Ελλάδα από την ευθύνη να πράξει τα δέοντα στο πεδίο αν και εφόσον η Τουρκία δείξει για άλλη μία φορά τα δόντια της. Κι επειδή η προϊστορία δεν δικαιολογεί αισιόδοξες προβλέψεις, τα δύσκολα ερωτήματα για την ελληνική διπλωματία προκύπτουν χωρίς περιστροφές και είναι συγκεκριμένα:
>> Αν τουρκικά πολεμικά επιχειρήσουν ξανά να παρεμποδίσουν τις έρευνες, θα βρουν απέναντί τους γαλλική ναυτική παρουσία ή μόνο τη διπλωματική δυσαρέσκεια του Παρισιού; Θυμίζεται ότι η Meridiam είναι ιδιωτικός επενδυτικός όμιλος, πράγμα που σημαίνει ότι η γαλλική σημαία στο μετοχολόγιο του GSI δεν πρόκειται θα μετατρέπεται αυτομάτως σε γαλλική φρεγάτα κάθε φορά που οι Τούρκοι θα βγαίνουν να παρεμποδίζουν τις υποθαλάσσιες έρευνες. Επομένως, η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει ποια ακριβώς πολιτική και επιχειρησιακή εγγύηση συνοδεύει τη γαλλική επένδυση, αν βεβαίως συνοδεύεται από κάποια.
>> Αν για την επανέναρξη των ερευνών απαιτηθεί «συνεννόηση των εμπλεκόμενων μερών», ποιος θα συνεννοηθεί με ποιον και πάνω σε ποια νομική βάση; Θα ζητήσει λ.χ. η γαλλική πλευρά διαβεβαιώσεις από την Τουρκία; Θα τις ζητήσει η Αθήνα; Ή θα ενημερωθεί απλώς η Άγκυρα για δραστηριότητα που, κατά την ελληνική θέση, ασκείται νομίμως; Κι αν συμβεί το τελευταίο, δεν θα έχει απονεμηθεί de facto στην Άγκυρα ο ρόλος του συνδιαχειριστή;
Για το τέλος ας κρατήσουμε κατά νου και το δεδομένο μιας «εκκρεμότητας» που αφήνει εμμέσως πλην σαφώς ανοιχτή η κυπριακή. Πιο συγκεκριμένα, η Λευκωσία χαιρέτισε την είσοδο της Meridiam στο έργο του GSI ως ψήφο εμπιστοσύνης, ωστόσο ο υπουργός Ενέργειας της μεγαλονήσου, Μιχάλης Δαμιανός, ξεκαθάρισε ότι η απόφαση για τυχόν συμμετοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ειδικού σκοπού θα ληφθεί μετά το due diligence της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, το οποίο αναμένεται πριν από το τέλος του 2026 και θα επηρεάσει την εκτίμηση για το τελικό κόστος και τη βιωσιμότητα. Συνεπώς, η γαλλική επενδυτική εμπλοκή στο πρότζεκτ της υποβρύχιας ηλεκτρικής διασύνδεσης είναι μεν μια σοβαρή επανεκκίνηση, δεν είναι όμως και… πιστοποιητικό ότι λύθηκαν όλες οι χρηματοδοτικές, ρυθμιστικές και γεωπολιτικές δυσκολίες.
Οι «γκρίζες ζώνες» επέστρεψαν μέσω του τουρισμού
Την ώρα που οι εξελίξεις τρέχουν προς πάσα κατεύθυνση, η Τουρκία δεν αφήνει τίποτα να πέσει κάτω και εκμεταλλεύεται κάθε μικρή ή μεγάλη ευκαιρία προκειμένου να κρατάει ζωντανές τις αναθεωρητικές απαιτήσεις έναντι των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Σε αυτή την πάγια στρατηγική εντάσσεται και η αντίδραση της κυβέρνησης Ερντογάν στο νέο ελληνικό Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό. Πριν από περίπου μία εβδομάδα το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών υποστήριξε ότι το πλαίσιο δεν παράγει νομικά αποτελέσματα για την Τουρκία και αναφέρθηκε σε «γεωγραφικούς σχηματισμούς» των οποίων η κυριαρχία, κατά την τουρκική θέση, δεν έχει παραχωρηθεί στην Ελλάδα με διεθνείς συνθήκες. Το τουρκικό αφήγημα δεν είναι καινούργιο και αφορά τη γνωστή ανυπόστατη θεωρία των «γκρίζων ζωνών», με τους εξ ανατολών γείτονες να αξιοποιούν κάθε διοικητική, ενεργειακή ή περιβαλλοντική πράξη της Ελλάδας στο Αιγαίο στοχεύοντας –τι άλλο;– στην επαναφορά μιας πολύ ευρύτερης ατζέντας διαφορών με τη χώρα μας από τη μία και μόνη που αναγνωρίζει η Αθήνα, δηλαδή την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Είναι κι αυτό το γεγονός ακόμη μία απόδειξη ότι η «διπλωματία των υποκλίσεων» και των «ήρεμων νερών» αντί να κατευνάσουν ταΐζουν την τουρκική επεκτατική όρεξη.
Το Ισραήλ ξαναβλέπει τον «ελληνικό άξονα»
Στον… πληθωρισμό των γεωπολιτικών τριγώνων πρέπει να προστεθεί και ο παράγοντας Ισραήλ που φέρεται να σχεδιάζει «αντίποινα». Πιο συγκεκριμένα, ο δημοφιλέστερος ενημερωτικός ιστότοπος του Ισραήλ, το Ynet, μετέδωσε στις αρχές της εβδομάδας επικαλούμενο ανώτατο Ισραηλινό αξιωματούχο ότι η Ιερουσαλήμ θεωρεί ότι η συμφωνία της Μέκκας στρέφεται δυνητικά εναντίον της χώρας κι ότι υπό αυτό το πρίσμα το Ισραήλ χρειάζεται «εναλλακτικές συμμαχίες», με πρώτη επιλογή τον ελλαδικό «άξονα» Ελλάδας-Κύπρου και παράλληλη εμβάθυνση των δεσμών του Ισραήλ με την Ινδία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Στην ίδια κατεύθυνση, ανάλυση της Jerusalem Post εκτιμά ότι η νέα τριμερής θα επιταχύνει τη στρατηγική σύγκλιση Ισραήλ-Ινδίας και θα ενισχύσει τις σχέσεις του Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κύπρο, επειδή Αθήνα, Λευκωσία και Ιερουσαλήμ αντιμετωπίζουν ως κοινή πρόκληση τη διεύρυνση του τουρκικού αποτυπώματος στην Ανατολική Μεσόγειο.
Επίσημες τοποθετήσεις που να επιβεβαιώνουν ή να διαψεύδουν τα παραπάνω δεν υπάρχουν, είναι όμως βέβαιο ότι η συμφωνία της Μέκκας λειτουργεί ως επιταχυντής μιας στρατηγικής που ήδη ωριμάζει. Σε αυτό, δε, το πλαίσιο το έργο GSI αποκτά διπλή χρησιμότητα, δεδομένου ότι εφόσον όλος ο σχεδιασμός «τρέξει» χωρίς (τουρκικά) απρόοπτα, το πρότζεκτ θα καταστεί ενεργειακή δίοδος προς την Ευρώπη, αλλά και χειροπιαστός δεσμός της τριμερούς Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ μιας και η μελλοντική επέκταση της σύνδεσης σε Κύπρο και Ισραήλ μετατρέπει το καλώδιο από εθνικό έργο υποδομής σε τμήμα μιας περιφερειακής στρατηγικής αρχιτεκτονικής. Συμπέρασμα; Το Ισραήλ έχει λόγο όχι μόνο να στηρίζει πολιτικά το εγχείρημα, αλλά και να συμμετάσχει ουσιαστικότερα στην ασφάλεια και την υλοποίησή του.

Σε μηνιαίο «λογαριασμό» μπήκαν οι Patriot
Για την Ελλάδα, το σαουδαραβικό σκέλος της Αμυντικής Συμφωνίας της Μέκκας δεν είναι θεωρητικό. Από τον Σεπτέμβριο του 2021, ελληνική πυροβολαρχία Patriot και στρατιωτικό προσωπικό βρίσκονται στη Γιανμπού, προστατεύοντας κρίσιμες εγκαταστάσεις και τον δυτικό ενεργειακό διάδρομο της Σαουδικής Αραβίας. Σημειώνεται ότι τον περασμένο Μάρτιο η ελληνική πυροβολαρχία αναχαίτισε δύο ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους που κατευθύνονταν προς πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, γεγονός που καθιστά την ελληνική συνεισφορά πραγματική και επιχειρησιακά κρίσιμη.

Τι αλλάζει τώρα; Η Ελλάδα εγκατέλειψε το καθεστώς της ετήσιας παράτασης και πέρασε τη συνέχιση της αποστολής των Patriot σε μηνιαία επανεξέταση. Σύμφωνα με πληροφορίες από το υπουργείο Άμυνας, η σχετική εισήγηση είχε γίνει από τον Μάρτιο, όμως η εφαρμογή της αποκτά προφανή πολιτική βαρύτητα μετά τη συμφωνία Ριάντ-Άγκυρας-Ισλαμαμπάντ.
Η Ελλάδα δεν αποσύρει αυτομάτως τους Patriot, αλλά διατηρεί πλέον ανοικτή και θεσμοποιημένη τη δυνατότητα να επανεκτιμά κάθε μήνα αν η παρουσία τους εξακολουθεί να υπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα. Είναι μια πρώτη, έστω διστακτική, παραδοχή ότι η ασφάλεια που προσφέρει η Ελλάδα δεν μπορεί να λειτουργεί σαν πάγια εντολή χωρίς ως πολιτικός λογαριασμός με… προαπαιτούμενα!