ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ: Οι… δυόμισι λύσεις της Αθήνας

Διατήρηση του διαλόγου, ενίσχυσης αποτρεπτικής ισχύος και (κάποια) συμπαράσταση από τον διεθνή παράγοντα θα προστατεύσουν την Ελλάδα από το ενδεχόμενο να καθίσει σε επώδυνο τραπέζι διαπραγματεύσεων

Ακόμη και την στερεοτυπική προκλητικότητά της ξεπέρασε η Άγκυρα αφού η συμφωνία της με τη Λιβύη «εξαφανίζει» την ΑΟΖ της Κρήτης! Το πρόβλημα είναι ότι το επίσης στερεοτυπικό και κοινότυπο «συμφωνήσαμε ότι διαφωνούμε»  που εκστόμισαν οι δύο αντιπροσωπίες που συναντήθηκαν την Τετάρτη στο Λονδίνο δεν δίνει, όπως πιστεύουν κάποιοι ανάσα στην Αθήνα που είναι αναγκασμένη να «χορέψει» με τις ασκήσεις πανικού και πυκνής ομίχλης που επιδιώκουν οι γείτονες

Του Νίκου Τσαγκατάκη

Στο σενάριο της κινηματογραφικής ταινίας του Κώστα Γαβρά «Αμήν» υπάρχει μία ατάκα που περιγράφει την πραγματικότητα της ζωής, διαχωρίζοντάς την σε δύο κατηγορίες: σε αυτήν που θα θέλαμε να ζούμε και σε αυτήν που όντως υφίσταται. Το ηθικοπλαστικό αλλά απολύτως ρεαλιστικό δίδαγμα είναι ότι πάντοτε καλούμαστε να διαχειριστούμε την δεύτερη εκδοχή κι αυτό είναι που στην περίπτωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων έχει φέρει στο… αμήν την κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Στα πρόσωπα και τον δημόσιο λόγο σχεδόν της πλειονότητας των διπλωματικών αναλυτών και διεθνολόγων που ασχολούνται με το ζήτημα της τελευταίας κρίσης στα ελληνοτουρκικά, αποτυπώνεται το μέγεθος της ανησυχίας για την αναβάθμιση της τουρκικής προκλητικότητας που έχει μπει στην ατραπό της ευθείας αμφισβήτησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας. Και η ανησυχία δεν έχει να κάνει με αυτή καθ’ αυτή τη συμφωνία Τουρκίας – Λιβύης, αλλά με το πώς αυτό το διακρατικό deal μπορεί να λειτουργήσει ως όχημα ακόμη μίας γκριζοποίησης –μετά τα Ίμια– εθνικού ελληνικού χώρου.

Κάτι περισσότερο από μνημόνιο

Στα τυπικό κομμάτι της συμφωνίας ακόμη και οι ίδιοι οι Τούρκοι ξέρουν ότι το μνημόνιο που υπέγραψαν με τον πολιτικά αδύναμο φύλαρχο της Λιβυής, Σεζερ, για οριοθέτηση θαλάσσιων δικαιοδοσιών στην Ανατολική Μεσόγειο, δηλαδή για οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας – ΑΟΖ, δεν παράγει νομικά αποτελέσματα ούτε έχει βάσιμα ερείσματα στους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου. Το απέδειξε εξάλλου το γεγονός ότι ενώ το επίδικο μνημόνιο κατανόησης Λιβύης-Τουρκίας υπερψηφίστηκε από την τουρκική Εθνοσυνέλευση, η Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης (σ.σ. ο πρόεδρός της Αγκίλα Σάλεχ Ίσα Γκουαϊντέρ έρχεται για επίσημη επίσκεψη στην  Ελλάδα την Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου) έπραξε ακριβώς το αντίθετο: το καταψήφισε ως επικίνδυνο για τα συμφέροντα της χώρας.

Ωστόσο στην περίπτωσή μας, οι (παρ)άτυποι παρασκηνιακοί σχεδιασμοί είναι αυτοί που μπορούν να προκαλέσουν στην Ελλάδα τα περισσότερα προβλήματα. Καταρχάς θα πρέπει να σημειωθεί το επίδικο μνημόνιο κατανόησης που υπερψηφίστηκε στην Άγκυρα και με βάση τα όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας από διαρροές τουρκικών ΜΜΕ (σ.σ. με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει σε επίπεδο εγκυρότητας) δεν μοιάζει να είναι και τόσο αθώο κείμενο. Συγκεκριμένα η κυβέρνηση Ερντογάν και η κυβέρνηση Σαράτζ δεσμεύονται μέσω της συμφωνίας σε συνεκμετάλλευση τυχόν υποθαλάσσιων κοιτασμάτων εντοπισθούν να εκτείνονται στις θαλάσσιες δικαιοδοσίες τους, όπως αυτές τις οριοθετούν, ενώ καθείς από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την ευθύνη να διαβουλευθεί με το άλλο σε περίπτωση οριοθέτησης των θαλασσίων δικαιοδοσιών του με τρίτους (λ.χ. η Λιβύη με την Αίγυπτο ή την Ελλάδα). Από τη στιγμή που θα τεθούν σε ισχύ, τα συμφωνηθέντα θα κατατεθούν στη Γραμματεία του ΟΗΕ.

Η αλήθεια είναι ότι το όριο των δύο φερόμενων δικαιοδοσιών έχει μικρή έκταση, η οποία όμως θα μπορούσε να χαρτογραφηθεί μόνο με μία «επικίνδυνη» προϋπόθεση: να υιοθετηθεί η θέση της Τουρκίας ότι τα νησιά, συμπεριλαμβανομένης εν προκειμένω και της Κρήτης, έχουν δικαίωμα μόνο σε χωρικά ύδατα και όχι στην υφαλοκρηπίδα ή την ΑΟΖ. Όταν λοιπόν η Άγκυρα επικαλείται την καθιερωμένη αρχή της «μέσης γραμμής» την ερμηνεύει με αναφορά στα ηπειρωτικά εδάφη.

Οι ελληνικές επιλογές

Έστω κι έτσι η επικινδυνότητα για τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα δεν εντοπίζεται στο τι γράφει ένα διακρατικό κείμενο αποτυπωμένο σε ένα χαρτί που εν τέλει μπορεί να συναγωνίζεται σε εγκυρότητα τα ομόλογα του Αρτέμη Σώρρα και τη επιταγή από την Τράπεζα της Ανατολής με το οποίο θα ξεπληρώναμε το δημόσιο χρέος της Ελλάδας και θα μας έμεναν και… ρέστα.

Το διόλου ανεκδοτολογικό ζήτημα είναι το πώς θα αντιδράσει η Ελλάδα αν για παράδειγμα μία ωραία πρωία οι Λίβυοι καλέσουν στο πλαίσιο της συμφωνίας τους με την Άγκυρα το «Μπαρμπαρός» για έρευνα στην θαλάσσια περιοχή που έχει σβήσει από τον χάρτη την Κρήτη. Το ρητορικό ερώτημα είναι προφανές ότι στριφογυρνάει επίμονα στο μυαλό της ελληνικής κυβέρνησης που νιώθει τη μοναξιά και το ρίσκο του σχοινοβάτη: Τι θα πράξει η Αθήνα σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο; Αν στο Μέγαρο Μαξίμου καταφύγουν στις διδαχές του ιδρυτή της παράταξής τους Κωνσταντίνου Καραμανλή, θα θυμηθούν  ότι ο Εθνάρχης συνήθιζε να λέει ότι τέτοιου είδους διαφορές επιλύονται είτε με διάλογο είτε με διαιτησία είτε με πόλεμο!

Αν θεωρήσουμε ότι το χαρτί του πολέμου δεν είναι διατεθειμένη να το παίξει καμιά πλευρά, στη κυβέρνηση Μητσοτάκη μένουν… δυόμιση επιλογές. Εν προκειμένω ο διάλογος, η διαιτησία και ολίγη από διπλωματικές πιέσεις που μπορεί να ασκηθούν στον αδύναμο κρίκο του νεότευκτου τριγώνου που είναι η Λιβύη.

Ο διάλογος είναι απολύτως προφανές γιατί πρέπει να διατηρηθεί ζωντανός, έστω κι αν πρόκειται για παράλληλους μονολόγους ή για στιχομυθίες κωφών. Διότι ανεξαρτήτως συνθηκών είναι ο τρόπος να ανοίγει το καπάκι της χύτρας και να δραπετεύει ο ατμός που εγκλωβισμένος θα προκαλούσε την έκρηξη με απρόβλεπτες συνέπειες. Αυτός είναι και ο λόγος που όλες οι πολιτικές δυνάμεις επιδοκίμασαν την απόφαση Μητσοτάκη να συναντηθεί με το Ερντογάν στο Λονδίνο και να βάλει τα ζητήματα στο τραπέζι, έστω κι αν όλοι ήξεραν ότι δεν επρόκειτο να προκύψει κάποιο θεαματικά θετικό αποτέλεσμα.

Η ημίσεια επιλογή αφορά την κινητοποίηση των συμμάχων που θα μπορούσαν να ασκήσουν πιέσεις στους άτακτους γείτονες. Όσο κι αν βρυχάται ο Ταγίπ Ερντογάν ότι η συμφωνία με τη Λιβύη είναι νόμιμη και «εκτοξεύουν ηλιθιότητες» όσοι ισχυρίζονται το αντίθετο, οι διπλωματικές πιέσεις είτε του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν ότι η Τουρκία οφείλει να σέβεται τα κυριαρχικά δικαιώματα των μελών του ΝΑΤΟ, είτε του Αμερικανού πρέσβη Τζέφρι Πάιατ ο οποίος χαρακτήρισε «προκλητικό» και πηγή έντασης, δεν είναι άνευ αποτελέσματος έστω και έμμεσου.

Αφήσαμε τελευταία την επιλογή της διαιτησίας διότι είναι αυτή που επιδιώκει διακαώς η Άγκυρα  και πρέπει πάσει θυσία να αποφύγει η Αθήνα. Μία ανεξέλεγκτη κλιμάκωση της έντασης μεταξύ των δύο χωρών, σε συνδυασμό με την πολυεπίπεδη πίεση που ασκεί η Τουρκία στην Ελλάδα μέσω των προσφυγικών-μεταναστευτικών ροών, θα προκαλέσει μοιραία μίας στρατιωτική αντιπαράθεση τύπου Ιμίων. Η αποτροπή αυτού του ενδεχόμενου απαιτεί όπως λένε οι γνώστες της διεθνούς διπλωματίας με ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας, με αναβάθμιση των οικονομικών συμμαχιών που έχει συνάψει η Ελλάδα στην περιοχή και σε συνεργασίες στρατιωτικού επιπέδου. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα είμαστε μόνοι μας εκεί έξω , όπως επιμένει όχι άδικα να προειδοποιεί ο πρώην υπουργός Άμυνας, Ευάγγελος Αποστολάκης. Ή για να είμαστε ακριβέστεροι θα είμαστε από την πλευρά εμείς, από την άλλη οι Τούρκοι και στη μέση ένα τραπέζι διαπραγματεύσεων στο οποίο θα τεθούν δίχως όρους όλα τα ζητήματα. Πιθανόν ακόμη και αυτά που σήμερα θεωρούμε αδιαπραγμάτευτα όπως η συνεκμετάλλευση του Αιγαίου.

Οι αισιόδοξοι λένε ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί. Οι απαισιόδοξοι, πάλι, θυμίσουν τη νύχτα των Ιμίων, το σφύριγμα του επιδιαιτητή «No ships, no troops, no flags» και την ελληνική σημαία που την πήρε ο αέρας…

 

 

Διαβάστε επίσης