
Ενεργοποιούν την προπαγάνδα ως αντίδοτο στην δυσαρέσκεια
Από τα μέσα Φεβρουαρίου ξεκίνησε η… διαφήμιση της νέας αύξησης του κατώτατου μισθού από το ίδιο τον Κυριάκο Μητσοτάκη που μοιάζει αγχωμένος
Η βιασύνη του πρωθυπουργού, αλλά και των συνεργατών του να προαναγγείλουν διάφορες παρεμβάσεις για φιλολαϊκά μέτρα αναδεικνύουν επί της ουσίας ότι στην προεκλογική περίοδο, στην οποία έχουμε ήδη εισέλθει θα ισχύσει η ατάκα «δώσε και σε μένα μπάρμπα», προκειμένου να ανασχεθεί η λαϊκή δυσαρέσκεια για την ακρίβεια.
Του Μιχάλη Κωτσάκου
Από την 1η Απριλίου, όπως είναι γνωστό θα υπάρξει η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού, αλλά να το προαναγγείλει ο ίδιος ο πρωθυπουργός, όπως έκανε τις προηγούμενες ημέρες καταδεικνύει την αγωνία του πρωθυπουργού να ξεπεράσει τον σκόπελο της ακρίβειας, η οποία και θολώνει το αφήγημα της ισχυρής οικονομίας και των χαμογελαστών πολιτών που νιώθουν την ανάπτυξη στην τσέπη.
Η πραγματικότητα, όμως είναι εντελώς διαφορετική. Μία γρήγορη «βόλτα» να κάνεις στις πρωινές τηλεοπτικές θα διαπιστώσεις ότι ελάχιστοι είναι οι χαρούμενοι από την ανάπτυξη που ευαγγελίζεται η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Τουναντίον διαμαρτύρονται με κάθε ευκαιρία για τις αλλεπάλληλες αυξήσεις στις τιμές των βασικών προϊόντων σε σούπερ μάρκετ, λαϊκές αγορές, κρεοπωλεία. Γκρινιάζουν για τις τιμές της ενέργειας. Και φυσικά βγαίνουν από τα ρούχα τους με τα ενοίκια, που πλέον κινούνται εκτός πραγματικότητας.

Η κυβέρνηση και προσωπικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης ξεκίνησε από την τελευταία εβδομάδα του Φεβρουαρίου να προπαγανδίζει τη νέα αύξηση του κατώτατου μισθού, η οποία με βάση του νόμου θα ισχύσει από την 1η Απριλίου. Και βέβαια να επισημανθεί ότι ακόμη δεν έχει αποφασιστεί το ύψος του κατώτατου μισθού. Αλλά όλα δείχνουν ότι θα κλειδώσει στα 930 ευρώ από 880 ευρώ που είναι σήμερα, δηλαδή αύξηση περίπου 5,5%, ενώ εξετάζεται η δυνατότητα να αυξηθεί κατά 20 ευρώ επιπλέον, προκειμένου να φτάσει στα 950 ευρώ. Και αυτό, διότι ο κ. Μητσοτάκης έχει δεσμευτεί ότι στη λήξη της τετραετίας, δηλαδή την άνοιξη του 2027, ο μέσος μισθός θα φτάσει στα 1.500 ευρώ. Και για να γίνει αυτό, ο κατώτατος μισθός θα πρέπει να αγγίξει τα 1.000 ευρώ.
Εδώ, όμως θα πρέπει να τονιστεί κάτι πολύ σημαντικό ότι η πλειοψηφία των μεσαίων και μικρών επιχειρήσεων αποφεύγουν να δώσουν όλη την αύξηση, όπως την αποφασίζει η κυβέρνηση και χρησιμοποιούν το τρυκ των λιγότερων ωρών. Δηλαδή δηλώνονται οι εργαζόμενοι για εξάωρα, ή πεντάωρα, αλλά δουλεύουν κανονικό οκτάωρο με κάποιες επιπλέον παροχές, οι οποίες όμως δεν φτάνουν στο ύψος του κατώτατου μισθού.
Δεν αρκεί η αύξηση
Πάντως στο Μαξίμου ξεπερνούν αυτή την πραγματικότητα της αγοράς. Τουναντίον προσπαθούν να περάσουν το μήνυμα ότι οι αυξήσεις στο εισόδημα είναι η μόνη «χειροπιαστή» απάντηση στην ακρίβεια, η οποία αποτελεί τη βασική πηγή της απογοήτευσης των πολιτών από τα κυβερνητικά πεπραγμένα. Αν βέβαια γίνει η ανάλυση, αυτή η αύξηση των 50 ή 70 ευρώ (πάντα για μικτές απολαβές μιλάμε) δεν αρκούν ώστε να αντιμετωπιστεί το τεράστιο κόστος ζωής.
Στην κυβέρνηση έχουν πάρει το μήνυμα, ότι η βελτίωση των δημοσκοπικών ποσοστών της Ν.Δ. είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη βελτίωση των οικονομικών των νοικοκυριών, τα οποία «ροκανίζει» ο πληθωρισμός και οι υψηλές τιμές στο ράφι των σούπερ μάρκετ, στην ενέργεια, τα ενοίκια κα. Παράλληλα με τις πρωτοβουλίες στήριξης των εισοδημάτων, οι συνεργάτες του πρωθυπουργού φέρνουν σε κάθε ευκαιρία τη λεγόμενη θετική ατζέντα σε πρώτο πλάνο, με την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, ευρύτερων αλλά και τοπικών έργων με κοινωνικό αποτύπωμα κα, προκειμένου, σε έναν χρόνο από σήμερα, να μπορεί η κυβέρνηση να επενδύσει στο μότο «το είπαμε, το κάναμε πράξη». Με τον χρόνο να μετράει αντίστροφα και τις ευκαιρίες για βελτιωτικές κινήσεις να λιγοστεύουν, στο κυβερνητικό επιτελείο αναδεικνύουν το αφήγημα της συνεχούς ενίσχυσης του εισοδήματος των πολιτών και ταυτόχρονα επιδιώκουν να πολώσουν το πολιτικό κλίμα, με σκληρά διλήμματα για σταθερότητα ή νέες περιπέτειες.
Η εκλογική στρατηγική
Με φόντο το ενδεχόμενο πολιτικής αστάθειας, το εκλογικό αφήγημα της Νέας Δημοκρατίας συγκροτείται γύρω από ένα κεντρικό άξονα. «Στη Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα», αλλά η χώρα χρειάζεται καθαρή λύση. Η Ν.Δ. θα επιδιώξει εκ νέου την αυτοδυναμία», όπως έχει δηλώσει ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Και προβάλλεται ως επιχείρημα όχι μόνο την ανάγκη κυβερνητικής σταθερότητας, αλλά και τη συνέχιση μιας πορείας που, σύμφωνα με το Μαξίμου, έχει ήδη αποδώσει μετρήσιμα αποτελέσματα.
Η αναφορά στις 600.000 νέες θέσεις εργασίας, στις μειώσεις φόρων και στη βελτίωση βασικών οικονομικών δεικτών αποτελεί τον πυρήνα του κυβερνητικού αφηγήματος. Ανώτατα κυβερνητικά στελέχη – ειδικά με αυτό το κλίμα πόλωσης που εντείνεται – επιμένουν ότι η σύγκριση με τα άλλα κόμματα δεν γίνεται με υποσχέσεις, αλλά με απτά δεδομένα. Σε αντίθεση, όπως λένε, με την αντιπολίτευση που επενδύει σε ανέξοδες εξαγγελίες, η Ν.Δ. προτάσσει τον απολογισμό των πεπραγμένων της και όσων θα συνεχίσει να παράγει και ένα συγκεκριμένο σχέδιο για την επόμενη τετραετία.
Το ιδεολογικό στίγμα
Ενόψει του Συνεδρίου της Ν.Δ. η συζήτηση για το κατά πόσο η κυβέρνηση υπήρξε συνεπής στο ιδεολογικό της στίγμα έχει ανοίξει. Η απάντηση που δίνεται από το κυβερνητικό στρατόπεδο είναι κατηγορηματική και οι συνεργάτες του κ. Μητσοτάκη ισχυρίζονται ότι «δεν υπήρξε άλλη κυβέρνηση της Ν.Δ. που να ήταν τόσο πιστή στο DNA της παράταξης». Βέβαια αυτοί που τα ισχυρίζονται μάλλον δεν έχουν περάσει από αλκοτέστ. Διότι όχι μόνο οι ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και των άλλων κομμάτων παραδέχονται ότι η Ν.Δ του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν έχει καμία σχέση με την Κεντροδεξιά παράταξη. Και κάθε άλλο παρά έχει μείνει πιστή στις αρχές της παράταξης.
Η Νέα Δημοκρατία δηλώνει ότι στόχος της είναι η αυτοδυναμία, θεωρώντας την ως τη μόνη επιλογή που διασφαλίζει όχι μόνο σταθερότητα αλλά και ουσιαστική πρόοδο. Παράλληλα, απορρίπτει σενάρια συνεργασίας με κόμματα πιο δεξιά από τη Ν.Δ., ενώ εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι στο σημερινό ΠΑΣΟΚ.
Το μήνυμα που εκπέμπεται από το Μέγαρο Μαξίμου είναι σαφές. Οι εκλογές δεν είναι πολλαπλοί γύροι διαπραγμάτευσης, αλλά μια κρίσιμη απόφαση για την κατεύθυνση της χώρας. Η τελική επιλογή, όπως επαναλαμβάνεται, ανήκει στους πολίτες. Και η Ν.Δ. επενδύει στο δίλημμα «σταθερότητα με απολογισμό ή αβεβαιότητα με υποσχέσεις» ως τον κεντρικό άξονα της μάχης της επόμενης ημέρας.


