Επενδυτικό παράδειγμα προς αποφυγή η Ελλάδα

Εννέα φόρες περισσότερος χρόνος από την Ιρλανδία απαιτείται στην Ελλάδα για την επίλυση μιας πτώχευσης – Διασώζεται μόλις το 33,2% της αξίας μιας επιχείρησης

Μπορεί η Κυβέρνηση να επιχαίρει στο εσωτερικό για την έξοδο στις αγορές και την ανάπτυξη (που όλο έρχεται κι όλο στον δρόμο είναι), ωστόσο η αλήθεια είναι αμείλικτη, αποδεικνύεται, με αριθμούς και μιλά και ξένες… γλώσσες! Στα αγγλικά άλλωστε απευθύνθηκε λίγες ημέρες πριν στους συνέδρους του Ευρωπαϊκού Συνεδρίου του Μονάχου η γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Κριστίν Λαγκάρντ, μνημονεύοντας τη χώρα μας ως παράδειγμα προς αποφυγή για προορισμό επενδυτικών κεφαλαίων.

Του Νίκου Τσαγκατάκη

Στην κεντρική ομιλία της με θέμα την ανάγκη σύγκλισης των οικονομιών της Ευρώπης, η «σιδηρά» Γαλλίδα αναφέρθηκε εκτεταμένα στην περίπτωση της Ελλάδας στην προσπάθειά της να τονίσει το πόσο απαραίτητη είναι η βελτίωση των εθνικών πτωχευτικών διαδικασιών και πόσο μεγάλες είναι ακόμα και σήμερα οι αποκλίσεις μεταξύ των χωρών της ίδιας οικονομικής δυναμικής. Όπως υπογράμμισε, «ένα μεγάλο εμπόδιο στις επενδύσεις, ιδιαίτερα στις διασυνοριακές επενδύσεις, είναι το κόστος σε χρόνο και χρήμα της διαδικασίας πτώχευσης μιας επιχείρησης. Τα στάνταρ έχουν μεγάλες αποκλίσεις σήμερα στην Ευρώπη. Για την επίλυση μιας πτώχευσης χρειάζεται στην Ελλάδα εννέα φορές περισσότερος χρόνος από την Ιρλανδία, για παράδειγμα. Ο εκσυγχρονισμός και η εναρμόνιση των καθεστώτων αφερεγγυότητας θα βοηθήσει στην αύξηση των επενδύσεων και στη δημιουργία θέσεων εργασίας».

Η τοποθέτηση της γενικής διευθύντριας του ΔΝΤ βασίστηκε στην έκθεση «Doing Business 2019» της Παγκόσμιας Τράπεζας, όπου τα στοιχεία που περιλαμβάνονται για τη διαδικασία επίλυσης χρεοκοπίας είναι εξαιρετικά αποθαρρυντικά για τη χώρα μας, καθώς φαίνεται ότι ούτε τα μνημονιακά μέτρα για την επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης έπιασαν τόπο, αλλά ούτε οι νομοθετικές παρεμβάσεις για τη βελτίωση του θεσμικού πλαισίου των πτωχεύσεων απέδωσαν.

Οριακά πάω από τη βάση

Στην έκθεση αυτή η Ελλάδα λαμβάνει την 62η θέση παγκοσμίως ως προς την επίλυση πτωχεύσεων, ξεπερνώντας οριακά τη βάση με βαθμολογία 55,39 στα 100. Στον αντίποδα άλλες ταλαιπωρημένες οικονομίες του νότου, όπως η Ιρλανδία και η Ιταλία, που κατατάχθηκαν στη 18η και 22η θέση αντίστοιχα, καθώς έλαβαν βαθμολογίες κοντά στο 80 στα 100.

Η χρονική διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας της πτώχευσης στην Ελλάδα είναι 9πλάσια στην Ελλάδα σε σχέση με την Ιρλανδία (3,5 χρόνια έναντι 0,4) και διπλάσια, σε σχέση με την Ιταλία (1,8 χρόνια). Αν υπολογίσουμε ότι το κόστος της πτωχευτικής διαδικασίας στην Ελλάδα δεν είναι ιδιαίτερα υψηλό (9% της αξίας της επιχείρησης), το γεγονός ότι με το πέρας της διασώζεται μόνο το 33,2% της αξίας της πτωχευμένης επιχείρησης δημιουργεί ερωτηματικά, καθώς στην Ιρλανδία διασώζεται το 86% και στην Ιταλία 65,2% της πτωχευτικής περιουσίας.

Σύμφωνα με την έρευνα, το βασικότερο πρόβλημα στην Ελλάδα είναι οι αργές και μη αποτελεσματικές δικαστικές διαδικασίες, καθώς το θεσμικό πλαίσιο υπάρχει και μάλιστα οι τρεις υπό σύγκριση χώρες λαμβάνουν σχετικά ίδιες βαθμολογίες στον τομέα αυτό: 10,5 η Ιρλανδία, 12 η Ελλάδα και 13 η Ιταλία.

Μια ελάχιστη αναβάθμιση κατά 4% και 7% αντίστοιχα στο διάστημα 2012-2018 μας αναγνωρίστηκε από τους διεθνείς δείκτες ανταγωνιστικότητας WEF Global Competitiveness και WB Doing Business, ωστόσο το θεσμικό έλλειμμά μας έναντι της υπόλοιπης Ευρώπης παραμένει μεγάλο, με συνέπεια να κρίνεται αναγκαιότητα υψίστης σημασίας η νομική και δικαστική μεταρρύθμιση καίριων τομέων, όπως οι πτωχεύσεις. Άλλωστε, αποτελεί κρίσιμο στοιχείο στην επενδυτική απόφαση ένα plan b, σύμφωνα με το οποίο ο επενδυτής θα μπορέσει να πάρει πίσω ένα μέρος της επένδυσής του σε περίπτωση που το εγχείρημά του αποτύχει, και στη χώρα μας αυτό δεν συνεπάγεται μόνο εξαιρετικά χρονοβόρες διαδικασίες, αλλά και τεράστιες οικονομικές απώλειες που θα εξανεμίσουν τα 2/3 της αξίας της επιχείρησης.

Αρνητικών ρεκόρ συνέχεια!

Στην ίδια έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας καταγράφονται και άλλα αρνητικά ρεκόρ για τη χώρα μας, παίρνοντας την 72η θέση από τις 190 χώρες και έχοντας χάσει πέντε βαθμούς από την προηγούμενη έκθεση, σταθερά πίσω από την Κολομβία, το Κιργιστάν και την Αλβανία, ενώ στην κατηγορία «Ease of Doing Business», η Παγκόσμια Τράπεζα δίνει στην Ελλάδα 68 από 100 πιθανά σημεία, ξεκινώντας από τη Μογγολία, το Ουζμπεκιστάν και το Ομάν.

Στην κορυφή της βαθμολογίας βρίσκονται τα λεγόμενα «καταφύγια» της ελεύθερης αγοράς, η Νέα Ζηλανδία, η Σιγκαπούρη, η Δανία, το Χονγκ Κονγκ και η Δημοκρατία της Κορέας (ROK), ενώ ουραγοί είναι το Σουδάν, η Λιβύη, η Υεμένη, η Βενεζουέλα, η Ερυθραία και η Σομαλία.

Διαβάστε επίσης