ΕΠΙΤΕΛΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ: Tο διακυβερνητικό μοντέλο και το ρίσκο του Κυριάκου

Ο Κυρ. Μητσοτάκης προκρίνει ένα διαφορετικό μοντέλο στο οποίο ο πρωθυπουργός όχι απλώς κάνει περισσότερες παρεμβάσεις, αλλά επί της ουσίας ο κυβερνητικός σχεδιασμός περνά από το πρωθυπουργικό γραφείο του

Είναι σαφές ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έχει σκοπό απλώς να προεδρεύσει του Υπουργικού Συμβουλίου, να κρατήσει τις επισκέψεις ξένων ηγετών, και να αφήσει τους υπουργούς να κάνουν πολιτική. Αντίθετα, ήδη από την πρώτη στιγμή έδειξε ότι θέλει να έχει λόγο, συμμετοχή και παρέμβαση σε όλα  τα επίπεδα του κυβερνητικού έργου.

Αυτό φαίνεται και από τον τρόπο των επισκέψεων που κάνει στα επιμέρους υπουργεία, επισκέψεις που σε κανέναν βαθμό δεν είναι εθιμοτυπικές αφού σε κάθε του επίσκεψη προκύπτουν και ανακοινώσεις για το κυβερνητικό έργο.

Μάλιστα, ο πρωθυπουργός προτιμά να κάνει ο ίδιος μια σειρά από τις ανακοινώσεις αυτές που κανονικά αφορούν το έργο των υπουργών, τις οποίες θα μπορούσαν να κάνουν οι ίδιοι.

Κυρίως, όμως, το έδειξε με το συνολικό σχέδιο για το «επιτελικό κράτος», στο κέντρο του οποίου είναι ουσιαστικά το γραφείο του πρωθυπουργού, οι υπουργοί και οι υφυπουργοί που θα αναφέρονται σε αυτόν, όπως και η μεταφορά κρίσιμων τομέων ώστε να υπάγονται άμεσα στον πρωθυπουργό, που έχει ως αποτέλεσμα έναν υπέρμετρο συγκεντρωτισμό ως προς την άσκηση της εξουσίας.

O επιτελικός χαρακτήρας του κράτους και της κυβέρνησης πρέπει να αντιμετωπιστεί πολύ περισσότερο ως ανάγκη οριζόντιων συνεργασιών, και συνεχών συνεργιών, παρά ως μια πυραμιδωτή δομή όπου ένα κεντρικό «σχέδιο» απλώς θα εξειδικεύεται

Η διαφορά με το παρελθόν 

Είναι αλήθεια ότι το μοντέλο αυτό είναι αρκετά διαφορετικό από αυτό που είχαμε συνηθίσει. Μοιάζει από μια οπτική γωνία με το προ δεκαετιών μοντέλο, στο οποίο κεντρικό ρόλο είχε το υπουργείο Προεδρίας της Κυβέρνησης, που συνεστήθη από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή το 1975, με πρώτο υπουργό τον Γεώργιο Ράλλη, ενώ το μοντέλο αυτό συνέχισαν κι οι κυβερνήσεις των Ανδρέα Παπανδρέου και Κωνσταντίνου Μητσοτάκη με υπουργούς Προεδρίας τους Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο, Μένιο Κουτσόγιωργα, Απόστολο Κακλαμάνη, Αθανάσιο Κανελλόπουλο, Μιλτιάδη Έβερτ, και τον  Σωτήρη Κούβελα.

 

Το σημερινό κλασικό μοντέλο άσκησης της πρωθυπουργίας στη χώρα μας είναι ο πρωθυπουργός να εξαγγέλλει τις γενικές γραμμές της κυβερνητικής πολιτικής, αρχικά στις προγραμματισμένες δηλώσεις και αργότερα στις συνεδριάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου, να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διεθνή παρουσία της χώρας, και προφανώς να έχει τον ηγετικό και πρωταγωνιστικό ρόλο στις κορυφαίες κοινοβουλευτικές διαδικασίες, όπως είναι η ψήφος εμπιστοσύνης ή συζητήσεις προ ημερησίας διάταξης.

Από εκεί και πέρα, το κυβερνητικό έργο, τόσο με την έννοια της επεξεργασίας, κατάθεσης και φροντίδας για υπερψήφιση των νομοσχεδίων, όσο και με την έννοια της υπεράσπισης του κυβερνητικού έργου είτε έναντι της αντιπολίτευσης εντός Κοινοβουλίου, είτε έναντι των φορέων της κοινωνίας, το αναλαμβάνουν οι υπουργοί.

Αυτό είχε πάντοτε και έναν ορισμένο πολιτικό υπολογισμό. Η σχετική αυτονομία των υπουργών έναντι του πρωθυπουργού, αλλά και της κυβέρνησης συνολικά, σήμαινε ότι σε περίπτωση που μια πολιτική αποδεικνυόταν αντιδημοφιλής, το κόστος το αναλάμβανε κυρίως ο υπουργός και όχι ο πρωθυπουργός. Αντίθετα, εάν η πολιτική ήταν πετυχημένη, η θετική προβολή αφορούσε το σύνολο της κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένου και του πρωθυπουργού.

Αυτό εκτός των άλλων σήμαινε ότι ο εκάστοτε υπουργός και πολιτικά αναλώσιμος ήταν, εάν τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά, και ήταν συχνό φαινόμενο οι αποπομπές υπουργών για να κατευναστούν οι αντιδράσεις της κοινωνίας, αλλά και να δείξει ο εκάστοτε πρωθυπουργός ότι πραγματικά «ηγείται». Άλλωστε, ξεκινώντας από τον Ανδρέα Παπανδρέου, οι ανασχηματισμοί άρχισαν να θεωρούνται βασική τεχνική για να δίνεται η εντύπωση ότι η κυβέρνηση «αλλάζει σελίδα» και έχει «καινούργια ατζέντα».

Βέβαια, στην πραγματικότητα, η πραγματική λειτουργία των κυβερνήσεων ήταν διαφορετική. Οι πρωθυπουργοί συχνά παρενέβαιναν στο έργο των υπουργών και απαιτούσαν την επιτάχυνση του κυβερνητικού έργου ή διαμαρτύρονταν και συχνά έντονα στους υπουργούς για τυχόν ολιγωρία τους. Επιπλέον, σε όλες τις κυβερνήσεις υπήρχαν γύρω από τον εκάστοτε πρωθυπουργό είτε σύμβουλοι είτε ακόμη και οι υπουργοί Επικρατείας, που πέραν όλων των άλλων καθηκόντων τους έπρεπε και να χειρίζονται τα διάφορα προβλήματα που προέκυπταν, συμπεριλαμβανομένων και των  συγκρούσεων ή αντιπαραθέσεων μεταξύ των υπουργών.

Το μοντέλο αυτό είχε διάφορα πλεονεκτήματα, κυρίως με τη μορφή της ευελιξίας και της δυνατότητας που έδινε στους υπουργούς να παίρνουν πρωτοβουλίες, ενώ μπορούσε υπό προϋποθέσεις να εκμεταλλευτεί θετικά και τη φιλοδοξία τους, εφόσον τους ωθούσε να «παράγουν έργο», ώστε να το χρεωθούν πολιτικά και ει δυνατόν να το εξαργυρώσουν και εκλογικά.

Όμως, την ίδια στιγμή, το μοντέλο αυτό δεν προσέφερε κάτι στον συντονισμό του κυβερνητικού έργου, ούτε διευκόλυνε τη χάραξη σχεδιασμού. Αντίθετα, τα υπουργεία απλώς συνυπήρχαν με το μέγιστο της συνεννόησης να είναι το να έχουν από ένα κεφάλαιο σε κάποιο πολυνομοσχέδιο. Έτσι, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι αν το νέο μοντέλο πετύχει καλύτερο συντονισμό και σχεδιασμό, τότε ασφαλώς και τα επιτεύγματα της διακυβέρνησης θα έχουν συμβάλει σ’ ένα πιο καλά οργανωμένο κράτος.

Οι προαναφερόμενοι σημαντικοί συντελεστές –συντονισμός και σχεδιασμός– για την επιτυχία του νέου μοντέλου διακυβέρνησης απαιτούν έναν άριστο τεχνολογικό σχεδιασμό, ώστε οι απόψεις, οι προβληματισμοί και οι αποφάσεις να λαμβάνονται γρήγορα και συγχρόνως να γίνονται γνωστές σε όλους τους εμπλεκόμενους.

Γι’ αυτό, το έργο του υπουργού Ψηφιακής Πολιτικής, κ. Κυριάκου Πιερρακάκη είναι πολύ σημαντικό και πρέπει να υλοποιηθεί επίσης σε σύντομο χρόνο.

Εκτός από το τεχνολογικό μέρος του μοντέλου, υπάρχει και ο ανθρώπινος παράγοντας, ο οποίος θα υποδέχεται τα δεδομένα, θα τα αξιολογεί, θα εντοπίζει τα θετικά αλλά και τα αρνητικά –εδώ ταιριάζει ο όρος «τα δύσκολα»– σημεία του εκάστοτε θέματος, και στη συνέχεια θα συντονίζει τα πρόσωπα που θα έχουν την επαφή με τον πρωθυπουργό, ώστε να ληφθούν οι τελικές αποφάσεις. Στον τομέα αυτό, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει την τύχη στο πόστο αυτό να υπάρχει ένας δικός του –και συγγενής του– άνθρωπος, ο ανιψιός του, γιος της αδελφής του Κατερίνας, ο δικηγόρος κ. Γρηγόρης Δημητριάδης, που από το 2016 και μετά που ο Κυριάκος εξελέγη πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, ήταν το δεξί χέρι του πρωθυπουργού, ήταν ο άνθρωπος που αναλάμβανε –και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία– όλες τις δύσκολες αποστολές προσέγγισης, αξιολόγησης και κυρίως επίλυσης πολύ σημαντικών θεμάτων.

Τώρα από το πόστο του διευθυντή του πρωθυπουργικού γραφείου σίγουρα θα δώσει μεγάλες «ανάσες» στον Κυριάκο Μητσοτάκη, αφού ουσιαστικά θα αποτελεί την «κρησάρα» όλων των δεδομένων.

 

Το στοίχημα του Κ. Μητσοτάκη 

Σε αυτό το πλαίσιο είναι προφανές ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης προκρίνει ένα διαφορετικό μοντέλο. Η προσπάθεια είναι όχι απλώς ο πρωθυπουργός να κάνει πολύ περισσότερες παρεμβάσεις και να έχει έναν αυξημένο ρόλο στη λειτουργιά και των υπουργείων, αλλά επί της ουσίας ο κυβερνητικός σχεδιασμός να περνά από το πρωθυπουργικό γραφείο.

Αυτό λίγο-πολύ αποτυπώνει η προσπάθεια να διαμορφωθεί ένα επιτελικό κέντρο γύρω από το πρωθυπουργικό γραφείο, με τους υπουργούς Επικρατείας και τις γραμματείες που αναφέρονται στον πρωθυπουργό. Αυτό δείχνει επιλογή που προϋποθέτει να υπάρχει ειδικό πληροφοριακό σύστημα, το οποίο σε πραγματικό χρόνο θα παρακολουθεί βήμα-βήμα και με βάση μετρήσιμους στόχους το κυβερνητικό έργο.

Αν κάναμε μια αναλογία με τον χώρο των επιχειρήσεων –που άλλωστε είναι ένας προσφιλής χώρος για τον πρωθυπουργό, ο οποίος συνεχώς αναφέρεται στην ανάπτυξη, που βεβαίως θα γίνει εφικτή μέσω των επιχειρήσεων–, έχουμε ένα πρότυπο «Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου», που έχει διαρκή και συνεχή παρακολούθηση όλων των τομέων μιας επιχείρησης και δεν περιορίζεται απλώς στις «επίσημες» ενημερώσεις των διευθυντικών στελεχών που φτάνουν σε αυτόν, αλλά επιδιώκει να αποκτήσει και άμεση γνώση των ζητημάτων και των προβλημάτων.

Στόχος προφανώς είναι να δοθεί η εικόνα ότι η κυβέρνηση έχει κεντρική εξουσία και ότι οι υπουργοί δεν είναι συνεργαζόμενοι φεουδάρχες, αλλά τμήματα μιας συνολικής πολιτικής διαδικασίας.

Ο κίνδυνος του συγκεντρωτισμού

Όλες οι σύγχρονες θεωρίες για τη λειτουργία σύνθετων οργανισμών επιμένουν στην ανάγκη να συνδυάζεται ο συντονισμός, η παρακολούθηση και ο σχεδιασμός, με την ευελιξία και την πρωτοβουλία.

Αυτό αφορά πολύ περισσότερο μια σύνθετη διαδικασία όπως η διακυβέρνηση. Με αυτήν την έννοια, θα μπορούσε να πει κανείς ότι μια κυβέρνηση αναγκαστικά είναι μια συλλογική διαδικασία. Δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει μια «πρωθυπουργοκεντρική» διακυβέρνηση, χωρίς κινδύνους κατ’ αρχήν καθυστέρησης της υλοποίησης αλλά και κάποιας μορφής κόπωσης των στελεχών που τη συγκροτούν.

Με αυτήν την έννοια, ο επιτελικός χαρακτήρας του κράτους και της κυβέρνησης πρέπει να αντιμετωπιστεί πολύ περισσότερο ως ανάγκη οριζόντιων συνεργασιών, και συνεχών συνεργιών, παρά ως μια πυραμιδωτή δομή όπου ένα κεντρικό «σχέδιο» απλώς θα εξειδικεύεται.

Τα υπουργεία και οι υπουργοί πρέπει να παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της στρατηγικής στον τομέα ευθύνης τους, και με αυτήν την έννοια να τροφοδοτούν, να ενημερώνουν και να συνεργάζονται με τον κεντρικό σχεδιασμό.

Η διαδικασία αυτή  χρειάζεται κέντρο, κατεύθυνση και προφανώς ηγεσία, και αυτή είναι η δουλειά του πρωθυπουργού, που όμως πρέπει να ωθεί τα υπουργεία να παράγουν έργο και όχι να τα υποκαθιστά. Αντίστοιχα, ο πρωθυπουργός οφείλει να είναι ο κόμβος στον σχεδιασμό και τον συντονισμό, και γι’ αυτόν τον λόγο δεν πρέπει να έχει το κόστος της φθοράς από τα όσα συμβαίνουν στα επί μέρους υπουργεία.

Διαφορετικά, ένας υπέρμετρος συγκεντρωτισμός μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα, να περιορίσει τις πρωτοβουλίες των υπουργών, να δώσει έδαφος για προστριβές και τελικά, ακριβώς εξαιτίας της υπέρμετρης εμπλοκής στα καθημερινά και άμεσα των υπουργείων, να κάνει τον πρωθυπουργό να χάσει τη μεσοπρόθεσμη οπτική και το στοιχείο του σχεδιασμού, που είναι ακριβώς το κατεξοχήν σημάδι της αποτελεσματικής ηγεσίας μιας κυβέρνησης. 

Ας μην ξεχνάμε ότι οι πολίτες εκλέγουν πρωθυπουργό, αλλά διαλέγουν και κόμμα διακυβέρνησης και προκρίνουν και κυβερνητικό έργο.

Επομένως, θέλουν να δουν έναν δραστήριο πρωθυπουργό, αλλά θέλουν να δουν και την κυβερνητική ομάδα να δουλεύει συντονισμένα αλλά και ευέλικτα, με σχέδιο αλλά και ικανότητα πρωτοβουλιών.

 

 

 

 

 

Διαβάστε επίσης