
Επτά χρόνια στάχτες…
Επί επιτελικής διακυβέρνησης Μητσοτάκη έχει καεί το 3,5% της συνολικής έκτασης της Ελλάδας
«Οι φωτιές του καλοκαιριού σβήνονται τον… χειμώνα» λένε τα έμπειρα στελέχη της πυρόσβεσης, αλλά και οι επιστήμονες δασολόγοι και περιβαλλοντολόγοι. Δυστυχώς η φράση-προειδοποίηση μένει κενό γράμμα κάθε καλοκαίρι, με την Ελλάδα μετράει καμένα δάση, σπίτια, καλλιέργειες, συχνά και νεκρούς, και την κυβέρνηση να οχυρώνεται πίσω από τον «κακό μας τον καιρό» ελέω κλιματικής κρίσης.
Του Νικου Τσαγκατάκη
Ήταν ακριβώς μία εβδομάδα πριν, την Παρασκευή της 31ης Ιουλίου, όταν οι φλόγες άρχισαν να ζώνουν το Καλάμακι και τον Άγιο Βασίλειο της Βοιωτίας. Πέντε 24ωρα αργότερα η πύρινη λαίλαπα είχε διανύσει μία απόσταση περίπου 60 χιλιομέτρων και είχε φτάσει λίγο πριν από τα Μέγαρα, μετατρέποντας σε αποκαΐδια εκατοντάδες στρέμματα πευκοδάσους, ενώ ο τραγικός απολογισμός έχει και 5 νεκρούς, όλοι τους πυροσβέστες που έπεσαν μαχόμενοι με τις φλόγες.
Η περιγραφή δεν είναι άγνωστη. Την ακούσαμε και το προπερασμένο καλοκαίρι του 2024 όταν η φωτιά που είχε ξεσπάσει τότε στον Βαρνάβα Αττικής διέσχισε 3(!) βουνά και έφτασε εντός αστικού ιστού στο Πάτημα του Χαλανδρίου. Και τότε καμένη γη –έγιναν στάχτη περίπου 85.000 στρέμματα–, και τότες κατεστραμμένες περιουσίες και τότε χαμένες ζωές.
Αφού σύμφωνα με το αξίωμα ότι σύμπτωση επαναλαμβανόμενη παύει να είναι σύμπτωση, προκύπτει αυτονόητα το ερώτημα «τις πταίει;» το οποίο αφορά βεβαίως διαχρονικά τις κυβερνήσεις της Μεταπολίτευσης. Με μία, όμως, ειδοποιό διαφορά. Ποια είναι αυτή; Ότι βρισκόμαστε στο όγδοο καλοκαίρι που το τιμόνι του κράτους βρίσκεται στα χέρια της Νέας Δημοκρατίας του Κυριάκου Μητσοτάκη και παρά την πολιτική κομπορρημοσύνη του Μαξίμου ότι η πολιτεία ήταν εγκαίρως προετοιμασμένη –σε μέσα και ανθρώπινο δυναμικό– να αντιμετωπίσει τον καλοκαιρινό «εισβολέα» εντούτοις ξανακαιγόμαστε και σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίσου του πρωθυπουργού υπεύθυνες είναι η… φύση και οι «ακραίες μετεωρολογικές συνθήκες» που «ξεπερνούν κάθε ανθρώπινο σχεδιασμό και κάθε επιχειρησιακή δυνατότητα.».
Η αριθμητική της καταστροφής
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν ανακάλυψε τον τροχό υποστηρίζοντας εν πολλοίς ότι η κλιματική κρίση δημιουργεί θερμότερα, ξηρότερα και πιο ακραία «παράθυρα» για εκδήλωση καταστροφικών πυρκαγιών. Η επιστήμη, άλλωστε, είναι σαφής ότι η υπερθέρμανση δεν ανάβει από μόνη της κάθε σπίθα, απλώς μετατρέπει ευκολότερα ένα συμβάν σε καταστροφή. Μόνο που αυτό ακριβώς είναι και το στοιχείο που επαναφέρει στον αφρό το ζήτημα της πολιτικής ευθύνης, υπό το πρίσμα ότι η σωστά προετοιμασμένη πολιτεία μεταφέρει το βάρος πρώτα και κύρια στην πρόληψη και δευτερεύοντος στην ετοιμότητα της κατάσβεσης. Και σε αυτό το επίπεδο, η αριθμητική της πύρινης καταστροφής μαρτυράει ότι οι επιδόσεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη κάθε άλλο παρά ικανοποιητικές είναι.
Αυτό δεν το λέμε εμείς, αλλά τα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Συστήματος Πληροφοριών για Δασικές Πυρκαγιές (EFFIS) στα οποία αποτυπώνεται μια βαριά επταετία. Συγκεκριμένα, από την 1η Ιανουαρίου του 2020 (σ.σ. δεν χρεώνονται στη Ν.Δ. τα καμένα του καλοκαιριού του ’19) έως τις 4 Αυγούστου 2026 έχουν καεί περίπου 462.231 εκτάρια, δηλαδή 4,622 εκατομμύρια στρέμματα.
Σε αυτό το χρονικό διάστημα οι χρονιές 2021 και 2023 αποτελούν το red flag της «γαλάζιας» διακυβέρνησης καθώς συγκεντρώνουν περίπου το 66% της παραπάνω κατεστραμμένης από τις φωτιές έκτασης. Ειδικότερα, το 2021 κάηκαν 1,307 εκατ. στρέμματα και το 2023 άλλα 1,748 εκατ. Η βόρεια Εύβοια, η Δαδιά, η Ρόδος, η Πάρνηθα και δεκάδες μικρότερα μέτωπα δεν είναι αποσπασματικά περιστατικά. Είναι η γεωγραφία μιας διαρκούς κρίσης.
Υπάρχει παράλληλα και η φονική στατιστική καθώς από το 2021 έως και τον φετινό Αυγούστου η Ελλάδα έχει θρηνήσει για τους θανάτους τουλάχιστον 42 ανθρώπων που άμεσα ή έμμεσα έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας των πυρκαγιών.
Επένδυση στην προστασία, αλλά χωρίς… προστασία
Η κυβέρνηση επιμένει να λέει –κι όχι αβάσιμα, είναι η αλήθεια– ότι η πρόοδος που «έτρεξε» επί ημερών της συνολικά στο κομμάτι της πολιτικής προστασίας αντικατοπτρίζεται στην επιτυχημένη λειτουργία του «112», στην ενίσχυση των εναέριων μέσων, στην «επιστράτευση» των δασοκομάντος, των drones και των προγραμμάτων AntiNero. Η άλλη μισή αλήθεια είναι όμως ότι υπάρχει χάσμα ανάμεσα στις δαπάνες και στο αποτέλεσμα. Για παράδειγμα υο Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο κατέγραψε ότι η Ελλάδα εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί χάρτη κινδύνου βασισμένο σε Προεδρικό Διάταγμα του 1980, ενώ η επικαιροποίησή του βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη τον Δεκέμβριο του 2024. Επισήμανε επίσης επιλογές έργων με παρωχημένες εκτιμήσεις κινδύνου και ελλιπή μέτρηση της αποτελεσματικότητάς τους. Συνολικά είχαν δεσμευθεί 837 εκατ. ευρώ ευρωπαϊκών πόρων για την περίοδο 2020–2026, αλλά στην αναθεώρηση του 2023 η χρηματοδότηση των αναδασώσεων μειώθηκε περίπου στο ένα τέταρτο, ενώ αυξήθηκαν οι καθαρισμοί και τα έργα δασοπροστασίας.
Ανάλογη είναι η εικόνα της ευρωπαϊκής αξιολόγησης της Πολιτικής Προστασίας: αναγνωρίζει το AntiNero ως σημαντική κίνηση, αλλά περιγράφει ένα σύστημα που εξακολουθεί να είναι περισσότερο προσανατολισμένο στην καταστολή παρά στην ολοκληρωμένη πρόληψη. Ο ΟΟΣΑ σημειώνει ότι οι δήμοι συχνά δεν έχουν προσωπικό και πόρους για να ελέγξουν ακόμη και τον καθαρισμό οικοπέδων. Και τον Ιούνιο του 2026 το Reuters κατέγραφε μια Δασική Υπηρεσία με προσωπικό μειωμένο πάνω από το μισό σε σχέση με το 2000, παρά τις 300 νέες προσλήψεις από το 2024.
Στη σέντρα το Μαξίμου και για το Ταμείο Ανάκαμψης
Όπως ήταν αναμενόμενο και οι φετινές πυρκαγιές έγιναν αντικείμενο πολιτικών διαξιφισμών ανάμεσα στην κυβέρνηση και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, με την… μπάλα της αντιπαράθεσης να παίζεται και στο «γήπεδο» του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι εκτός Ν.Δ. πολιτικές δυνάμεις στέκονται στο δεύτερο επίθετο του ευρωπαϊκού χρηματοδοτικό εργαλείου RRF υποστηρίζοντας ότι κρίσιμα προγράμματα που θα καθιστούσαν την χώρα μας περισσότερο ανθεκτική απέναντι στις ετήσιες πύρινες λαίλαπες απεντάχθηκαν από το Εθνικό Σχέδιο «Ελλάδα 2.0». Ο λόγος γίνεται αφενός για την αναβάθμιση 7 Canadair CL-415, αφετέρου για την αγορά 11 αμφίβιων μονοκινητήριων Air Tractor, καθώς και τη συγκρότηση και λειτουργία 13 Περιφερειακών Κέντρων Πολιτικής Προστασίας, έργα που προβλέπονταν στο αρχικό ελληνικό σχέδιο του 2021.
Η αναβάθμιση των 7 Canadair αφαιρέθηκε από το Ταμείο Ανάκαμψης, επειδή όπως ενημέρωσε η κυβερνητική πλειοψηφία την εθνική αντιπροσωπία στη Βουλή δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί έως το ορόσημο του 2025.
Η σύμβαση των 43 εκατ. ευρώ υπογράφηκε τελικά τον Μάρτιο του 2026 με χρηματοδότηση μέσω δανείου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και του προγράμματος ΑΙΓΙΣ. Το πρώτο αναβαθμισμένο αεροσκάφος αναμένεται το 2027 και η ολοκλήρωση το 2030. Το γεγονός ότι το έργο δεν ακυρώθηκε δεν είναι και για να το πανηγυρίζουν στην Ηρώδου Αττικού, δεδομένου ότι μία κρίσιμη επιχειρησιακή ενίσχυση μετατίθεται στις ελληνικές καλένδες και για τα επόμενα τέσσερα χρόνια τα έξτρα ιπτάμενα πυροσβεστικά δεν θα πετάνε στους ελληνικούς ουρανούς.
Σε ό,τι αφορά, εξάλλου, τα Air Tractor, το αρχικό ορόσημο των 11 αεροσκαφών μειώθηκε σε 8 τον Ιούλιο του 2025 και αφαιρέθηκε πλήρως από το συγκεκριμένο ορόσημο του Ταμείου τον περασμένο Δεκέμβριο. Το ευρύτερο ΑΙΓΙΣ προβλέπει πλέον αγορά 25 αεροσκαφών από διαφορετικές πηγές χρηματοδότησης.
Σύμφωνα, ωστόσο, με ρεπορτάζ που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, τον Μάιο το Ελεγκτικό Συνέδριο μπλόκαρε τη σχετική σύμβαση, ύψους περίπου 155 εκατ. ευρώ, και μέχρι σήμερα επικρατεί στασιμότητα.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι, τέλος, η πορεία των 13 Περιφερειακών Κέντρων Πολιτικής Προστασίας. Ο αρχικός σχεδιασμός ως ΣΔΙΤ προσέκρουσε στην έλλειψη κατάλληλων οικοπέδων. Η λύση της αγοράς έτοιμων κτιρίων έλαβε αρνητική κρίση από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Το υπουργείο πρότεινε την απένταξη από το Ταμείο, επειδή δεν προλάβαινε την προθεσμία, και ανακοίνωσε μεταφορά σε χρηματοδότηση μεγαλύτερης διάρκειας. Κι εδώ επικρατεί για την ώρα άκρα του τάφου σιωπή…
Στάχτη το 3,5% της συνολικής έκτασης της χώρας
Τούτον δοθέντων ο απολογισμός της κυβερνητικής επταετίας στο θέμα της προστασίας της χώρας από τον πύρινο εχθρό πιάνει μετά βίας τη βάση. Κι αυτό το «σκορ» δεν καλλωπίζεται με το φτηνό επιχείρημα ότι αν η Ν.Δ. δεν είχε αυξήσει τον προϋπολογισμό του υπουργείου Πολιτικής Προστασίας, τα πράγματα θα ήταν πολύ χειρότερα.
Αν εννοούν ότι έχει αποφευχθεί προς ώρας ένα νέο Μάτι, έχουν δίκιο. Αν, όμως, εννοούν ότι τα πήγαν πολύ καλύτερα από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ –την οποία ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατηγορούσε το 2018 και το 2019 ως αρχηγός της αντιπολίτευσης για ανικανότητα, διαχειριστική αποτυχία, έλλειψη συντονισμού, μετάθεση ευθυνών στην κλιματική αλλαγή αλλά και στους ίδιους τους πολίτες για την άναρχη δόμηση–, δεν θα πρέπει να νιώθουν κολακευμένοι που επί των ημερών τους έχει γίνει στάχτη το 3,5% της συνολικής έκτασης της χώρας και έχουν χάσει τη ζωή τους πάνω από 40 άνθρωποι.
Δυστυχώς, είναι η κλιματική κρίση αυτή «υπαγορεύει» το δελτίο καιρού. Όμως, την πρόληψη, τη συντήρηση και την αποκατάσταση των ζημιών, τις γράφει η κυβέρνηση. Και ως τώρα, αυτό το «γραπτό» έχει πολλές ανορθογραφίες