
Γιάννης Μόραλης: Άγγελοι, μουσική, ποίηση
Ένα μικρό αφιέρωμα στον Μεγάλο εικαστικό
Με καθυστέρηση δύο ημερών από την επέτειο γέννησης του σπουδαίου εικαστικού Γιάννη Μόραλη, δίνουμε το δικό μας άγγιγμα στη ζωή και το έργο αυτού του σημαντικού καλλιτέχνη που τίμησε τη χώρα μας. «Η δουλειά μου είναι κάτι σαν ημερολόγιο που είναι βγαλμένο από τις συγκινήσεις, τις εντυπώσεις, τις αναμνήσεις και τις αναζητήσεις μιας ολόκληρης ζωής…» έλεγε ο ίδιος.

Ο Γιάννης Μόραλης γεννήθηκε στην Άρτα, στις 23 Απριλίου τού 1916. Ήταν το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά του Κωνσταντίνου Ι. Μόραλη και της Βασιλικής, το γένος Αναστασίου Μιχάλη. Η οικογένεια το 1922 εγκαταστάθηκε στην Πρέβεζα, όπου ο Κωνσταντίνος Μόραλης υπηρέτησε ως γυμνασιάρχης. Από το 1927 εγκαθίστανται μόνιμα στην Αθήνα, στο Παγκράτι. Την ίδια χρονιά ο νεαρός Μόραλης, που έχει πάρει την απόφαση να γίνει ζωγράφος, αρχίζει να παρακολουθεί το «κυριακάτικο μάθημα» στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Εκεί γνωρίζει τον διακεκριμένο Έλληνα ζωγράφο, χαράκτη και γλύπτη της λεγόμενης «γενιάς τού ’30», Νίκο Νικολάου (1909-1986). Το 1931 είναι η χρονιά κατά την οποία προετοιμάζεται για τις εισαγωγικές εξετάσεις στην ΑΣΚΤ κοντά στο μετέπειτα γαμπρό του, ζωγράφο Γιάννη Γεωργόπουλο. Επιτυγχάνει και εγγράφεται στο προπαρασκευαστικό τμήμα με καθηγητή τον Δημήτριο Γερανιώτη. Γνωρίζεται τότε με τον Γιάννη Τσαρούχη (1910-1989) και τον Χρήστο Καπράλο (1909-1993) και ξανασυναντά τον Νικολάου. Ο Μόραλης είναι μεταξύ των σπουδαστών που ο Κωνσταντίνος Παρθένης (1878-1967) επιλέγει για το εργαστήριό του.

Ο πατέρας του Κωνσταντίνος εκφωνεί λόγο για τον λόρδο Μπάιρον στην Πρέβεζα (1924)
Έναν χρόνο αργότερα, το 1932, ο Δ. Κόκκινος δημοσιεύει στο περιοδικό «Νέα Εστία» (1/8/1932) την πρώτη ενθουσιώδη κριτική για «τον νεαρό κ. Βόραλη», όπως επιμένει να τον αποκαλεί στο άρθρο, με αφορμή την έκθεση των μαθητών τής ΑΣΚΤ. Ο Γιάννης Μόραλης είναι τότε 16 μόνο ετών. Την ίδια εποχή αρχίζει να παρακολουθεί το νέο εργαστήριο χαρακτικής του Γιάννη Κεφαλληνού, με συμφοιτητές τους Τάσσο, (Γιώργη) Δήμου, (Κωνσταντίνο) Ντάκο και (Μωυσή) Ραφαήλ.
Από την ΑΣΚΤ θα αποφοιτήσει το 1936 και λίγο αργότερα θα συμμετέχει στην Έκθεση Ελληνικής Χαρακτικής στην Τσεχοσλοβακία – το κείμενο του καταλόγου υπογράφει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877-1940). Το 1937 πεθαίνει ο πατέρας του σε τροχαίο ατύχημα. Τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς αναχωρούν για τη Ρώμη με τον Νίκο Νικολάου. Θα μοιραστούν την υποτροφία που κέρδισε ο Μόραλης στον διαγωνισμό της Ακαδημίας Αθηνών (κληροδότημα Ουρανίας Κωνσταντινίδου) για σπουδές ψηφοθετικής στο εξωτερικό. Αυτή ήταν η φιλική τους συμφωνία, να φύγουν μαζί στο εξωτερικό για σπουδές, όποιος κι αν κέρδιζε την υποτροφία.

Αυτοπροσωπογραφία, 1932
Στην Ιταλία θα μείνει μέχρι τον Νοέμβριο του 1937, οπότε και εγκαθίσταται στο Παρίσι. Παρακολουθεί μαθήματα ζωγραφικής κοντά στον Charles Guérin και τοιχογραφίας στο εργαστήριο του Ducos de la Haille. Παράλληλα, στη Σχολή Τεχνών και Επαγγελμάτων (Αrts et Métiers) διδάσκεται ψηφοθετική κοντά στον Henri-Marcel Magne, σύμφωνα με τους όρους της υποτροφίας του. Με την κήρυξη του Πολέμου αναγκάζεται, όπως οι περισσότεροι σπουδαστές, να εγκαταλείψει τις σπουδές του στο Παρίσι και να επιστρέψει εσπευσμένα στην Ελλάδα.
Το 1940 εκθέτει μια σειρά χαρακτικών με την ομάδα «Ελεύθεροι Καλλιτέχναι» στον Πειραιά – ο ίδιος μάλιστα θα φιλοτεχνήσει και το εξώφυλλο του καταλόγου. Την άνοιξη κατατάσσεται στον στρατό και υπηρετεί τη θητεία του, ενώ συμμετέχει και στην τελευταία προπολεμική Πανελλήνια Έκθεση στο Ζάππειο, όπου και αποσπά το χάλκινο μετάλλιο. Εκεί θα εκθέσει, μεταξύ άλλων, τα ευρισκόμενα στις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης – Μουσείου Αλέξανδρου Σούτσου σήμερα έργα: Γυμνό, Προσωπογραφία του ζωγράφου Θεοδόσιου Χριστοδούλου, Ο ζωγράφος με τον Νίκο Νικολάου, και Στον υπαίθριο φωτογράφο).
Το 1941 παντρεύεται τη Μαρία Ρουσέν και εγκαθίστανται στο Κολωνάκι, ενώ τους θερινούς μήνες ζουν στο σπίτι της στην Κηφισιά. Τα χρόνια της Κατοχής ο Μόραλης ασχολείται εντατικά με την προσωπογραφία, ώστε να εξασφαλίζει κάποιο σταθερό εισόδημα φιλοτεχνώντας πορτρέτα κατά παραγγελία. Εξακολουθεί επίσης να ασχολείται με τη χαρακτική.

Με τον γιο του, Κωνσταντίνο, στη Μύκονο
Με τη Ρουσέν θα χωρίσει το 1945 και δύο χρόνια αργότερα θα νυμφευθεί τη γλύπτρια Αγλαΐα Λυμπεράκη, με την οποία θα παραμείνουν παντρεμένοι μέχρι το 1955 – μαζί της θα αποκτήσει έναν γιο, τον Κωνσταντίνο. Το 1947 εκλέγεται τακτικός καθηγητής της προπαρασκευαστικής τάξης στην ΑΣΚΤ και ξεκινά να διδάσκει από τον Φεβρουάριο του επόμενου χρόνου.
Στην πρώτη μετά τον πόλεμο Πανελλήνια Έκθεση, το 1948, εκθέτει τα έργα: Έγκυος γυναίκα, Δύο φίλες –όπου εικονίζεται η Αγλαΐα Λυμπεράκη μόνη και με τη Ναταλία Μελά–, Ο ζωγράφος με τη γυναίκα του –όπου εικονίζεται ο ίδιος με την πρώτη του γυναίκα– και Το τραπέζι.
Το 1949 ιδρύεται η ομάδα «Αρμός» και συσπειρώνει καλλιτέχνες όπως οι Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας (πρόεδρος), Γιάννης Τσαρούχης και Γιάννης Μόραλης (αντιπρόεδροι), Λιλή Αρλιώτη (γραμματέας), Νίκος Νικολάου (ταμίας), Νέλλη Ανδρικοπούλου, Καίτη Αντύπα, Μαριλένα Αραβαντινού, Μίνως Αργυράκης, Έλλη Βοΐλα, Ανδρέας Βουρλούμης, Νίκος Γεωργιάδης, Γεώργιος Γεωργίου, Νίκος Εγγονόπουλος, Μπούμπα (Αγλαΐα) Λυμπεράκη-Μόραλη [δεύτερη σύζυγος του Μόραλη, μητέρα του Κωνσταντίνου], Μαργαρίτα Λυμπεράκη, Γιώργος Μανουσάκης, Γιώργος Μαυροΐδης, Ναταλία Μελά-Κωνσταντινίδη, Κλέαρχος Λουκόπουλος, Μανώλης Νουκάκης, Κοσμάς Ξενάκης, Ελένη Σταθοπούλου, Παναγιώτης Τέτσης, Βάσος Φαληρέας. [Ο Μόραλης συμμετέχει στην 1η έκθεση της ομάδας στο Ζάππειο (10/12/1949-25/1/1950). Στη συνέχεια η έκθεση μεταφέρεται στη Θεσσαλονίκη].

Άγγελοι, 1964, Ορείχαλκος
Το 1951 είναι η χρονιά κατά την οποία ξεκινούν δύο ιδιαίτερα γόνιμες συνεργασίες για τον Γιάννη Μόραλη. Η πρώτη, όταν αναλαμβάνει να φιλοτεχνήσει τα σκηνικά και τα κοστούμια για το μπαλέτο Έξι λαϊκές ζωγραφιές, που παρουσιάζει το Ελληνικό Χορόδραμα, σε χορογραφία Ραλλούς Μάνου και μουσική Μάνου Χατζιδάκι (με το Χορόδραμα ο Μόραλης θα συνεργασθεί για δεκαπέντε περίπου χρόνια).
Η γυναικεία φιγούρα στις Έξι λαϊκές ζωγραφιές βασίζεται στην ανάμνηση και τα διδάγματα του έργου Στον υπαίθριο φωτογράφο.
Η δεύτερη συνεργασία εγκαινιάζεται όταν φιλοτεχνεί το εξώφυλλο και την προμετωπίδα για το βιβλίο του Ηλία Τσουκαλά, Υποβρύχιον Υ1 Β.Π. Κατσώνης, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1951. Με τις εκδόσεις Ίκαρος ο Γιάννης Μόραλης θα συνεργάζεται ουσιαστικά μέχρι το τέλος της ζωής του.

Τo 1952 συμμετέχει στην Πανελλήνια Έκθεση στο Ζάππειο, με τα έργα Γυμνό και Μορφή μεταξύ άλλων, και στην έκθεση της Ομάδας «Αρμός» από τον Δεκέμβριο έως τον Ιανουάριο του 1953. Η φωτογραφία των μεγάλων γυναικείων γυμνών του, που θα δημοσιεύσει η εφημερίδα της Αριστεράς «Αλλαγή», στο πλαίσιο της τεχνοκριτικής στήλης της Μίνας Ζωγράφου-Μεραναίου στις 18/12/1952, θα προκαλέσει τη μήνυση του εισαγγελέα, ύστερα από καταγγελία της Γενικής Ασφάλειας. Στο πλαίσιο της ίδιας έκθεσης είχε προηγηθεί η αφαίρεση «κατόπιν επεμβάσεως της Αστυνομίας» ενός έργου του Τσαρούχη, που κρίθηκε άσεμνο, καθώς παρίστανε «έναν άνδρα ολόγυμνο στο κρεββάτι και απέναντί του καθισμένον έναν ναύτη».
Αργότερα, μέσα στο 1953, ο Μόραλης επισκέπτεται τη Ρωσία, ως προσκεκλημένος της Ρωσικής Κυβέρνησης, μαζί με εκπροσώπους της πνευματικής και της πολιτικής ζωής από την Ελλάδα και την Ευρώπη.
Την επόμενη χρονιά ξεκινά η επίσης πολυετής συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» του Κάρολου Κουν, καθώς σχεδιάζει τα σκηνικά και τα κοστούμια για την παράσταση Γυμνές μάσκες, τέσσερα μονόπρακτα του Πιραντέλο.
Ο Μόραλης εκλέγεται τακτικός καθηγητής του Εργαστηρίου Ζωγραφικής στην ΑΣΚΤ το 1957. Τότε αρχίζει και η συνεργασία του με το Εθνικό Θέατρο (το 1957 συγκεκριμένα φιλοτεχνεί τα σκηνικά και τα κοστούμια για το έργο του Παντελή Πρεβελάκη, Τα χέρια του ζωντανού Θεού, σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού).
Ζευγάρι, 1951
Το 1958, μαζί με τον Γιάννη Τσαρούχη και τον γλύπτη Αντώνη Σώχο αντιπροσωπεύει την Ελλάδα στην Μπιενάλε της Βενετίας. Την επιμέλεια του ελληνικού περιπτέρου έχει τότε ο Τ. Σπητέρης. Μόραλης και Τσαρούχης, σε μια Μπιενάλε όπου η κυριαρχία της αφαίρεσης είναι εμφανής, θα προκαλέσουν το ενδιαφέρον τού Gio Ponti με την παραστατική, ανθρωποκεντρική ζωγραφική τους. Στην Μπιενάλε ο Μόραλης θα δείξει ζωγραφικά έργα (μεταξύ αυτών τα έργα που προαναφέρθηκαν, καθώς και άλλα που επίσης βρίσκονται στις συλλογές τής ΕΠΜΑΣ: Δύο φίλες, Το τραπέζι, Έγκυος γυναίκα, Σύνθεση Α, Μορφή, Επιτύμβιο, μελέτες για σκηνικά και κοστούμια, σχέδια και λιθογραφίες].
Το Δημοτικό Μουσείο τού Τορίνο θα αγοράσει τη σύνθεση Εσωτερικό (1955, λάδι σε μουσαμά, 1.31 x 1.30 μ.).
Είναι εντυπωσιακό ότι η πρώτη ατομική έκθεση του Μόραλη οργανώνεται μόλις το 1959, ενώ η επαγγελματική του σταδιοδρομία έχει ήδη σημαντικά εξελιχθεί. Λαμβάνει χώρα στην αίθουσα εκθέσεων «Αρμός», στην οδό Ηρακλείτου 21, στη Δεξαμενή στο Κολωνάκι. Τα έργα που εκτίθενται είναι σε σημαντικό βαθμό εκείνα με τα οποία τον προηγούμενο χρόνο ο Μόραλης συμμετείχε στην Μπιενάλε της Βενετίας. Μέσα στο 1959 θα του ανατεθεί επίσης από τους αρχιτέκτονες Βασιλειάδη, Βουρέκα και Στάικο, η μελέτη για τη διακόσμηση των εξωτερικών τοίχων της ΒΔ και ΝΑ πλευράς του ξενοδοχείου «Χίλτον» στην Αθήνα (η εγχάρακτη σε γιαννιώτικο μάρμαρο σύνθεση ολοκληρώνεται το 1962, οπότε και γίνονται τα εγκαίνια του ξενοδοχείου). Από τότε συνεργάζεται με Έλληνες και ξένους αρχιτέκτονες, όπως οι Sir Basil Spencer και Antony Blee, για τη διακόσμηση κατοικιών και κτιρίων δημόσιου χαρακτήρα. Τότε φιλοτεχνεί και την προμετωπίδα της ποιητικής σύνθεσης του Οδυσσέα Ελύτη, Άξιον Εστί, για τον εκδοτικό οίκο Ίκαρος. Συνεργαζόμενος σταθερά με τον Ίκαρο, την επόμενη χρονιά ο Μόραλης θα φιλοτεχνήσει και την προμετωπίδα για την ποιητική σύνθεση, επίσης του Οδυσσέα Ελύτη, Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό.

Η δεκαετία του 1960 ξεκινά για τον Μόραλη με μια σειρά από –ενταγμένες στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό– συνθέσεις φιλοτεχνημένες για τα ξενοδοχεία του «ΕΟΤ» στη Φλώρινα, το εστιατόριο «Ωκεανίς» στη Βουλιαγμένη, τα περίπτερα του «ΟΛΠ» στην ακτή Καραϊσκάκη στον Πειραιά, και το «Μον Παρνές» στην Πάρνηθα. Ειδικά στο «Μον Παρνές» γνωρίζουμε πως ο Μόραλης, μαζί με τους Γιάννη Τσαρούχη και Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα, είχαν αναλάβει συνολικότερα συμβουλευτικό ρόλο σε σχέση με τα διακοσμητικά ζητήματα, σε συνεργασία ασφαλώς με τον αρχιτέκτονα του ξενοδοχείου Παύλο Μυλωνά.
Το 1962, εκτός από τα δύο εξωτερικά τοιχία και το μωσαϊκό της αυλής, ο Γιάννης Μόραλης φιλοτεχνεί και τις κεραμικές συνθέσεις στο περίπτερο του «ΕΟΤ Διόνυσος», στου Φιλοπάππου. Τότε ξεκινά η συνεργασία του με την κεραμίστρια Ελένη Βερναρδάκη, που θα διαρκέσει μέχρι το τέλος της ζωής του. Την ίδια χρονιά φιλοτεχνεί και την προμετωπίδα της ποιητικής σύνθεσης του Οδυσσέα Ελύτη, Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, για τις εκδόσεις Ίκαρος.
Η δεύτερη ατομική του έκθεση θα πραγματοποιηθεί το 1963 στην αίθουσα τέχνης του ξενοδοχείου «Χίλτον». Σε αυτή θα παρουσιάσει τη δουλειά των τριών τελευταίων χρόνων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί η σειρά των Επιτύμβιων συνθέσεων, που μετέπειτα θα δωρίσει στην Εθνική Πινακοθήκη. Ανάμεσα στα έργα της έκθεσης, που επίσης θα αποτελέσουν τμήμα της δωρεάς του προς την Πινακοθήκη, και τα: Γυμνό (1962), Νέα γυναίκα (1962), και Ανάμνηση (1963).

Το 1965, του απονέμεται από τον τότε βασιλιά Κωνσταντίνο ο «Ταξιάρχης του Φοίνικα», ενώ είναι και η χρονιά στη διάρκεια της οποίας φιλοτεχνεί δέκα συνθέσεις που παρεμβάλλονται μεταξύ των ποιημάτων, στη συλλογή Ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη, των εκδόσεων Ίκαρος. Επίσης συμμετέχει στην έκθεση «Διακοσμητικά υφαντά τοίχου» σε σχέδια Ελλήνων ζωγράφων, στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών – Χίλτον και πάλι, και στην Μπιενάλε Ταπισερί της Λωζάνης.
Μέσα στην ίδια δεκαετία, το 1964 και το 1968 αντίστοιχα, φιλοτεχνεί τα κοστούμια για τις Ικέτιδες του Αισχύλου, σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού (παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Επιδαύρου), καθώς και τα σκηνικά και τα κοστούμια της παράστασης Οιδίπους Τύραννος, που παρουσίασε το Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» του Καρόλου Κουν στο Aldwych Theatre του Λονδίνου, στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Φεστιβάλ Θεάτρου.

Ύδρα, 1953
Με την τρίτη ατομική του έκθεση το 1972 στην «Γκαλερί Ιόλα-Ζουμπουλάκη», ο Γιάννης Μόραλης εγκαινιάζει άλλη μία μακρά συνεργασία. Η ζωγραφική του στο εξής θα πειραματίζεται στο επίπεδο της φόρμας με αυτό το «ολιγοψήφιο αλφάβητο», για το οποίο τόσο εύστοχα έκανε λόγο ο Οδυσσέας Ελύτης στο εισαγωγικό κείμενο του καταλόγου. Σε αυτήν την έκθεση παρουσίασε μία άλλη ιδιαίτερη σειρά συνθέσεών του, τα Επιθαλάμια. Το 1972 συμμετέχει επίσης για δεύτερη φορά στην Μπιενάλε Ταπισερί της Λωζάνης, ενώ την επόμενη χρονιά παίρνει μέρος στη Διεθνή Έκθεση Χειροτεχνίας στο Μόναχο και βραβεύεται με χρυσό μετάλλιο (ταπισερί).
Το 1978 πραγματοποιεί την τέταρτη ατομική έκθεση στην «Γκαλερί Ζουμπουλάκη». Μια μεγάλη ενότητα έργων, που έχουν κατά κύριο λόγο φιλοτεχνηθεί στην Αίγινα, φέρει τον τίτλο Πανσέληνος. Ακόμη, συμμετέχει στη διεθνή έκθεση «Seconde rencontre internationale d’art contemporain», στο Grand Palais στο Παρίσι, μαζί με 22 άλλους Έλληνες ζωγράφους και γλύπτες που επέλεξε η Εθνική Πινακοθήκη.
Το 1979, του απονέμεται το «Αριστείο Τεχνών» από την Ακαδημία Αθηνών.
Μέσα στη δεκαετία τού 1980 θα πραγματοποιήσει άλλη μία ατομική έκθεση (1983) στην «Γκαλερί Ζουμπουλάκη» (μεταξύ των έργων της έκθεσης αυτής και το Ερωτικό (1982), το οποίο απέκτησε η Εθνική Πινακοθήκη – θα ακολουθήσει σειρά ατομικών εκθέσεων στην ίδια γκαλερί τα επόμενα χρόνια: 1992, 1997, 2002, 2004, 2006. Μεταξύ των έργων της έκθεσης αυτής και το Ερωτικό (1982), έργο που απέκτησε η Εθνική Πινακοθήκη. Στις 31 Αυγούστου του ίδιου χρόνου αποχωρεί από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, μετά από τριάντα έξι χρόνια συνεχούς διδασκαλίας.

Οι παλέτες του
Το 1985 φιλοτεχνεί την κεραμική σύνθεση για το Δημαρχιακό Μέγαρο Αθηνών. Το 1988 οργανώνεται η αναδρομική του έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη. Με την ευκαιρία της έκθεσης αυτής, ο Όμιλος Εταιρειών της Εμπορικής Τράπεζας εκδίδει έναν τόμο, σε επιμέλεια Βασίλη Φωτόπουλου, με όλο σχεδόν το μέχρι τότε έργο του. Την ίδια χρονιά, ο Γιάννης Μόραλης πραγματοποιεί τη μεγάλη του δωρεά προς την Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου.
Το 1996, νυμφεύεται την Ιωάννα Βασσάλου. Την ίδια χρονιά πραγματοποιείται αναδρομική έκθεση στην Ακαδημία Αθηνών με έργα της Εθνικής Πινακοθήκης (επιμέλεια: Χρύσανθος Χρήστου). Το 1998΄, του απονέμεται ο Ταξιάρχης της Τιμής από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Το 2000 συμμετέχει στην έκθεση Κλασικές Μνήμες στη Σύγχρονη Ελληνική Τέχνη, που οργανώθηκε από την Εθνική Πινακοθήκη και το Ίδρυμα Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης στο Olympic Towers της Νέας Υόρκης (καθώς και στις επόμενες εκδοχές της έκθεσης σε Κωνσταντινούπολη, Πεκίνο, Βιέννη και Αθήνα).
Την επόμενη χρονιά (2001), πραγματοποιείται έκθεση έργων του στο Μουσείο Μπενάκη με τίτλο, Γιάννης Μόραλης. Άγγελοι, μουσική, ποίηση. Στη συνοδευτική έκδοση δημοσιεύεται η εκτενής συζήτησή του με την επιμελήτρια της έκθεσης, Φανή-Μαρία Τσιγκάκου.

Ερωτικό
Το 2005 πραγματοποιεί αναδρομική έκθεση στην Ερμούπολη της Σύρου και, επίσης, η έκθεση του 2001 στο Μουσείο Μπενάκη παρουσιάζεται στον Πύργο Μπαζαίου στη Νάξο, υπό τον τίτλο Γιάννης Μόραλης. Θέατρο, μουσική, ποίηση. Η ίδια έκθεση θα παρουσιαστεί τον επόμενο χρόνο (2006) στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη. Το 2006 επίσης παρουσιάζεται στο 8ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και στο Τμήμα Ταινιών Τεκμηρίωσης του 47ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης η ταινία Γιάννης Μόραλης του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου (Βραβείο Διεθνούς Ένωσης Κριτικών [FIPRESCI] στο 8ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης).

Κορίτσι, 1934, ξυλόγλυπτο
Δύο χρόνια αργότερα (2008) ακολουθούν η έκθεση-αφιέρωμα με τίτλο Ι. Μόραλης. Μια ανίχνευση, στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του «Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή» στην Άνδρο, καθώς και η έκθεση του «Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης» με τίτλο, Γιάννης Μόραλης. Σχέδια 1934-1994.
Το 2011 πραγματοποιήθηκε στο Μουσείο Μπενάκη (Μάρτιος-Απρίλιος) η έκθεση με τίτλο Γιάννης Μόραλης. Αρχιτεκτονικές συνθέσεις, και στην Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλέξανδρου Σούτσου η έκθεση Τιμή στον Γιάννη Μόραλη (Μάιος-Αύγουστος).
Ήταν μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος (ΕΕΤΕ). Ο Γιάννης Μόραλης πέθανε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου τού 2009.

Πρέβεζα. Το σπίτι όπου έμενε η οικογένεια του Γιάννη Μόραλη
Στο κέντρο της Αθήνας, στην οδό Δεινοκράτους 9 στο Κολωνάκι βρίσκεται το εργαστήριο του Γιάννη Μόραλη. Εγκαταστάθηκε σε αυτό το 1960. Ένας μικρός ιδιόκτητος χώρος που διαμορφώθηκε από την αρχή της κατασκευής της πολυκατοικίας για να εξυπηρετεί τις ανάγκες του ζωγράφου σαν εργαστήριο. Εκεί ζωγράφισε πολλά από τα έργα του, λίγο πριν μοιράσει τον χώρο δημιουργίας του και με την Αίγινα, το αγαπημένο του νησί.
Στο εργαστήριο της Δεινοκράτους, το «ατελιέ» όπως το αποκαλούσε, είχε φτιάξει τον αγαπημένο του κόσμο, μιας και περνούσε εκεί τις περισσότερες ώρες της ημέρας. Ο χώρος εργασίας ήταν διαμορφωμένος έτσι που να μπορεί να εργάζεται, να υποδέχεται κόσμο αλλά και να ξεκουράζεται. Υπήρχαν πολλά καβαλέτα, σχεδιαστήρια, πάγκοι όπου μαστόρευε τα τελάρα του, καθώς και βιβλιοθήκες με πολυάριθμα βιβλία τέχνης και άλλα.
Σήμερα, ο χώρος τού ατελιέ του ζωγράφου στην οδό Δεινοκράτους, μετά τον θάνατο του Γιάννη Μόραλη, παραχωρήθηκε από τον γιο του και κληρονόμο του στη μη κερδοσκοπική «Εταιρεία μελέτης, έρευνας και προβολής της νεοελληνικής τέχνης/Εργαστήριο Γιάννης Μόραλης», στην οποία και ο ίδιος είναι ιδρυτικό μέλος.
Το φθινόπωρο του 2018 ξεκίνησαν εργασίες για την αποκατάσταση και συντήρηση του ατελιέ. Το διαμέρισμα είχε υποστεί μεγάλες φθορές λόγω παλαιότητας και χρήσης, οπότε ήταν αναγκαία η αποκατάσταση με σύγχρονα υλικά και τεχνικές.

Σχετικά με την ανακαίνιση του ατελιέ, χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του αρχιτέκτονα Στήβεν Σιστοβάρη, ο οποίος ανέλαβε την ανακαίνιση του εργαστηρίου:
«Με όλο τον σεβασμό
Όταν πρωτοαντίκρισα το ατελιέ του Γιάννη του Μόραλη στην Αθήνα, αισθάνθηκα ταπεινός, κυριεύτηκα από δέος. Η ιστορία της ζωής ενός εξαιρετικού ανθρώπου εκτυλίχθηκε μπροστά στα μάτια μου.
Μου ζητήθηκε να προσαρμόσω τον χώρο σε γραφεία/έδρα ενός φορέα που επρόκειτο να συσταθεί χωρίς να χαθεί το ύφος και η ζεστασιά του προϋπάρχοντος. Ατελιέ/μουσείο και γραφεία του φορέα, χωρίς πολλές αλλαγές και τροποποιήσεις.
Δεν θα σας κουράσω με γκρεμίσματα, χτισίματα, υδραυλικά, ηλεκτρικά, βαψίματα και άλλα κατασκευαστικά. Αυτά που έπρεπε να γίνουν έγιναν.
Στον κυρίως χώρο κρατήθηκε το καθιστικό του, οι βιβλιοθήκες, οι ντουλάπες, αρκετά από τα ελεύθερα έπιπλα που μερικά τα είχε κατασκευάσει ο ίδιος ο καλλιτέχνης για τις ανάγκες του, το γραφείο του, τα καβαλέτα του, όλα επιδιορθωμένα όπου και όσο χρειαζόταν.
Ακόμα και ο φωτισμός του χώρου παρέμεινε ο ίδιος.
Μεταφέρθηκε η τουαλέτα και δημιουργήθηκε ένας χώρος μικρού παρασκευαστηρίου/κουζίνας. Αντιγράψαμε, στην ουσία, τα χρώματα, τις γραμμές και τον τρόπο κατασκευής της εποχής εκείνης.
Ακόμα και η μικρή βεράντα, που βλέπει στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας, ανακατασκευάστηκε, δημιουργώντας έναν υπέροχο καθιστικό χώρο.
Με την προσθήκη των έργων και των προσωπικών αντικειμένων του Μόραλη, με τα βιβλία του, τους δίσκους που άκουγε, με διάφορα μικροαντικείμενα δικά του και ξένα, με τις παλέτες και, τα πινέλα ο χώρος έγινε Ατελιέ/μουσείο και παράλληλα γραφεία του φορέα».