ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ: Επενδύσεις έντασης γνώσης και εκπαίδευση οι νέοι εθνικοί στόχοι

 Σε νέα αρθρογραφία του ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας «χαρτογραφεί» τους τρόπους επαναφοράς της χώρας μας στις ράγες της βιώσιμης ανάπτυξης

Με ένα νέο άρθρο του αυτήν τη φορά στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Γιάννης Στουρνάρας αποτιμά το σήμερα στην ελληνική, αλλά και την παγκόσμια οικονομία, και ξεφεύγοντας από τις διαπιστωτικές παρατηρήσεις κατέγραψε τον τρόπο με τον οποίο η χώρα θα κερδίσει τον χαμένο χρόνο, τονίζοντας εμμονικά τη στοχοπροσήλωση στις μεταρρυθμίσεις, ως κύριο εργαλείο για την ισχυρή, βιώσιμη και ισορροπημένη ανάπτυξη.

Του Χρήστου Αγγελόπουλου

Εκτιμώντας ότι η χειρότερη κρίση στην ιστορία της Ελλάδας είναι πλέον παρελθόν, ο κ. Στουρνάρας βασιζόμενος στους σημαντικά βελτιωμένους δείκτες οικονομικού κλίματος και προσδοκιών, αλλά και σε συνδυασμό με τις αγορές χρήματος που προεξοφλούν θετικές μελλοντικές εξελίξεις, αποτυπώνει ενίσχυση της αναπτυξιακής δυναμικής. Αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει στον βραχυπρόθεσμο ορίζοντα περιοριστικές δημοσιονομικές, νομισματικές και χρηματοπιστωτικές συνθήκες σε σύγκριση με όλα τα άλλα κράτη-μέλη της ζώνης του ευρώ, με βασικό πρόβλημα τα πρωτογενή πλεονάσματα, που είναι σχετικώς υψηλά και περιορίζουν τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης.

Στη λίστα των «εμποδίων» υψηλή θέση κρατούν τα «κόκκινα» δάνεια, καθώς αποδυναμώνουν την ικανότητα των τραπεζών να χρηματοδοτήσουν νέες επενδύσεις και να στηρίξουν την πραγματική οικονομία, ενώ ταυτόχρονα τα ελληνικά κρατικά ομόλογα δεν έχουν ακόμα αποκτήσει επενδυτική βαθμίδα και, ως εκ τούτου, δεν συμπεριλαμβάνονται στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Στους παράγοντες ανάσχεσης της ανάπτυξης, ο διοικητής της ΤτΕ κατατάσσει, εξάλλου, το υψηλό ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας, την προβλεπόμενη δημογραφική επιδείνωση, το μεγάλο επενδυτικό κενό, τον αργό ψηφιακό μετασχηματισμό της οικονομίας, τη χαμηλή διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα, την εκτεταμένη παραοικονομία και το υψηλό δημόσιο χρέος. Παράλληλα, κάποιες δομικές αλλαγές που παρατηρούνται στην παγκόσμια οικονομία, όπως για παράδειγμα η ανάπτυξη των νέων ψηφιακών τεχνολογιών, η κλιματική αλλαγή και τα χαμηλά επιτόκια (σ.σ. τα οποία αναμένεται να παραμείνουν σε αυτά τα επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα λόγω της επιβράδυνσης της παραγωγικότητας και της γήρανσης του πληθυσμού), αλλά και άλλων παραγόντων που συμβάλλουν στη δημιουργία πλεονάσματος αποταμιεύσεων έναντι επενδύσεων δεν αποκλείεται να επηρεάσουν και αυτοί τη χώρα μας.

Μεγάλες ευκαιρίες, αν…

Παρά το ρεαλιστικό πλαίσιο η αισιόδοξη ματιά του Γ. Στουρνάρα διακρίνει μεγάλες ευκαιρίες να αναδύονται από αυτό, οι οποίες εάν αξιοποιηθούν πλήρως θα καταστεί δυνατή η επαναφορά της Ελλάδας στον παγκόσμιο επενδυτικό χάρτη, ωστόσο, βασιζόμενος στους δείκτες ανταγωνιστικότητας της Παγκόσμιας Τράπεζας, με τον διοικητή της ΤτΕ να επιμένει ότι οι απαιτούμενες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να στοχεύουν στη βελτίωση του κράτους δικαίου, στην αναβάθμιση της ποιότητας του ρυθμιστικού περιβάλλοντος, στην ενίσχυση της ανεξαρτησίας των θεσμών και στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της διοίκησης με την καταπολέμηση της γραφειοκρατίας.

Σημαντικό ρόλο αποδίδει στη δημοσιονομική πολιτική, καθώς μπορεί να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στην ανάπτυξη συμβάλλοντας στη βελτίωση του ανθρώπινου κεφαλαίου (μέσω αυξημένων επενδύσεων στην εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία) καθώς και στη μετάβαση σε μια περιβαλλοντικά και κοινωνικά βιώσιμη κοινωνία μέσω δημοσίων επενδύσεων για την αναβάθμιση των ενεργειακών συστημάτων και τις υποδομές. Και οι μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να ολοκληρωθούν στον χρηματοπιστωτικό τομέα, όπου το υψηλό απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση (DTC) και οι διάσπαρτες διατάξεις και ρυθμίσεις που καθορίζουν το πλαίσιο αφερεγγυότητας και πτώχευσης αποτελούν τροχοπέδη.

Ο κ. Στουρνάρας εξηγεί στο άρθρο του ότι προκειμένου να καλυφθεί το μεγάλο επενδυτικό κενό της ελληνικής οικονομίας, που φτάνει το 10% του ΑΕΠ σε ετήσια βάση, καθοριστικής σημασίας είναι η προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων, με έμφαση στους πιο παραγωγικούς τομείς της οικονομίας και σε νέες υποδομές (greenfield) που δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας. Απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η δημιουργία του κατάλληλου πλαισίου επιχειρηματικότητας, εντός του οποίου η ιδιωτική πρωτοβουλία θα λειτουργήσει αποτελεσματικά και, εκμεταλλευόμενη τα δυναμικά συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας και τη σύγχρονη τεχνολογία, θα εξασφαλίσει βιώσιμη ανάπτυξη, ενώ σημαντικό ρόλο θα διαδραματίσει η αύξηση της απορροφητικότητας των επενδυτικών πόρων από τα ευρωπαϊκά κοινοτικά ταμεία.

«Σήμερα, είναι τεράστια η πρόκληση της μετάβασης από μια οικονομία χαμηλής εξειδίκευσης και χαμηλής εντάσεως τεχνολογίας, σε μία οικονομία μέσης και υψηλής εντάσεως τεχνολογίας, καθώς και η ενίσχυση της συμμετοχής της Ελλάδας στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας», αναφέρει εμφατικά στο άρθρο του ο κεντρικός τραπεζίτης, καθώς η δημιουργία εγχώριων συστάδων παραγωγής (clusters) υψηλής προστιθέμενης αξίας θα λειτουργήσει θετικά προς την κατεύθυνση αυτή, ενώ χρηματοδοτικά εργαλεία και διευκολύνσεις σε επιχειρήσεις για την ένταξή τους στις διεθνείς αλυσίδες αξίας, μπορούν να προωθήσουν τις οικονομίες συγκέντρωσης δραστηριοτήτων εξωτερικής ανάθεσης (outsourcing) σε χωρικά οργανωμένες περιοχές (βιομηχανικά πάρκα, τεχνολογικά πάρκα, πάρκα εφοδιαστικής αλυσίδας κ.λπ.) με πολλαπλά οφέλη από τη δημιουργία καινοτομικών συστάδων επιχειρήσεων.

Στη συνέχεια της τελευταίας δημόσιας παρέμβασής του και επικαλούμενος την κύρια αρχή της οικονομίας ότι «ο εθνικός πλούτος της χώρας είναι το άθροισμα των δημόσιων και ιδιωτικών πόρων της», ο Γ. Στουρνάρας υποστηρίζει ότι η αναπτυξιακή πολιτική πρέπει να αποβλέπει στη μεγιστοποίηση αυτού του αθροίσματος, αξιοποιώντας παράλληλα τη δημόσια ακίνητη περιουσία. Ενδεικτικά αναφέρει ότι η Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ ΑΕ) διαχειρίζεται ένα χαρτοφυλάκιο ακινήτων το οποίο περιλαμβάνει τουριστικά ακίνητα, Ολυμπιακά Ακίνητα, καθώς και 71.000 περίπου τίτλους ακινήτων της ιδιωτικής περιουσίας του ελληνικού Δημοσίου, ενώ το ΤΑΙΠΕΔ έχει στο χαρτοφυλάκιό του 10 λιμάνια με τη μορφή ανωνύμων εταιρειών, τα οποία θα μπορεί να εκμεταλλευτεί στο άμεσο μέλλον.

Για να καλυφθεί το μεγάλο επενδυτικό κενό της ελληνικής οικονομίας, που φτάνει το 10% του ΑΕΠ σε ετήσια βάση, καθοριστικής σημασίας είναι η προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων, με έμφαση στους πιο παραγωγικούς τομείς της οικονομίας και σε νέες υποδομές (greenfield) που δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας

Για ένα σύγχρονο Κράτος με αποτελεσματική διοίκηση

Έχοντας βαθιά εμπειρία από την αγορά, τις τράπεζες, αλλά και από κυβερνητικές θέσεις ο Γ. Στουρνάρας είναι υπέρμαχος ενός σύγχρονου Κράτους με αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, ικανή να εφαρμόζει με συνέπεια τη δημόσια πολιτική και να αντιμετωπίζει με υπευθυνότητα και τεχνογνωσία τα δημόσια προβλήματα. «Ο εκσυγχρονισμός και ο ψηφιακός μετασχηματισμός της δημόσιας διοίκησης θα πρέπει να είναι στις βασικές προτεραιότητες του προγράμματος μεταρρύθμισης», συμπληρώνει χαρακτηριστικά στο τελευταίο άρθρο του ο διοικητής της ΤτΕ και συνεχίζει:

«Οι “έξυπνες πόλεις” (Smart cities), οι οποίες περιλαμβάνουν “έξυπνες δημόσιες υποδομές” (Smart infrastructure), δηλαδή την ψηφιακή αναβάθμιση των δημόσιων υποδομών (ειδικά σε δημόσιες επιχειρήσεις ή υπηρεσίες κοινής ωφέλειας), αυτοματοποιημένες συγκοινωνίες και κτίρια υψηλής ενεργειακής απόδοσης, θα βελτιώσουν την αποδοτικότητα των υποδομών, θα αναβαθμίσουν την ποιότητα ζωής, θα διασφαλίσουν την κοινωνική συνοχή και θα δημιουργήσουν συνέργειες μεταξύ όλων των παραγόντων της αστικής ανάπτυξης. Αρκετοί ελληνικοί δήμοι έχουν άλλωστε ήδη αναλάβει πρωτοβουλίες εφαρμόζοντας έξυπνες λύσεις».

Οι προϋποθέσεις να γίνει η Ελλάδα κόμβος τεχνολογίας

Ο κεντρικός τραπεζίτης εκτιμά ότι οι νέοι εθνικοί στόχοι, που θα κρίνουν το μέλλον της χώρας μας είναι οι επενδύσεις έντασης γνώσης και η εκπαίδευση και η κατάρτιση του πληθυσμού. Όπως χαρακτηριστικά έγραψε, «η καινοτομία δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο των μεγάλων χωρών που διαθέτουν πολλούς πόρους για έρευνα και ανάπτυξη, έχουν μεγάλα ερευνητικά κέντρα, συγκεντρώνουν ισχυρό επιστημονικό προσωπικό και έχουν εταιρείες με μεγάλο προϋπολογισμό για έρευνα και ανάπτυξη. Η καινοτομία πλέον διαχέεται σε όλο τον κόσμο. Μικρές χώρες (π.χ. Σουηδία) με κατάλληλες πολιτικές έχουν αναδειχθεί ηγέτιδες της καινοτομίας, με εμφανή αντίκτυπο στην οικονομική τους ανάπτυξη».

Στο παγκόσμιο αυτό πλαίσιο η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να αποτελέσει έναν αξιόλογο κόμβο τεχνολογίας (technology hub), υποστήριξε, υπό την προϋπόθεση ότι ο ιδιωτικός τομέας θα πρέπει να δραστηριοποιηθεί αναλαμβάνοντας πρώτος πρωτοβουλίες και επιχειρηματικά ρίσκα που θα αποφέρουν κέρδη σε βάθος χρόνου. Δίνοντας ξανά έμφαση στις μεταρρυθμίσεις, ο κ. Στουρνάρας εστίασε στο ότι αυτές θα πρέπει να προέλθουν από τη συνεχή και δυναμική διαβούλευση, όπου πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανάδειξη των τεχνολογικών προτεραιοτήτων πρέπει να έχουν οι επιχειρήσεις και οι παραγωγικοί φορείς γενικότερα. Όπως λέει, η χώρα διαθέτει σήμερα ένα σημαντικό αριθμό αξιόλογων, διεθνώς αναγνωρισμένων επιστημόνων. Επίσης, σημαντικός αριθμός εξαιρετικών Ελλήνων επιστημόνων δραστηριοποιείται στο εξωτερικό. Αυτός ο πλούτος για τη χώρα δεν έχει αξιοποιηθεί για δεκαετίες. Ο ιδιωτικός τομέας οφείλει να εμπιστευτεί το καινοτόμο ταλέντο των νέων Ελλήνων επιστημόνων.

Οι 4 άξονες της λύσης

Δίνοντας πρακτικές λύσεις και κατευθύνσεις, ο κ. Στουρνάρας «χαρτογράφησε» την πορεία ανάπτυξης πάνω σε τέσσερεις άξονες: την ανάπτυξη της ερευνητικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας, τη δημιουργία ενός αξιόπιστου, απλού και ευέλικτου θεσμικού υπόβαθρου για την ανάπτυξη τεχνοβλαστών και νεοφυών επιχειρήσεων (spin-offs και start-ups), τη μεγέθυνση των υφιστάμενων επιχειρήσεων και την αξιοποίηση των πόρων των ταμείων παροχής εγγυήσεων και χρηματοδοτήσεων. Και όλα αυτά με βασικό γνώμονα την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας, όπου η επέλαση της ψηφιακής τεχνολογίας, της 4ης δηλαδή βιομηχανικής επανάστασης, ανέδειξε ως κυρίαρχο ζήτημα την επιτυχή συμβολή του εκπαιδευτικού συστήματος στη δημιουργία νέων εξειδικεύσεων και ειδικοτήτων που επιζητά η αγορά, αλλά και στην αποτελεσματική μετεκπαίδευση των ανθρώπων εκείνων, οι οποίοι κατέχουν ειδικότητες που η εξέλιξη της τεχνολογίας και ο αυτοματισμός τις έχουν υποβαθμίσει.

Η εκπαίδευση ως μοχλός ανάπτυξης

Σημαντικό ρόλο αποδίδει ο διοικητής της ΤτΕ στην εκπαίδευση, καθώς η δημιουργία γερής βάσης επιστημονικών δεξιοτήτων προϋποθέτει τη βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος. Δεδομένου ότι στην Ελλάδα ένας μεγάλος αριθμός μαθητών κινδυνεύει να είναι λειτουργικά αναλφάβητος ολοκληρώνοντας τη σχολική εκπαίδευση, φαίνεται ότι η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στα πρώτα χρόνια του σχολείου και αφορά το σύνολο της κοινωνίας. «Το σύγχρονο ελληνικό σχολείο θα πρέπει να διδάσκει τους μαθητές πώς να μαθαίνουν μέσα από την πράξη (learning by doing), να αναπτύσσουν κριτική και επαγωγική σκέψη, και να παίρνουν αποφάσεις χρησιμοποιώντας πολλαπλές πηγές πληροφόρησης μετά από σύγκριση και έλεγχο της αξιοπιστίας και της εγκυρότητας της πηγής. Η εκπαίδευση που θα εξοπλίζει τους νέους με αυτές τις πιο ουσιαστικές δεξιότητες είναι κεφαλαιώδους σημασίας», τονίζει, ενώ δεν παραλείπει να εστιάσει και στην υποχρέωση του Κράτους: «Το κράτος σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα και τον ακαδημαϊκό χώρο θα πρέπει να αναλάβει στοχευμένη δράση για την ψηφιακή αναβάθμιση της πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με στόχο τη βελτίωση του ψηφιακού αλφαβητισμού», συμπληρώνει.

Φορολογία και ανάπτυξη

Σύμφωνα, πάντα, με τον έμπειρο τραπεζίτη, η βασική προϋπόθεση για την επιτυχή υλοποίηση των παραπάνω δράσεων από την πλευρά του Δημοσίου είναι η αύξηση των δημοσίων εσόδων με τη δραστική αντιμετώπιση της παραοικονομίας. Πρόσφατη μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου διαπίστωσε ότι κατά μέσο όρο η παραοικονομία ήταν πάνω από το 30% του ΑΕΠ την περίοδο 2009-2016, με αποτέλεσμα να περιορίζονται τα δημόσια έσοδα, να αυξάνεται το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής για τους συνεπείς φορολογούμενους και να περιορίζονται οι διαθέσιμοι πόροι για τη χρηματοδότηση της υγείας, της εκπαίδευσης και των κοινωνικών δαπανών. Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα, απαιτείται περαιτέρω βελτίωση της φορολογικής διοίκησης, μεγαλύτερη έμφαση στους φορολογικούς ελέγχους, αλλά και επέκταση των ηλεκτρονικών πληρωμών σε όλες τις οικονομικές δραστηριότητες. Παράλληλα, σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα, θα πρέπει να περιοριστεί το φορολογικό βάρος και να δοθεί έμφαση στην ενίσχυση του ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών και στο άνοιγμα όλων των κλειστών επαγγελμάτων. Δεδομένου του ότι η δυνατότητα απόκρυψης εισοδημάτων σε συνδυασμό με την ύπαρξη μονοπωλίων-ολιγοπωλίων σε ορισμένες επαγγελματικές δραστηριότητες επιδρά αρνητικά στη συνολική παραγωγικότητα της οικονομίας, καθώς ένα μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού επιλέγει είτε την αυτοαπασχόληση είτε τη δημιουργία μικρών επιχειρήσεων, όπου οι δυνατότητες φοροδιαφυγής είναι μεγαλύτερες, το αποτέλεσμα είναι να περιορίζεται το μέσο μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων, γεγονός που δρα ανασταλτικά στις νέες επενδύσεις και στη συνολική αναβάθμιση του παραγωγικού δυναμικού της χώρας, επεσήμανε.

 

Διαβάστε επίσης