ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ: Οι 3 Ράμπο στη δημοσιονομική μάχη με τον κορωνοϊό

Την επιστράτευση όλης της δύναμη πυρός 1 τρισ. ευρώ που διαθέτουν ο ESM, η Κομισιόν και η ΕΤΕπ προκρίνει ο διοικητής της ΤτΕ, προκειμένου οι οικονομίες της Ευρωζώνης να ανακάμψουν γρήγορα από την πρωτοφανή κρίση προκαλεί η πανδημία

«Βρισκόμαστε σε πόλεμο με έναν τρομερό κοινό εχθρό: τον κορωνοϊό. Έναν εχθρό που απειλεί τη δημόσια υγεία, την κοινωνία, την οικονομία, και ιδίως το παραγωγικό δυναμικό της οικονομίας. Εάν μέρος αυτού του παραγωγικού δυναμικού απαξιωθεί, σε περίπτωση πτωχεύσεων επιχειρήσεων, τότε ένα σοβαρό αλλά βραχυχρόνιο, οικονομικό πρόβλημα θα εξελιχθεί σε μακροχρόνιο».

Του Νίκου Τσαγκατάκη

Οι παραπάνω πενήντα λέξεις αποτελούν τον πρόλογο ενός άρθρου που φιλοξένησε στην αρχή της εβδομάδας η διαδικτυακή έκδοση της γερμανικής οικονομικής εφημερίδας «Handelsblatt». Συντάκτης του άρθρου ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, ο οποίος χτυπάει το καμπανάκι του κινδύνου όχι μόνο για το ίδιο το πρόβλημα αλλά και για τη γενναία λύση που πρέπει να δώσει η Ευρωζώνη, προκειμένου να μη βουλιάξει στην κινούμενη άμμο της θηριώδους ύφεσης η ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία.

Αν και ξεκαθαρίζει την ανακρίβεια που μπορεί να εμπεριέχουν οι προβλέψεις αναφορικά με το μέγεθος και τις επιπτώσεις της πανδημίας, ο Έλληνας κεντρικός τραπεζίτης ρεαλιστικά επικαλείται τις εκτιμήσεις που θέλουν το μέγεθος της επερχόμενης κρίσης να είναι μεγαλύτερο της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 και της κρίσης δημόσιου χρέους του 2010. Κι εξηγεί τον λόγο της απαισιοδοξίας, λέγοντας ότι σε αυτή την κρίση οι οικονομίες όλου του πλανήτη επηρεάζονται από έναν κοινό εξωτερικό και τριπλό κλυδωνισμό: τον κλυδωνισμό της ζήτησης, τον κλυδωνισμό της προσφοράς (συμπεριλαμβανομένων των διεθνών αλυσίδων εφοδιασμού), και τον κλυδωνισμό του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Ίδιο το χτύπημα, διαφορετικές οι επιπτώσεις

Ο Γ. Στουρνάρας υπογραμμίζει, εξάλλου, την ειδοποιό διαφορά των οικονομικών συνεπειών που θα επιφέρει σε κάθε χώρα ξεχωριστά η επέλαση του κορωνοϊού. Αυτή η διαφορά είναι –σύμφωνα με τον διοικητή της ΤτΕ– το δημόσιο χρέος και ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος κάθε πληττόμενου κράτους.

Πολύ διαφορετικό αντίκτυπο θα έχει, λ.χ., η πανδημία σε ένα κράτος-μέλος το δημόσιο χρέος του οποίου ως ποσοστό επί του ΑΕΠ είναι 60% από ό,τι σε ένα άλλο κράτος με αρχικό ποσοστό χρέους 170%. Όταν, δε, περάσει η πανδημία, θα μπορούσαν να επανέλθουν στο προσκήνιο ζητήματα βιωσιμότητας του χρέους, τα οποία θα λειτουργούσαν ανασχετικά για τις προοπτικές ανάπτυξης. «Αυτός είναι άλλος ένας λόγος για τον οποίο οι διαφορές αποδόσεων των κρατικών ομολόγων δεν πρέπει να αρχίσουν να αυξάνονται, ιδιαίτερα για τα κράτη-μέλη με ήδη υψηλό λόγο χρέους», τονίζει ο Γ. Στουρνάρας.

Κανείς στην τύχη του…

Βέβαια, ο Έλληνας κεντρικός τραπεζίτης δεν στέκεται μόνο στο ζήτημα της βιωσιμότητας του χρέους, αλλά επαναφέρει στο τραπέζι και την ηθική διάσταση του προβλήματος. Δηλαδή, την εξασφάλιση ότι δεν θα αφεθούν στην τύχη τους (και για προφανείς ανθρωπιστικούς λόγους, αλλά και λόγω του κινδύνου εξάπλωσης της πανδημίας σε περίπτωση που δεν κατορθώσουν να τη συγκρατήσουν) τα κράτη-μέλη που δεν διαθέτουν επαρκή δημοσιονομικό χώρο ώστε να αντιμετωπίσουν την υγειονομική κρίση.

Υπό αυτό το συνολικό πρίσμα, ο Γ. Στουρνάρας προκρίνει ως λύση την ισχυρή συμμαχία τουλάχιστον όλων εκείνων που μοιράζονται το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα για κοινή δράση και αλληλεγγύη. Φωτογραφίζοντας τη διχογνωμία για το ευρωομόλογο, ο διοικητής της ΤτΕ επιμένει ότι δεν πρέπει η Ευρώπη να παγιδευτεί στη ρητορική τού πώς θα ονομαστεί η κοινή δράση. «Αυτή τη δράση μπορούμε να την ονομάσουμε προσωρινή αμοιβαιοποίηση της έκδοσης ομολόγων ή όπως αλλιώς θέλουμε», λέει χαρακτηριστικά ο έμπειρος οικονομολόγος και θυμίζει ότι η από κοινού έκδοση ομολόγων δεν είναι κάτι καινοφανές –στο παρελθόν ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας και η Κομισιόν άντλησαν με κοινές εκδόσεις 800 δισ. ευρώ– και μπορεί να πραγματοποιηθεί σταδιακά.

Σε κάθε περίπτωση, ο κεντρικός τραπεζίτης υποστηρίζει ότι εναντίον του κοινού εχθρού απαιτείται να αξιοποιηθεί όλη η δύναμη πυρός των τριών ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων: του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ), της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ). Τουλάχιστον 1.000 δισ. ευρώ (περίπου το 10% του ΑΕΠ της ευρωζώνης) πρέπει να διατεθούν, σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα, από τα προαναφερόμενα τρία θεσμικά όργανα της Ε.Ε., επιπλέον των δημοσιονομικών πόρων που διαθέτουν εξ ιδίων τα κράτη-μέλη, αξιοποιώντας την ευελιξία που παρέχεται από τη Συνθήκη εφόσον συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις.

…και όχι σε «κρυφό» μνημόνιο

Έχοντας ιδίαν εμπειρία διαχείρισης δημοσιονομικών κρίσεων όπως η ελληνική, ο Γ. Στουρνάρας φρόντισε στο άρθρο του να διευκρινίσει την… κακοτοπιά ενός νέου μνημονίου, λέγοντας ότι η διάθεση πόρων του ΕΜΣ προς τα πληττόμενα από τον κορωνοϊό κράτη δεν πρέπει να γίνει σύμφωνα με τους κανόνες περί πιστωτικής γραμμής με ενισχυμένους όρους (Enhanced Conditions Credit Line, ECCL).

Εφιστά, επίσης, την προσοχή στα μη εξυπηρετούμενα τραπεζικά δάνεια που λόγω της έκτακτης συγκυρίας αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά, λέγοντας ότι θα χρειαστεί προσωρινή μεν αλλά πλήρης ευελιξία όσον αφορά τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων προς τον τραπεζικό τομέα, καθώς και τη χρήση εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων (Asset Management Companies) σε ευρωπαϊκό ή/και εθνικό επίπεδο για την αποτελεσματική και ταχεία αντιμετώπιση του προβλήματος των ΜΕΔ.

«Από την προηγούμενη εμπειρία μας, τα ΜΕΔ είναι ένα πολύ δύσκολο πρόβλημα που θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε την επόμενη μέρα. Διαφορετικά, η ανάκαμψη των οικονομιών των κρατών-μελών θα καθυστερήσει», γράφει χαρακτηριστικά ο κ. Στουρνάρας και υπογραμμίζει ότι στο πλαίσιο αυτό «η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης θα καταστεί ακόμη περισσότερο αναγκαία από ό,τι μέχρι σήμερα».

Θα δράσει, άραγε, η Ε.Ε. με την απαιτούμενη ταχύτητα, ευελιξία και αποφασιστικότητα ώστε, όπως γράφει ο διοικητής της ΤτΕ, οι οικονομίες της Ευρωζώνης να μπορέσουν να ανακάμψουν γρήγορα από την πρωτοφανή κρίση; Θα φανεί στο χειροκρότημα…

Διαβάστε επίσης