ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ: Τα (7) λάθη του παρελθόντος και ο δρόμος τού σήμερα  

Με ένα βαρυσήμαντο άρθρο-οδηγό, στο «ΒΗΜΑ», ο κεντρικός τραπεζίτης κάνει… πενηνταράκια τις αιτίες των μνημονίων και τις ανορθογραφίες που έγιναν κατά τη διάρκεια της δημοσιονομικής κρίσης, δείχνοντας παράλληλα τον δρόμο για την κανονικότητα

O Γιάννης Στουρνάρας αποτελεί ένα από τα κομβικότερα πρόσωπα της οικονομικής ζωής στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία που μας πέρασε, καθώς έχει θητεύσει από επιτελικές θέσεις στους τρεις πυλώνες που για κάθε εθνική οικονομία θεωρούνται σημαντικοί: τη βιομηχανία, τις τράπεζες, αλλά και την κυβέρνηση.

Του Νίκου Τσαγκατάκη

Από τις κορυφαίες θέσεις του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της Εμπορικής Τράπεζας και αντιπροέδρου της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών μεταξύ 2000 και 2004, του γενικού διευθυντή του ΙΟΒΕ 2009-2012, του υπουργού Οικονομικών το 2012 έως το 2014, και του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος σήμερα, ο Γ. Στουρνάρας γνωρίζει από πρώτο χέρι τι εστί κυβερνησιμότητα, έχοντας μάλιστα γνώση όσο λίγοι για κάθε πλευρά της ελληνικής οικονομίας.

Υπό αυτό το πρίσμα, το άρθρο-οδηγός που έγραψε ο κεντρικός τραπεζίτης και φιλοξενήθηκε πριν από λίγες ημέρες στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», αποκτά βαρύνουσα σημασία. Αφενός διότι κάνει… πενηνταράκια τις αιτίες των μνημονίων και τις ανορθογραφίες που έγιναν κατά τη διάρκεια της δημοσιονομικής κρίσης, αλλά και γιατί υποδεικνύει τη χρυσή ευκαιρία της Ελλάδος να ανακάμψει και να επανενταχθεί οικονομικά στην ευρωπαϊκή οικογένεια, το πλαίσιο της οποίας κρίνει ως απαραίτητους όρους της οικονομικής μας παλινόρθωσης.

Η κρίση, τα προγράμματα και το βαρύ τίμημα

Ανατρέχοντας ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος στα πρώτα χρόνια της κρίσης, αποδίδει τον αποκλεισμό του Ελληνικού Δημοσίου και των ελληνικών τραπεζών από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίων και χρήματος στην απότομη επιδείνωση του δημοσιονομικού και μακροοικονομικού περιβάλλοντος το 2008 και το 2009 και την συνακόλουθη υποβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της χώρας και εκτόξευση των αποδόσεων των ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου, που σε συνδυασμό με τη σημαντική εκροή καταθέσεων και τις ασφυκτικές συνθήκες ρευστότητας άσκησαν έντονες πιέσεις στον τραπεζικό τομέα και έφεραν το 2010, το 2012 και το 2015 τα περίφημα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ.

Μιλώντας με αριθμούς για το κόστος της κρίσης σε όρους προϊόντος, εισοδημάτων και πλούτου, θύμισε ότι από το 2008 έως το 2016 η Ελλάδα έχασε πάνω από το 1/4 του ΑΕΠ της σε σταθερές τιμές, ενώ το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε κατά περίπου 16 ποσοστιαίες μονάδες, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε ισοδύναμα αγοραστικής δύναμης μειώθηκε στο 67,4% του μέσου όρου της ΕΕ το 2018, από 93,3% το 2008, ενώ ο λόγος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) προς το σύνολο των δανείων εκτινάχθηκε στο 50% περίπου.

Και με ανθρώπινους όρους τόνισε ότι το μεγάλο κύμα μετανάστευσης μορφωμένων Ελλήνων (brain drain) και σημαντική αποεπένδυση έφεραν ανυπολόγιστες οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις. «Για να ξεπεραστεί η ελληνική κρίση χρειάστηκαν οκτώ χρόνια, τρία προγράμματα οικονομικής προσαρμογής, σημαντική αναδιάρθρωση του χρέους και τρεις γύροι ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Σε ουδεμία άλλη χώρα-μέλος της ευρωζώνης σε καθεστώς προγράμματος οικονομικής προσαρμογής δεν συνέβη αυτό», τόνισε με σημασία.

 Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΑΝΑΚΑΜΠΤΕΙ ΣΗΜΕΡΑ ΜΕ ΡΥΘΜΟ ΑΝΩ ΤΟΥ 2% ΚΑΙ ΕΧΕΙ ΑΡΧΙΣΕΙ Η ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡ ΚΛΑΔΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΜΠΟΡΕΥΣΙΜΩΝ ΑΓΑΘΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΜΕ ΕΞΑΓΩΓΙΚΟ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟ ΚΑΙ ΟΙ ΡΥΘΜΟΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΛΙΓΟ ΠΑΝΩ ΑΠΟ 2% ΤΟ 2019 ΚΑΙ ΓΥΡΩ ΣΤΟ 2,5% ΤΟ 2020

Οι επτά αιτίες της παρατεταμένης κρίσης

Ο κεντρικός τραπεζίτης αποδίδει τη διάρκεια και την ένταση της ελληνικής κρίσης σε επτά παράγοντες:

1] Στην πρωτοφανή σε μέγεθος και ταχύτητα δημοσιονομική προσαρμογή, καθώς δόθηκε έμφαση στην αύξηση της φορολογίας παρά στις περικοπές δαπανών, στις μεταρρυθμίσεις με αναπτυξιακό περιεχόμενο και στις ιδιωτικοποιήσεις, με αποτέλεσμα τα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής στη χώρα μας να ήταν άμεσα στην εκτέλεση, αλλά παρατεταμένα όσο σε καμία άλλη χώρα.

2] Οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές αποδείχθηκαν υψηλότεροι από ό,τι είχε αρχικά προβλεφθεί, επιδεινώνοντας την ύφεση, παγιδεύοντας τη χώρα σε έναν φαύλο κύκλο λιτότητας και ύφεσης.

3] Η μεταρρυθμιστική προσπάθεια επικεντρώθηκε περισσότερο στην αγορά εργασίας παρά στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, οπότε οι ονομαστικές αποδοχές μειώθηκαν ταχύτερα και εντονότερα από ό,τι οι τιμές. Τα νοικοκυριά υπέστησαν κατακόρυφη μείωση της αγοραστικής τους δύναμης, η οποία με τη σειρά της περιόρισε την ιδιωτική κατανάλωση και βάθυνε την ύφεση.

4] Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ως απόρροια της ύφεσης δυναμίτισαν τις ελληνικές τράπεζες, καθώς νομοθετικά μέτρα ανακούφισης των νοικοκυριών (αναστολή των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας, η κατάχρηση του πλαισίου προστασίας από κατασχέσεις κ.ά.) επέτειναν ακόμα το πρόβλημα, ενώ εάν είχε θεσπιστεί νωρίτερα μια συστημική λύση με τη μορφή μιας εταιρείας διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού (bad bank) που θα αναλάμβανε την κεντρική διαχείριση των ΜΕΔ, όπως είχε γίνει σε άλλα κράτη-μέλη, το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε σήμερα θα ήταν πιο περιορισμένο.

Το πόσο δύσκολο ήταν το καλοκαίρι του 2015 με το κλείσιμο των τραπεζών και την επιβολή των capital controls αποτυπώνεται ανάγλυφα στη φωτογραφία που ακόμη και ο Economist επέλεξε να συμπεριλάβει στα 10 χαρακτηριστικότερα στιγμιότυπα της δεκαετίας που τέλειωσε

5] Πολιτικές επιλογές καθυστέρησαν την υλοποίηση σημαντικών μεταρρυθμίσεων και η απροθυμία υιοθέτησης των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, του έντονου λαϊκισμού, των πολιτικών αντιπαραθέσεων και του διχαστικού πολιτικού κλίματος, καθώς και λόγω της αντίστασης που προέβαλαν στις μεταρρυθμίσεις ποικίλα κεκτημένα συμφέροντα, επέφεραν δυσάρεστες συνέπειες: το τρίτο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής το 2015, όταν όλα έδειχναν ότι μπορούσε η ελληνική οικονομία να βγει από την κρίση το 2015, επιβολή περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων, κυρίως για να ανακοπεί η εκροή τραπεζικών καταθέσεων, νέος γύρος ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών και μία ακόμα διετία οικονομικής στασιμότητας, ακυρώνοντας την πρόοδο που είχε επιτευχθεί το 2013 και το 2014.

6] Η καθυστέρηση της εκτέλεσης της απόφασης του Eurogroup τον Νοέμβριο του 2012 για περαιτέρω ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, η οποία εφαρμόστηκε τον Ιούνιο του 2018, παρά το ότι είχαν εκπληρωθεί όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις (προαπαιτούμενα) την άνοιξη του 2014, υπονομεύοντας τις αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και παρατείνοντας την κρίση.

7] Η έλλειψη «εργαλείων» αντιμετώπισης της κρίσης στη ζώνη του ευρώ, καθώς δεν υπήρχε επαρκής παρακολούθηση και έλεγχος των μακροοικονομικών ανισορροπιών, ενώ ο φαύλος κύκλος αρνητικών αλληλεπιδράσεων μεταξύ τραπεζικού τομέα και δημόσιων οικονομικών επέτεινε τη χρηματοπιστωτική κρίση και την ύφεση.

Ωστόσο, ο κ. Στουρνάρας τόνισε ότι μετά την κορύφωση της κρίσης το καλοκαίρι του 2015 και την υπογραφή του τρίτου προγράμματος οικονομικής προσαρμογής από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, η οικονομική πολιτική που ακολουθήθηκε μέχρι το τέλος του προγράμματος το καλοκαίρι του 2018 και κατόπιν ήταν συνεπής με τη δημοσιονομική ισορροπία και τη διαρθρωτική προσαρμογή.

Πού βρισκόμαστε σήμερα

Ο κεντρικός τραπεζίτης εκφράζει τη βεβαιότητα ότι παρά τις αστοχίες, τις καθυστερήσεις στις μεταρρυθμίσεις και τις οπισθοδρομήσεις των προγραμμάτων προσαρμογής, την απώλεια πάνω από 25% του ΑΕΠ και την αύξηση του λόγου του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ, έχει επιτευχθεί πολύ σημαντική πρόοδος από την αρχή της κρίσης μέχρι σήμερα στην αντιμετώπιση των δημοσιονομικών και μακροοικονομικών ανισορροπιών. Η οικονομία ανακάμπτει σήμερα με ρυθμό άνω του 2% και έχει αρχίσει η αναδιάρθρωσή της υπέρ κλάδων παραγωγής εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών με εξαγωγικό προσανατολισμό και οι ρυθμοί ανάπτυξης βρίσκονται λίγο πάνω από 2% το 2019 και γύρω στο 2,5% το 2020.

«Απομένουν όμως ακόμη σημαντικές προκλήσεις και προβλήματα που κληροδότησε η κρίση, αλλά και άλλες, όπως ο πολύ υψηλός λόγος δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ, το μεγάλο ποσοστό των ΜΕΔ, η υψηλή μακροχρόνια ανεργία, το μεγάλο επενδυτικό κενό (περίπου 10% του ΑΕΠ σε ετήσια βάση), ο χαμηλός βαθμός ψηφιοποίησης της οικονομίας, η χαμηλή κατάταξη στους παγκόσμιους δείκτες διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας και του επιχειρείν, ενώ το κύμα μετανάστευσης μορφωμένων Ελλήνων (brain drain) και οι δημογραφικές εξελίξεις λειτουργούν ανασταλτικά στη μακροπρόθεσμη δυνητική ανάπτυξη», καταλήγει ο Γ. Στουρνάρας.

 Αξιοπιστία, επενδυτικά έργα, ιδιωτικοποιήσεις

Ο κ. Στουρνάρας δεν μασάει τα λόγια του και προτρέπει την κυβέρνηση να προχωρήσει χωρίς δισταγμούς στην υλοποίηση του προγράμματος των μεταρρυθμίσεών της το ταχύτερο δυνατόν, όπως άλλωστε υποχρεούται στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας, ώστε να ενεργοποιηθούν μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους. Οι θετικές εκθέσεις των Θεσμών, οι μεταρρυθμίσεις, η επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων και η επανεκκίνηση μεγάλων επενδυτικών έργων θα αυξήσουν την εμπιστοσύνη των αγορών στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, ενώ ταυτόχρονα η μείωση των ΜΕΔ θα βελτιώσει τις συνθήκες χρηματοδότησης επιχειρήσεων και νοικοκυριών, θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη των αγορών και θα επιταχύνει τις επενδύσεις και την άνοδο του ΑΕΠ.

Συνακόλουθα τα ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου θα αποκτήσουν εκ νέου αξιολόγηση επενδυτικής βαθμίδας, ώστε να συμμετάσχουν στο πρόσφατα επανενεργοποιημένο Πρόγραμμα Αγοράς Τίτλων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και με τον τρόπο αυτό θα μειωθεί περαιτέρω το κόστος δανεισμού σε όλο το φάσμα της οικονομίας, θα ενισχυθεί η ανάπτυξη και θα βελτιωθεί η βιωσιμότητα του χρέους και, αν επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, είναι δυνατοί υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης της τάξεως του 3%, μέσω κυρίως της αύξησης των επενδύσεων. Ωστόσο, η πραγματική σύγκλιση δεν θα έλθει μόνο από τις εθνικές προσπάθειες, αλλά πρέπει να ληφθούν μέτρα σε επίπεδο ζώνης του ευρώ που θα οδηγήσουν σε μια «βαθύτερη» (δηλαδή πιο ομοσπονδιακή) ΟΝΕ, και μονόδρομο για αυτό αποτελεί η ταυτόχρονη προώθηση μέτρων επιμερισμού και μείωσης των κινδύνων, ο συντονισμός των πολιτικών και η συμμετρική προσαρμογή των μακροοικονομικών ανισορροπιών.

Η μεγάλη ευκαιρία για πραγματική σύγκλιση

Ο κ. Στουρνάρας δήλωσε αισιόδοξος ότι «παρά τις σοβαρές αστοχίες και οπισθοδρομήσεις, η Ελλάδα έχει τώρα μια μεγάλη ευκαιρία να γεφυρώσει την απόσταση που τη χωρίζει από τους εταίρους και τους ανταγωνιστές της, ιδιαίτερα στις επενδύσεις στη γνώση, και τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα και να επιτύχει έτσι ταχεία πραγματική σύγκλιση. Αρκεί να διδαχθεί από τα λάθη που την οδήγησαν στη χειρότερη οικονομική κρίση της ιστορίας της, να ακολουθήσει μια ισορροπημένη και υπεύθυνη δημοσιονομική πολιτική σε συνεργασία με τους εταίρους της, οι οποίοι παρεμπιπτόντως διακρατούν το μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου χρέους της, που εξυπηρετείται μάλιστα με ιδιαιτέρως χαμηλά επιτόκια.

»Όπως αναφέρει ο ιστορικός Roderick Beaton, “η Ελλάδα, όπως και αν την εννοήσει ή την παρανοήσει κανείς, υπήρξε ανέκαθεν μέρος της σύγχρονης ταυτότητας της Ευρώπης” και “πέτυχε, εξ υπαρχής, όχι σε συνθήκες απομόνωσης αλλά σε συνεργασία με άλλους Ευρωπαίους σε κάθε βήμα της δύσκολης πορείας από την Επανάσταση του 1821 μέχρι σήμερα”. Ιδιαίτερα μάλιστα σήμερα, που οι πολιτικοί και κοινωνικοί συσχετισμοί, ύστερα από μια επίπονη μακροχρόνια οικονομική κρίση, την ευνοούν. Δεν πρέπει να χαθεί λοιπόν αυτή η ευκαιρία».

 

 

 

 

Διαβάστε επίσης