
Γιάννης Θεοδωράτος: Tο ουκρανικό drone στη Λευκάδα και οι νέες ανησυχίες για το Αιγαίο
Το βόρειο και το νοτιοανατολικό Αιγαίο, μαζί με την ανατολική Μεσόγειο ενδέχεται να αποτελέσουν πεδία αυξημένης έντασης το επόμενο διάστημα
Σοβαρά ερωτήματα για την εθνική ασφάλεια και τις νέες μορφές υβριδικού πολέμου προκαλεί ο εντοπισμός ουκρανικής κατασκευής μη επανδρωμένου σκάφους επιφανείας (USV) τύπου Magura V5 σε σπηλιά της Λευκάδας, ένα περιστατικό που ανοίγει συζήτηση όχι μόνο για τις τεχνολογικές εξελίξεις στον πόλεμο της Ουκρανίας αλλά και για τις πιθανές επιπτώσεις τους στο ελληνικό περιβάλλον ασφαλείας.
Επιμέλεια: Νίκος Τσαγκατάκης
Ένας βαθύς γνώστης αυτών των θεμάτων, ο δημοσιογράφος και αναλυτής άμυνας Γιάννης Θεοδωράτος, εξήγησε όλες τις παραμέτρους του περίεργου περιστατικού στη Λευκάδα, υπογραμμίζοντας μεταξύ άλλων ότι πρόκειται για εξέλιξη με ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς τέτοια μέσα έχουν αλλάξει τα δεδομένα στη σύγχρονη ναυτική αντιπαράθεση.
Από την τηλεοπτική συχνότητα του καναλιού BLUE SKY και μέσα από την εκπομπή «Με το Κλειδί της Ιστορίας» που παρουσιάζει ο ίδιος κάθε Τρίτη, ο Γ. Θεοδωράτος στάθηκε καταρχάς στο τεχνικό κομμάτι του όπλου σημειώνοντας ότι τα συγκεκριμένα μη επανδρωμένα σκάφη, γνωστά ως θαλάσσια drones καμικάζι, αποτελούν προϊόν της ουκρανικής πολεμικής εμπειρίας στη Μαύρη Θάλασσα. Το Magura V5, σύμφωνα με τα γνωστά τεχνικά χαρακτηριστικά, μπορεί να αναπτύσσει υψηλές ταχύτητες, να επιχειρεί σε μεγάλες αποστάσεις και να μεταφέρει ισχυρή εκρηκτική κεφαλή. Η σημασία τους, σύμφωνα με στρατιωτικούς αναλυτές, δεν βρίσκεται μόνο στην ισχύ πυρός, αλλά κυρίως στον τρόπο χρήσης τους. Πρόκειται για μέσα μικρού ίχνους εντοπισμού, που μπορούν να καθοδηγούνται μέσω δορυφορικών συνδέσεων και να λειτουργούν με τρόπο που δυσκολεύει δραματικά την έγκαιρη ανίχνευσή τους.
Η ουκρανική εμπειρία απέδειξε ότι ακόμη και χωρίς παραδοσιακό ναυτικό, μια χώρα μπορεί να προκαλέσει σοβαρά πλήγματα σε υπέρτερες ναυτικές δυνάμεις μέσω ασύμμετρων τεχνολογικών λύσεων. Η χρήση των συγκεκριμένων συστημάτων έχει ήδη επιφέρει σημαντικά πλήγματα κατά ρωσικών στόχων στη Μαύρη Θάλασσα.
Το ξύπνημα της τουρκικής προκλητικότητας
Το ερώτημα που προκύπτει για την ελληνική πλευρά είναι διαφορετικό: πώς βρέθηκε ένα τέτοιο μέσο στην ελληνική επικράτεια και ποιες δυνατότητες δημιουργεί η παρουσία παρόμοιων συστημάτων σε ένα σύνθετο νησιωτικό περιβάλλον όπως το Αιγαίο.
Ο κίνδυνος, σύμφωνα με την ανάλυση, δεν αφορά αποκλειστικά την ύπαρξη ενός μεμονωμένου σκάφους. Η νέα πραγματικότητα αφορά τη δυνατότητα επιχειρήσεων «σμήνους», δηλαδή ταυτόχρονης επίθεσης πολλών μη επανδρωμένων μέσων εναντίον ναυτικών στόχων υψηλής αξίας. Σε ένα περιβάλλον όπως το Αιγαίο, με εκατοντάδες νησιά, βραχονησίδες, κρυφούς όρμους και ακτογραμμές μεγάλης έκτασης, η πιθανότητα χρήσης αντίστοιχων μέσων δημιουργεί νέες επιχειρησιακές προκλήσεις.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις εξελίξεις στην Τουρκία, η οποία αναπτύσσει ήδη ανάλογα προγράμματα θαλάσσιων μη επανδρωμένων συστημάτων, όπως το Tufan και άλλες αντίστοιχες πλατφόρμες. Η Άγκυρα, αξιοποιώντας τη σημαντική αμυντική της βιομηχανία και τη στενή συνεργασία με την Ουκρανία, φαίνεται να επενδύει ιδιαίτερα στη λογική των μη επανδρωμένων μέσων, ακολουθώντας το μοντέλο του πολέμου δικτύων και μαζικών επιθέσεων. Κατά τα λεγόμενα του Γ. Θεοδωράτου, το συγκεκριμένο ζήτημα ίσως αποδειχθεί στρατηγικά σημαντικότερο ακόμη και από τις συζητήσεις για νέες φρεγάτες ή υποβρύχια, καθώς αφορά μια απειλή χαμηλού κόστους αλλά υψηλής αποτελεσματικότητας.
Στο ίδιο πλαίσιο υπογραμμίστηκε η ανάγκη επιτάχυνσης του Εθνικού Συστήματος Ολοκληρωμένης Θαλάσσιας Επιτήρησης (ΕΣΟΘΕ), ενός σχεδίου που παραμένει σε εκκρεμότητα επί χρόνια και θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα πολυεπίπεδο δίκτυο αισθητήρων, παρακολούθησης και ανάλυσης δεδομένων.
Η συζήτηση για το επεισόδιο της Λευκάδας συνδέθηκε, ωστόσο, και με τις γενικότερες γεωπολιτικές εξελίξεις στην περιοχή.
Ο γνωστός δημοσιογράφος-αναλυτής εκτίμησε ότι η Τουρκία, μετά από τη σχετική σταθεροποίηση των εξελίξεων στη Συρία και την απορρόφηση σημαντικού μέρους της προσοχής της Μέσης Ανατολής από την κρίση με το Ιράν, επανέρχεται στα γνωστά μέτωπα του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στον σχεδιασμό της Άγκυρας για τη θαλάσσια χωροταξία και στις διεκδικήσεις που απορρέουν από το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», το οποίο η ελληνική πλευρά θεωρεί ότι παραβιάζει κατάφωρα το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Σύμφωνα με την εκτίμηση του Γ. Θεοδωράτου, περιοχές όπως το Βόρειο Αιγαίο, το Νοτιοανατολικό Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος ενδέχεται να αποτελέσουν πεδία αυξημένης έντασης το επόμενο διάστημα. Η βασική ανησυχία αφορά το ενδεχόμενο δημιουργίας νέων τετελεσμένων ή νέων διεκδικήσεων που θα μπορούσαν να επαναφέρουν ζητήματα «γκρίζων ζωνών» και αμφισβητήσεων κυριαρχίας.
Σε καλύτερη επιχειρησιακή κατάσταση η Ελλάδα, αλλά…
Ο Γ. Θεοδωράτος εκτίμησε ότι η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε καλύτερη επιχειρησιακή κατάσταση σε σχέση με προηγούμενες περιόδους έντασης, επισημαίνοντας ωστόσο ότι το κρίσιμο στοιχείο παραμένει η έγκαιρη ενεργοποίηση συμμαχιών και η ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος.
Το συμπέρασμα που προκύπτει από την ανάλυση είναι ότι οι εξελίξεις στον σύγχρονο πόλεμο μεταβάλλουν με ταχύτητα τους κανόνες ασφαλείας. Το περιστατικό της Λευκάδας ενδέχεται να αποτελεί μια προειδοποιητική ένδειξη για τις μορφές απειλών που αναδύονται και για τις οποίες η Ελλάδα καλείται να προσαρμοστεί εγκαίρως.
Η εποχή κατά την οποία η ισχύς μετριόταν αποκλειστικά σε αριθμό φρεγατών, αεροσκαφών ή αρμάτων φαίνεται να μεταβάλλεται. Η νέα πραγματικότητα περιλαμβάνει δίκτυα αισθητήρων, τεχνητή νοημοσύνη, μη επανδρωμένα μέσα και ασύμμετρες επιχειρήσεις, που μπορούν να μετατρέψουν ακόμη και περιοχές που θεωρούνται ασφαλείς σε πεδία νέου τύπου απειλών.